Είναι δύσκολο να μπεις στο μυαλό του Πάβελ Αλτχάμερ. Γιατί, ακόμη και αν βάλεις το πόδι σου πραξικοπηματικά στην πόρτα και πιστέψεις ότι έχεις καταφέρει να βρεθείς στα ενδότερα του μυαλού του, πολύ εύκολα θα χαθείς στον λαβύρινθο της σκέψης του. Αυτή την εντύπωση αποκομίζεις όταν γνωρίζεις από κοντά αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο πολωνό καλλιτέχνη που του αρέσει να αυτοαποκαλείται και «σαμάνος». Μπορεί βέβαια να φταίει και το πλαίσιο, έτσι όπως τον συναντήσαμε, μια ομάδα δημοσιογράφων, καθισμένοι κυκλικά στο πάτωμα των παλιών σφαγείων στην Υδρα, σαν ομάδα που μοιραζόταν ανομολόγητα μυστικά και ένοχες εξαρτήσεις ή σαν μέλη μιας αίρεσης που ακούει ευλαβικά τον ήξεις αφήξεις γοητευτικό γκουρού της. Με ένα μικρό πλανητικό σύστημα να κρέμεται από το ταβάνι, δεκατέσσερις κούκλες ατάκτως ερριμμένες στο πάτωμα μαζί με κουζινικά και έπιπλα-μινιατούρες και στο φόντο μουσική μιας κάποιας αρχαιοελληνικής χροιάς.
Με μία από τις κούκλες να έχει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Δάκη Ιωάννου, με μία άλλη εκείνα της συζύγου του, Λιέτας. Οι υπόλοιπες φέρουν τα χαρακτηριστικά της οικογένειας του Αλτχάμερ και είναι φιλοτεχνημένες από τον γιο του, Μπρούνο, και την κοπέλα του. Δεν χωράει καμία αμφιβολία, το έργο έχει αναχθεί σε μια οικογενειακή υπόθεση. Μάλιστα, όλη μαζί η πολυπληθής οικογένεια του Αλτχάμερ, γονείς, πεθερικά, η τέως και η νυν σύζυγος, τα παιδιά του και τα παιδιά τους, βρέθηκαν στο νησί και έστησαν την έκθεση. «Κάθε οικογένεια είναι σαν ένας αστερισμός και οι σχέσεις της αναπτύσσονται σαν ένα πλέγμα ανάμεσα στους πλανήτες» θα πει ο Αλτχάμερ.


Το κουκλόσπιτο
Αυτό είναι, ωστόσο, «Το μυστικό του δίσκου της Φαιστού» –προς επιβεβαίωση, υπάρχει και μια μινιατούρα του στερεωμένη σε μια μικροσκοπική αρχαιοελληνική κολόνα. Είναι ο τίτλος του έργου που παραπέμπει στο ανεξιχνίαστο του δίσκου και η ανταπόκριση του Αλτχάμερ στο κάλεσμα του ΔΕΣΤΕ για την ετήσια έκθεση του ιδρύματος στον χώρο των παλιών σφαγείων στην Υδρα. Επειτα, λοιπόν, από τα περσινά γλυπτά από πηλό του Ουρς Φίσερ, η πρόταση του Αλτχάμερ θυμίζει ένα υπαίθριο κουκλόσπιτο, άλλωστε οι επισκέπτες παροτρύνονται να μετακινήσουν τις κούκλες και τα μικροαντικείμενα. Διαθέτει και ένα, τρόπον τινά, εγχειρίδιο, το κείμενο του «Σμαραγδένιου πίνακα» που αποδίδεται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο. Είναι ένα κείμενο που αποτέλεσε, μάλιστα, αντικείμενο έμπνευσης για τους αλχημιστές και κρατιόταν μυστικό με μεγάλη ευλαβικότητα. Εξ ου και η ετυμολογία του «ερμητικού» και της «ερμητικής γνώσης».
Να, λοιπόν, γιατί ο Αλτχάμερ δεν πρόκειται να αποκαλύψει πώς συνδέονται όλα αυτά τα στοιχεία μεταξύ τους, ή «τι θέλει να πει ο καλλιτέχνης», όπως θα έλεγε και ο απλός λαός. Δεν σημαίνει ότι το ξέρει εξάλλου και ο ίδιος, αφού «ο στόχος είναι η δημιουργικότητα, καθώς μέσα από αυτήν καταλαβαίνεις πράγματα για τον εαυτό σου» θα πει. Καθένας θα κάνει τη δουλειά για τον εαυτό του και θα ανακαλύψει το κρυμμένο μυστικό του δίσκου μόνος του, ως οφείλει.
Η περιπλάνηση των Αρχαίων
Σε κάθε περίπτωση, ο καλύτερος τρόπος για να μπεις στο σύμπαν του καλλιτέχνη είναι να αφεθείς στην αισθαντική ροή της «ανοιχτής φόρμας» που συνδέει τα πάντα μεταξύ τους ανάλογα με την οπτική που θα υιοθετήσεις. «Περιπλανιέμαι όπως έκαναν οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι προκειμένου να ανακαλύψουν διαφορετικές οπτικές του κόσμου των πραγμάτων. Ολοι αυτό κάνουμε, ώσπου να φτάσουμε στο μεδούλι της ύπαρξης. Ετσι αναγνωρίζω τη στιγμή. Τη μοναδική στιγμή τού να υπάρχεις εδώ και τώρα».
Το πιο απλό, πάντως, είναι να ανατρέξεις στο κρυμμένο παιδί που, δεν μπορεί, κάπου θα υπάρχει μέσα σου, και να θυμηθείς το παιχνίδι, «την πρώτη δραστηριότητα μέσα από την οποία δημιουργούνται τα κοινωνικά μας βιώματα». Οπως έκανε και ο Αλτχάμερ όταν πρωτοξεκινούσε το πρότζεκτ και ανέσυρε μνήμες απ’ όταν έπαιζε μικρός με κούκλες. Οσα veritable παιδιά βρέθηκαν, πάντως, στον χώρο των Παλιών Σφαγείων ξετρελάθηκαν με το έργο και με την ελευθερία που είχαν να κάνουν ό,τι θέλουν με αυτό. Οι ενήλικοι μπορούσαν να εξερευνήσουν τον χώρο μαζί τους ή να ζωγραφίσουν μια χάρτινη σπείρα ή μια μεγάλη επιφάνεια χαρτιού στον προαύλιο χώρο.
Ή να αφουγκραστούν την απόκοσμη γαλήνη εκεί όπου κάποτε σφάδαζαν ζώα.
Στηρίζοντας τους αδύναμους
Η εμπλοκή του επισκέπτη ήταν ανέκαθεν το ζητούμενο στο έργο του πολωνού γλύπτη και δημιουργού installations. «Στον μεγάλο περίπατο» του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης το 2006 είχε στη διάθεσή του ένα ατελιέ στην Πλάκα όπου έμενε μαζί με τη γυναίκα του και όποιος ήθελε μπορούσε να μπει και να τον δει επί το έργον –ένα γλυπτό που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, γιατί δεν ήταν αυτός ο στόχος. Απότοκο, προφανώς, της εμπειρίας του από το κομμουνιστικό καθεστώς της Πολωνίας μέσα στο οποίο γεννήθηκε το 1967, εμφανίζεται σταθερά στο έργο του, μαζί με μια ευαισθητοποίηση για τους αδύναμους και τους απόκληρους της κοινωνίας. Ηλικιωμένοι, ναρκομανείς και άστεγοι έχουν κατά καιρούς συμμετάσχει σε έργα του, ενώ από τη δεκαετία του ’90 κάθε Παρασκευή διδάσκει κεραμική σε ανθρώπους με νοητική ή σωματική αναπηρία στη Βαρσοβία. Το έργο δε που παρουσίασε στην 55η Μπιενάλε της Βενετίας, το «Venetians», ήταν μια σειρά από γλυπτά με πρόσωπα χυτευμένα σε καλούπια των προσώπων κατοίκων της Βενετίας και αποστεωμένα σώματα από πλαστικό που παράγεται στο εργοστάσιο του πατέρα του.
*«Το μυστικό του δίσκου της Φαιστού»: Ιδρυμα ΔΕΣΤΕ, στα Σφαγεία της Υδρας, ως τις 29/9.

**Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 6 Ιουλίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ