Ηταν φανερό πως βιαζόταν. Το βλέμμα της ήταν ανυπόμονο και καρφωμένο επάνω μου, καθώς προσπαθούσα να ανακαλύψω εκείνο το τσαλακωμένο πεντάευρο στο βάθος του πορτοφολιού μου. Δεν την αδικούσα. Η ώρα ήταν 20.50, ένα ζεστό βράδυ Τρίτης, και εκείνη, ποιος ξέρει πόσες ώρες, βρισκόταν πίσω από το ταμείο αυτού του συνοικιακού σουπερμάρκετ. Ενιωσα σχεδόν ένοχη, είχα έρθει και εγώ τελευταία στιγμή να ψωνίσω. «Δούλευα όλη την ημέρα» τής είπα απολογητικά. Ενα χαμόγελο έσκασε στα χείλη της. «Με βλέπετε που βιάζομαι, ε; Αλλά είναι και ο ημιτελικός απόψε. Εσείς τι λέτε; Ποιος θα κερδίσει;».
Τρίτη 4 Ιουλίου, λοιπόν, και η Αθήνα θυμίζει εποχές Εuro 2004. Συγκεντρώσεις στα σπίτια, παγωμένες μπίρες, πίτσες (στις τρεις η μία δώρο), όχι για να παρακολουθήσουμε την αναμέτρηση Ελλήνων – Πορτογάλων, αλλά αν θα επικρατήσει τελικά ο Ντάνος, ο Μάριος ή ο Βασάλος. Κρίμα, δηλαδή, που δεν είμαστε στη Σκιάθο, την ιδιαίτερη πατρίδα του πρώτου, γιατί εκεί μέχρι και το θερινό σινεμά επιστρατεύθηκε για την αναμετάδοση τελικού και ημιτελικού.
Οχι, δεν ήμουν παντελώς ανυποψίαστη. Εχω παρακολουθήσει «Survivor», όχι φανατικά, αλλά έχω δει ορισμένα επεισόδια. Ξέρω, για παράδειγμα, γιατί το Τwitter έχει ρίξει τον Στέλιο Χανταμπάκη στο πυρ το εξώτερον και από πού προέρχεται το παρατσούκλι Ντάνος. Οπως δηλαδή το γνωρίζουν και οι περισσότεροι Ελληνες. Γιατί το «Survivor» μεσοσταθμικά το παρακολουθούν κάθε βράδυ περίπου 2-2,5 εκατομμύρια τηλεθεατές, οι οποίοι στήνονται ευλαβικά μπροστά στον τηλεοπτικό τους δέκτη, χαρίζοντας στο ριάλιτι ποσοστά τηλεθέασης που εμφανίζονται σε «εξαιρετικές» περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στον τελικό της Εurovision, και αυτό τις χρυσές εποχές που συμμετείχαν στον διαγωνισμό ο Σάκης (ένας είναι) και η Ελενα Παπαρίζου.
Aυτά σκεφτόμουν, λίγο-πολύ, στις 21.30 διασχίζοντας την Κηφισίας για να φτάσω στο σπίτι μου. Οι δρόμοι δεν ήταν φυσικά άδειοι, αλλά αν ήσουν παρατηρητικός θα μπορούσες να διακρίνεις την αυξημένη κίνηση στα μηχανάκια των παιδιών που κάνουν ντελίβερι. Κάπου στη διαδρομή η επαγγελματική διαστροφή με ανάγκασε να αλλάξω κατεύθυνση και να στραφώ προς τη λεωφόρο Βεΐκου. Eξω από το άλσος όπου διεξαγόταν ο περίφημος ημιτελικός δεν συνέβαινε, προς έκπληξή μου, τίποτε το εξαιρετικό. Ενα περιπολικό ήταν σταματημένο έξω από το ανοιχτό θέατρο που χρησιμοποιήθηκε ως στούντιο και αρκετοί απογοητευμένοι πιτσιρικάδες έκοβαν βόλτες μπροστά στην είσοδο. Εις μάτην, διότι οι προσκλήσεις δόθηκαν με πολύ αυστηρά κριτήρια. Λέγεται, μάλιστα, ότι το πρωί της Τρίτης υπουργός της κυβέρνησης τηλεφώνησε σε ανώτατο στέλεχος του ΣΚΑΪ, ζητώντας να του παραχωρηθούν δύο μαγικά χαρτάκια. Δυστυχώς για εκείνον, είχαν ήδη εξαντληθεί.
Με βάση το «savoir vivre» της σύγχρονης νεοελληνικής κουλτούρας το να μην παρακολουθείς «Survivor» το 2017 αποτελεί σχεδόν αιτία «κοινωνικού αποκλεισμού». Δεν υπάρχει πιο εύκολος τρόπος κοινωνικοποίησης, πιο ανώδυνος τρόπος να πιάσεις κουβέντα στο γραφείο με τους συναδέλφους, να φλερτάρεις στο μπαρ, να μιλήσεις με την κυρία που θα σου φέρει τα κοινόχρηστα, από το να εκφέρεις μια άποψη για τα σταυροκοπήματα του Αγγελόπουλου ή την ταχύτητα της Λάουρας. Κάποιοι μιλούν για ένα μαζικό guilty pleasure, όχι αδίκως, επειδή μάλλον ως «ένοχη απόλαυση» λογίζεται η μανία να παρακολουθείς macho αρσενικά με κομποσκοίνια αλλά και δροσερά κορίτσια βγαλμένα, λες, από τις σελίδες του «Sports Illustrated» να πεινάνε μέχρι εξαντλήσεως και να κονταροχτυπιούνται στις λάσπες για ένα κομμάτι σπαλομπριζόλας.
Ακόμη και αν μας είναι εντελώς αδιάφορο, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι το «Survivor» μάς επηρέασε ποικιλοτρόπως. Για παράδειγμα, έσωσε κυριολεκτικά ψητοπωλεία και πιτσαρίες που ξαφνικά τα βράδια, κυρίως τις Κυριακές, έκαναν χρυσές δουλειές. Τα μπακάλικα τοποθέτησαν δίπλα στις ντομάτες και στα αγγουράκια εξωτικές καρύδες, και δη Αγίου Δομίνικου, μεγάλη η χάρη του. Την ίδια στιγμή, διάφορα «ψυχαγωγικά sites», τις περισσότερες φορές αμφιβόλου ποιότητας, κατάφεραν να πλουτίσουν από διαφημίσεις κερδίζοντας χιλιάδες κλικ, μόνο και μόνο με την αναφορά του ονόματος της Βαλαβάνη, του Σπαλιάρα και των άλλων παιδιών στον τίτλο τους. Για τα θέατρα και τα σινεμά, ωστόσο, τέθηκε πολλές φορές ζήτημα πραγματικής επιβίωσης, καθώς τις ημέρες προβολής του ριάλιτι μετρούσαν τα άδεια τους καθίσματα. Πριν από έναν μήνα, έπεσε τυχαία στα χέρια μου το πρόγραμμα της καλοκαιρινής περιοδείας μιας από τις πιο πετυχημένες εισπρακτικά παράστασης του χειμώνα.

Η Τετάρτη 5 Ιουλίου ήταν σημειωμένη με κόκκινα γράμματα. «Προσοχή, μάλλον τελικός «Survivor». Καμία παράσταση» έγραφε.To «Survivor» δίχασε ακόμα και οικογένειες. Τα δεκάχρονα εκλιπαρούσαν τους γονείς τους να τα αφήσουν να δουν τα επεισόδια μέχρι το τέλος και απαιτούσαν επίσης το παιδικό τους πάρτι να διαθέτει τοτέμ και κολιέ ασυλίας. Tι και αν και η Γ’ ΕΛΜΕ Θεσσαλονίκης εξέδωσε οργισμένη ανακοίνωση εναντίον του παιχνιδιού; Πολλές καθηγήτριες και πολλοί καθηγητές Φυσικής Αγωγής προσάρμοζαν το μάθημα της Γυμναστικής σε αγωνίσματα τύπου «Survivor» προκειμένου να κερδίσουν την προσοχή των μαθητών τους.

Το τηλεπαιχνίδι άγγιξε ακόμα και εκείνους που δεν σχολιάζουν συνήθως εκπομπές.

Ακόμη και ο Στέλιος Ράμφος τοποθετήθηκε πάνω στο ζήτημα. Ισως, βέβαια, οι εμβριθείς αναλύσεις να μην έχουν νόημα. Πάντα θα έχουμε ανάγκη από άρτο και θεάματα, ανεξάρτητα από την κοινωνικοοικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Αλλωστε, αν το καλοσκεφτούμε, το «Survivor» αποτελεί το τέλειο άλλοθι. Γιατί τώρα που το δίλημμα μνημονιακός ή αντιμνημονιακός θυμίζει παρωχημένο ανέκδοτο, δεν είναι προτιμότερο να διχαστείς ανάμεσα σε Ντάνο και Μάριο, ανάμεσα στο αν είναι ποιοτικό να βλέπεις «Survivor» ή αν πρόκειται τελικά για προσβολή της αισθητικής σου; Μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα. Τώρα που τελείωσε, τι θα απογίνουμε χωρίς «Survivors»; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 9 Ιουλίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ