«Η αλήθεια είναι ότι θα προτιμούσα αυτή την ευκαιρία μερικά χρόνια αργότερα, αλλά δεν είναι έτσι η ζωή. Η ζωή φέρνει τις ευκαιρίες όπως σου έρχονται, και αυτήν εδώ δεν μπορούσα να τη χάσω». Μιλώντας στις 31 Ιουλίου 2006 για την εκ μέρους του εξαγορά τού καθ’ όλα ευυπόληπτου μεταξύ της νεοϋορκέζικης ελίτ «New York Observer» αντί 10 εκατ. δολαρίων ο 25χρονος τότε Τζάρεντ Κούσνερ θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράφει τις γενικές αρχές του περί αρπαγής ευκαιριών: άνετα θα ταίριαζαν τα σχόλιά του στον γάμο του το 2009 με την Ιβάνκα Τραμπ, την ανέλιξή του το 2016 στην de facto θέση της γκρίζας εξοχότητας του Ντόναλντ Τραμπ στην εκστρατεία που τον έφερε ανέλπιστα στον θώκο του Προέδρου των ΗΠΑ, την εμφάνισή του στα εξώφυλλα περιοδικών, από το «New York Magazine» έως το «Forbes», την εξασφάλιση μιας υψηλής θέσης συμβούλου στον Λευκό Οίκο, όπως ανακοινώθηκε επίσημα στις 9 Ιανουαρίου. Για κάποιους ο 36χρονος Τζάρεντ είναι ένας άνθρωπος με ευγενικούς τρόπους, αδίστακτη προσωπικότητα, μνήμη ελέφαντα και εκδικητικό χαρακτήρα. Για κάποιους άλλους είναι ένας ήπιος τύπος μετρίων ικανοτήτων που έως τώρα σωζόταν από την αποτυχία χάρη στα χρήματα της οικογένειάς του και στη φήμη της συζύγου του. Το ότι δεν υφίσταται συναίνεση για το ποιόν ενός ανθρώπου που σύντομα θα ψιθυρίζει στο αφτί του ευέξαπτου Προέδρου συνοψίζει το πόσο άγνωστη προμηνύεται η θητεία αυτής της προεδρίας και πόσα ερωτηματικά καλύπτουν τα πρόσωπά της.
Στην Ανατολική Ακτή υπάρχουν αιώνες χρήματος. Πλούτος κατεχόμενος από οικογένειες εγκατεστημένες στις παλιές μητροπόλεις της Αμερικής από την εποχή που οι 13 μετεπαναστατικές Πολιτείες ήταν ακόμη αποικίες του βρετανικού στέμματος. Αυτός ο πλούτος και αυτές οι οικογένειες έχουν λόγο στην αμερικανική πολιτική: από τη μία τροφοδοτούν τα κομματικά ταμεία σε κάθε επίπεδο, από την άλλη αποτελούν ό,τι κοντινότερο σε πατρικίους έχει ένα έθνος που συστήθηκε εξαρχής ως δημοκρατία και δεν απέκτησε ποτέ αριστοκρατία. Οι Κούσνερ δεν ανήκουν σε αυτούς. Κατ’ αναλογία με τις ρωμαϊκές αντιστοιχίες που δίνουν στο πολίτευμα των ΗΠΑ μια «Σύγκλητο» (την οποία εμείς μεταφράζουμε στα ελληνικά ως «Γερουσία»), οι Κούσνερ είναι homini noves, «νέοι άνθρωποι» –νεόπλουτοι, νεοεισελθόντες στην κοινότητα της πολιτικής επιρροής. Οχι απαραίτητα υποτιμητική ιδιότητα, αλλά ενδεικτική της θέσης τους: ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από τους αυθεντικούς πλουτοκράτες. Εχουν, όμως, παρελθόν που απαιτεί σεβασμό και παρόν με πολυψήφια περιουσία. Οι παππούδες του Τζάρεντ ήταν Εβραίοι της Πολωνίας που σώθηκαν στην Κατοχή καταφεύγοντας στα δάση με τους παρτιζάνους του Τούβια Μπιέλσκι, γνωστού σήμερα από την «Εναντίωση» του 2008, όπου τον υποδύθηκε ο Ντάνιελ Κρεγκ. Διασχίζοντας με τα πόδια τη μισή Ευρώπη μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έφτασαν στην Ιταλία και από εκεί βρέθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο Νιου Τζέρσεϊ ο Γιόσελ Κούσνερ έγινε Τζόζεφ, εργάστηκε ως χτίστης, ο γιος του, Τσαρλς, έγινε μεγαλοεργολάβος και ο εγγονός του, Τζάρεντ, έγινε δεκτός στο Χάρβαρντ, αφού η οικογένεια υποσχέθηκε στο ίδρυμα μια δωρεά 2,5 εκατ. δολαρίων. Για κάποιους το αμερικανικό όνειρο παίρνει μόνο τρεις γενιές για να εκπληρωθεί.
Ολοκληρώνοντας τις προπτυχιακές σπουδές του στο Χάρβαρντ, ο 22χρονος Κούσνερ (γεννημένος στις 10 Ιανουαρίου 1981) μετακόμισε στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, με τον δρόμο του στρωμένο με τα ροδοπέταλα των 3 εκατ. δολαρίων τής εκεί δωρεάς του πατέρα του το 2001. Μονόχνοτος, κουμπωμένος και φανατικός αναγνώστης εφημερίδων αφιερωμένων αποκλειστικά στις μπίζνες, αποφοίτησε το 2007 με δύο πτυχία ανά χείρας, μάστερ στη διοίκηση επιχειρήσεων και διδακτορικό στη Νομική. Ταυτόχρονα, δραστηριοποιούνταν στην οικογενειακή εταιρεία καλύπτοντας το κενό του Τσαρλς Κούσνερ, ο οποίος αντιμετώπιζε περιπέτειες με τη δικαιοσύνη, και δοκίμαζε τις δυνάμεις του στη διαχείριση μιας εφημερίδας στα χρόνια της κρίσης του Τύπου.
Ονεοϋορκέζικος «Observer», όμως, δεν ήταν το μεγαλύτερο στοίχημά του. Προείχαν οι αγοραπωλησίες ακινήτων και το Διαδίκτυο. Προτού καν αποφοιτήσει από το Χάρβαρντ είχε κερδίσει 20 εκατ. δολάρια επενδύοντας σε κτίρια που κατόπιν μετέτρεψε σε ακριβές κατοικίες. Τον Φεβρουάριο του 2008 ο Τζάρεντ ανακοίνωνε μετά βαΐων και κλάδων τη συγκρότηση του Politicker.com, ενός σχεδίου για 50 δικτυακούς τόπους στις 50 Πολιτείες των ΗΠΑ προορισμένου να αποβεί «μια δραστήρια τοπική πηγή πολιτικών άρθρων, φημών και σκανδάλων», όπως δήλωνε στους «New York Times». Στα χρόνια του θριάμβου των μπλόγκερ το πρότζεκτ φάνταζε φθηνό, εύκολο και αποδοτικό: ο διευθυντής του σάιτ, Τζέιμς Πιντέλ, οραματιζόταν να προσλαμβάνει «νεαρούς δημοσιογράφους, να τους στέλνει στις πρωτεύουσες κάθε Πολιτείας με ένα λάπτοπ και ένα Blackberry και να τους αφήνει να στήνουν μόνοι τους τον κάθε ιστότοπο». Οπως και η εκλιπούσα σήμερα τεχνολογία που χρησιμοποιούσε, η πρωτοβουλία πήγε άπατη. Στις αρχές του 2009 από τους είκοσι αρχικούς δικτυακούς τόπους του Politicker είχαν απομείνει μόνο δύο. Περίπου την ίδια εποχή η κατάρρευση της Lehman Brothers και ο πανικός για τα χαμένα τρισεκατομμύρια των τοξικών ομολόγων εξανέμιζαν την επένδυση 1,8 δισ. δολαρίων στην οποία είχε προβεί ο Κούσνερ τον Δεκέμβριο του 2006 αγοράζοντας έναν ουρανοξύστη 41 ορόφων στον αριθμό 666 της Πέμπτης Λεωφόρου.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Γιατί η ενασχόληση του νεαρού με τα οικογενειακά συμφέροντά του προσπόρισε τη γνωριμία με τη μελλοντική σύζυγό του. Με την Ιβάνκα Τραμπ συναντήθηκαν το 2007, χώρισαν το 2008, παντρεύτηκαν το 2009. Πλην της ομορφιάς, ο Τζάρεντ κέρδισε μια ιδιαίτερα εύστροφη γυναίκα με τις δικές της επιτυχημένες επιχειρηματικές δραστηριότητες στον τομέα των ρούχων, των κοσμημάτων και των αξεσουάρ –καθώς και την ευχέρεια να χαριεντίζεται καθημερινά με μεγιστάνες όπως οι Ρούπερτ Μέρντοκ και Ντέιβιντ Γκέφεν ή να στήνει ψιλοκουβέντα με την Τσέλσι Κλίντον, στενή φίλη της συμβίας του. Ωστόσο, το μεγαλύτερο κέρδος ήταν η κατάκτηση της εμπιστοσύνης του πεθερού του: οι εργολαβίες και τα ακίνητα οικοδόμησαν ένα προγεφύρωμα, η κοινή αξία της απόλυτης αφοσίωσης στην οικογένεια το στερέωσε. Οχι ότι η σχέση δεν αποδείχθηκε ετεροβαρής, δεν γίνεται διαφορετικά άλλωστε. Οπως έλεγε ένας στενός φίλος των Τραμπ στον «New Yorker» τον Αύγουστο του 2016, ο νέος Πρόεδρος σκέφτεται τον κόσμο αποκλειστικά με βάση τον εαυτό του: «Του λες «Ντόναλντ, σήμερα βρέχει», σου απαντά «Δεν με νοιάζει, είμαι μέσα»». Σε μια τέτοια αυτοαναφορική προσωπικότητα, μία άλλη φύση, διαλλακτική και συμβιβαστική ως προς τους τρόπους της με τους άλλους, έχει αρκετά να προσφέρει.
Ετσι εξηγεί το «Forbes» τόσο την πολιτική στροφή του Κούσνερ από ανώδυνο Δημοκρατικό, του ύφους του Μάικλ Μπλούμπεργκ, σε Συντηρητικό πιστό τού κατά Τραμπ ευαγγελίου όσο και την ανέλιξή του στην ιεραρχία της καμπάνιας των προεδρικών εκλογών –η εγγύτητα γαμπρού και πεθερού μετέβαλε τα δεδομένα. Εξαιτίας της παροιμιώδους δυσκολίας του χαρακτήρα του Ντόναλντ, ήδη από το στάδιο της διεκδίκησης του χρίσματος των Ρεπουμπλικανών, κάποιοι άρχισαν να απευθύνονται στον μονίμως παρόντα Τζάρεντ, ο οποίος τους εξασφάλιζε και πρόσβαση στον υποψήφιο και προστασία από διαρροές. «Διευκόλυνα τη σύναψη πολλών σχέσεων που διαφορετικά δεν θα είχαν υπάρξει» έλεγε ο ίδιος με μετριοφροσύνη στο «Forbes». Επειτα τηλεφώνησε στους γνωστούς του στη Σίλικον Βάλεϊ ζητώντας τεχνογνωσία. Παντελώς άπειρος στην παραδοσιακή τεχνολογία μιας εκστρατείας για την προεδρία, είδε την επιχειρηματικότητα της πολιτικής με τα μάτια των ιδρυτών των κοινωνικών μέσων. Εστησε ο ίδιος μια ομάδα που χρησιμοποίησε το Twitter, το Facebook και το Google Maps για να εντοπίζει πιθανούς τύπους ψηφοφόρων, να οργανώνει δείγματα των προτιμήσεών τους, να λαμβάνει feedback και να φτιάχνει στοχευμένες διαφημίσεις. Σύμφωνα με τον Στίβεν Μπερτόνι του «Forbes», αυτός ο φθηνός, ευέλικτος, ταχύτατος μηχανισμός έστελνε καθημερινά 100.000 στοχευμένες διαφημίσεις σε συγκεκριμένους ψηφοφόρους κρίσιμων, κατά την ανάλυση των εκλογικών δεδομένων, περιοχών. «Δεν φοβόμασταν να κάνουμε αλλαγές, δεν φοβόμασταν να αποτύχουμε» έλεγε στη συνέντευξή του στο περιοδικό ο Κούσνερ. «Τα κάναμε όλα πολύ φθηνά, πολύ γρήγορα. Αν κάτι δεν δούλευε, το πετάγαμε στα γρήγορα». Με αυτό το μοντέλο ο Τζάρεντ Κούσνερ συγκέντρωσε 250 εκατ. δολάρια από δωρεές εθελοντών μέσα σε τέσσερις μήνες. Με αυτό το μοντέλο εντόπισε τις τελευταίες εβδομάδες της εκστρατείας πόσο ευάλωτη ήταν η Χίλαρι Κλίντον στο Μίσιγκαν και στην Πενσιλβάνια. Με αυτό το μοντέλο ισχυρίζεται ότι το πρωινό της 8ης Νοεμβρίου προέβλεψε την επερχόμενη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ με περισσότερους από 300 εκλέκτορες.
Ηπρόγευση της εξουσίας ακολούθησε. Τον Δεκέμβριο του 2016, έγραφε ο Αντριου Ράις στο τεύχος Ιανουαρίου του «New York Magazine», ο «Συνεταιρισμός για την πόλη της Νέας Υόρκης», ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που εκπροσωπεί τα συμφέροντα της επιχειρηματικής κοινότητας, συγκάλεσε στο κτίριο της Morgan Stanley στην Times Square μια ημερίδα στην οποία παρέστησαν περισσότερα από 400 στελέχη, διευθύνοντες σύμβουλοι και μεγαλομέτοχοι κορυφαίων εταιρειών. Τιμής ένεκεν, ο λόγος δόθηκε πρώτα στον Δημοκρατικό Τσαρλς Σούμερ, επερχόμενο αρχηγό της μειοψηφίας στη Γερουσία. Ωστόσο, όλοι περίμεναν να ακούσουν την εισήγηση του τυπικά δεύτερου τη τάξει, ουσιαστικά όμως κλειδοκράτορα της νέας ηγεσίας, Τζάρεντ Κούσνερ. Ενώπιον ενός κοινού που αναζητούσε να καθησυχαστεί από κάποιον της τάξης του («ο Τζάρεντ Κούσνερ είναι ο άνθρωπός μας», τον προσφώνησε ο δισεκατομμυριούχος διαχειριστής επενδυτικών κεφαλαίων Στίβεν Σβάρτσμαν), φρόντισε να λειάνει αιχμές και προεξοχές. «Νόμιζα ότι θα χρειαζόταν να εξηγήσω στην επιχειρηματική κοινότητα τι θα σημάνει η προεδρία Τραμπ, οι αγορές όμως το κατάλαβαν από μόνες τους» είπε υπαινισσόμενος τη μεγάλη μετεκλογική άνοδο του δείκτη Dow Jones. Κατά τα άλλα, είναι εύκολο να μισείς τον Ντόναλντ εξ αποστάσεως, στο ίδιο δωμάτιο όμως είναι άλλος άνθρωπος. Η πολιτική του έναντι της λαθρομετανάστευσης θα είναι «λογική». Με τους Δημοκρατικούς θα συνεργαστεί σε προγράμματα υποδομής, βελτίωσης των δρόμων και των λεωφόρων της πληροφορικής. Ηδη ρώτησε σε μια συνάντησή τους τον Ελον Μασκ της Tesla και του SpaceX γιατί η αεροδιαστημική βιομηχανία δεν κατασκευάζει γρηγορότερα αεροπλάνα, όπως ήταν το Concorde. «Ο Τραμπ δεν θα φοβηθεί να αποτύχει» κατέληξε. Αλλωστε, είτε φοβηθεί είτε όχι, ο ίδιος θα είναι εκεί για να τον προφυλάξει από τέτοιο ενδεχόμενο: στις 9 Ιανουαρίου απέκτησε θέση υψηλόβαθμου συμβούλου του Προέδρου, σε πείσμα ενός νόμου του 1967 που απαγορεύει σε όλους τους ομοσπονδιακούς αξιωματούχους να διορίζουν συγγενείς σε πολιτικές θέσεις στην υπηρεσία όπου υπηρετούν οι ίδιοι ή βρίσκεται στη δικαιοδοσία τους. Νεποτισμός, είπατε; Διόλου. Ηδη, οι νομικοί φίλοι του Προέδρου αποφάνθηκαν ότι ο Λευκός Οίκος δεν είναι «υπηρεσία».
Και τώρα; Τώρα, προφανώς, το όριο είναι ο ουρανός. Ο νεαρός εγγονός των επιζώντων του Ολοκαυτώματος εγκαθίσταται στον προθάλαμο του ηγεμόνα. Κάποιοι ελπίζουν ότι θα αποδειχθεί η σταθεροποιητική δύναμη της αυλής του ευμετάβλητου Ντόναλντ. «Είναι έξυπνος» έλεγε ο Ντέιβιντ Γκέφεν στους «New York Times» στις αρχές Δεκεμβρίου. «Είναι μεγαλοφυΐα; Οχι, αλλά σκεφτείτε ότι όλες οι μεγαλοφυΐες έχασαν». Κάποιοι άλλοι δεν τον βλέπουν ως παράγοντα ισορροπίας: «Στον μηχανισμό του Τραμπ λογίζεται ως ο πιο αφοσιωμένος υπερασπιστής της κρίσης του» έγραφαν οι Τζόναθαν Μάλερ και Μάγκι Χάμπερμαν στους «New York Times» της 19ης Νοεμβρίου –και η κρίση του Προέδρου ας πούμε ότι ελέγχεται. Κάποιοι τρίτοι αντιτείνουν πως το πρόβλημα είναι η μεγάλη ιδέα που έχει για τον εαυτό του. «Νομίζει ότι έχει το άγγιγμα του Μίδα» έλεγαν πρώην υφιστάμενοί του από τον «New York Observer» στην Εμιλι Τζέιν Φοξ του «Vanity Fair» αποτιμώντας την ευφυΐα του με τον χαρακτηρισμό «διανοητικά ελαφρών βαρών». Πώς θα πολιτευθεί ένας τέτοιος άνθρωπος σε ένα απαιτητικό αξίωμα χαμηλής διαφάνειας;
Τη διδακτικότερη ίσως νύξη τη βρίσκει κανείς σε μια ιστορία από το περιθώριο της αφήγησης του προφίλ του στο «New York Magazine». Στην αμερικανική πολιτική, λοιπόν, δεν υπάρχουν ούτε άγγελοι ούτε δαίμονες. Υπάρχουν χαρτοπαίκτες, μικρότεροι ή μεγαλύτεροι. Ενας μεγαλύτερος χαρτοπαίκτης, ο ρεπουμπλικανός γενικός εισαγγελέας της Πολιτείας του Νιου Τζέρσεϊ, Κρις Κρίστι, είδε το πολιτικό του μέλλον να ανοίγεται μπροστά του το 2005 κυνηγώντας για πολιτική διαφθορά έναν μικρότερο χαρτοπαίκτη, τον χρηματοδότη των Δημοκρατικών εργολάβο Τσαρλς Κούσνερ. Ηταν μία από εκείνες τις επιδείξεις μικρότητας με τις οποίες χτίζονται στην Αμερική μεγάλες πολιτικές καριέρες: ο Κρίστι εξελέγη κυβερνήτης της Πολιτείας το 2009 και θεωρούνταν ισχυρή υποψηφιότητα για το χρίσμα του κόμματος το 2016, προτού εκτροχιαστεί από το δικό του πολιτικό σκάνδαλο. Ο υιός Κούσνερ, ως δόκιμος χαρτοπαίκτης, συνεργάστηκε με τον ψαλιδισμένης σημασίας Κρίστι στη διάρκεια της καμπάνιας του Τραμπ. Την πρέπουσα στιγμή, μετά την εκλογή, δηλαδή, τον άδειασε από το τρένο βάζοντας το χέρι του για να απομακρυνθεί από τη θέση του επικεφαλής της ομάδας προεδρικής μετάβασης την οποία κατείχε έως τότε. Διόλου παράξενο ότι ο άνθρωπος του πεθερού του, ο Τζάρεντ Κούσνερ, δηλώνει θαυμαστής του «Κόμη Μοντεχρήστου» –μιας κλασικής ιστορίας εκδίκησης.


* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2017

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ