Την πρώτη φορά που ο Μουαμάρ Καντάφι συνδέθηκε με οτιδήποτε ελληνικό ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Εκείνη την εποχή, χωρίς να υπάρχουν επίσημα αρχεία, ένας εντυπωσιακός και φιλόδοξος νεαρός από τη Λιβύη βρισκόταν στην Αθήνα. Το όνομά του δεν έχει βρεθεί καταχωρισμένο πουθενά, αλλά οι μαρτυρίες λένε πως αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων με την τάξη του 1965, έχοντας καταπληκτικές αθλητικές επιδόσεις. Κάπου εκεί, στην ομίχλη της δεκαετίας του ’60, ξεκινούν οι σχέσεις, οι φιλίες, οι συμμαχίες και οι ανοιχτοί λογαριασμοί του Καντάφι με την Ελλάδα. Ο ίδιος μπορεί να είχε άδοξο τέλος στις 20 Οκτωβρίου του 2011, αλλά οι λογαριασμοί του με την Ελλάδα παραμένουν ανοιχτοί ως τις μέρες μας.
Το πέρασμα του Καντάφι σε διαφορετικές ιστορικές καμπές της ελληνικής πολιτικής ιστορίας άφησε σημάδια και τροφοδότησε τη δημιουργία αστικών μύθων και θεωριών συνωμοσίας που ανακυκλώνονται στα πολιτικά πηγαδάκια. Σε αυτό το πλαίσιο, η πραγματικότητα χάνεται στα δαιδαλώδη μονοπάτια της ίντριγκας και σε εξελιγμένες τεχνικές στη διπλωματική σκακιέρα.
Η σχέση χούντας – Καντάφι
Επιστροφή στο 1965. Μετά την αποχώρησή του από την Ελλάδα και τη Σχολή Ευελπίδων, ο Καντάφι είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με ορισμένους από τους έλληνες, μετέπειτα ανώτερους, αξιωματικούς. Αυτό το γεγονός αποτελεί το υπόστρωμα για όσα αμφιλεγόμενα ακολούθησαν το 1969, όταν ο συνταγματάρχης Καντάφι ανέτρεψε τον βασιλιά Ιντρις, δύο χρόνια μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα.
Για την ακρίβεια, εκείνη την εποχή ο ανατραπείς βασιλιάς Ιντρις παραθέριζε με την οικογένειά του σε βίλα στα Καμένα Βούρλα. Σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται στο βιβλίο του ο θεωρητικός του ελληνικού εθνικοσοσιαλισμού και τότε στενός συνεργάτης του πραξικοπηματία Ιωάννη Λαδά, Κωνσταντίνος Πλεύρης, το καθεστώς στην Ελλάδα αποφάσισε να διακόψει τις τηλεπικοινωνίες του Ιντρις γιατί εκτιμούσε ότι τους συνέφερε η επικράτηση του Καντάφι στη Λιβύη.

Μόλις ο συνταγματάρχης πληροφορήθηκε το γεγονός, κάλεσε τον Πλεύρη στην Τρίπολη. Διασώζεται μάλιστα χαρακτηριστική φωτογραφία με τον Παπαδόπουλο και τον Παττακό να ξεπροβοδίζουν τον απεσταλμένο τους Κωνσταντίνο Πλεύρη. Η επόμενη επίσημη επαφή εμφανίζεται έναν χρόνο αργότερα, το 1970, όταν 110 λίβυοι πιλότοι έφτασαν στην Ελλάδα για στρατιωτική εκπαίδευση στα μαχητικά αεροσκάφη F-5.

Φαίνεται ότι ανάμεσα στα δύο καθεστώτα αναπτύχθηκε μια σχέση συνεργασίας, παρά το γεγονός πως ο πρόδηλος αντιαμερικανικός χαρακτήρας που είχε η διακυβέρνηση του Καντάφι εκείνα τα χρόνια ερχόταν σε αντίθεση με την αμερικανοκίνητη σε έναν βαθμό ελληνική δικτατορία. Κοινός παρονομαστής ήταν η εναντίωση στο κράτος του Ισραήλ, που για τη Λιβύη τοποθετούνταν ως άξονας στη συμμαχία με τον αραβικό κόσμο και για τους έλληνες πραξικοπηματίες ήταν η απόληξη του ιδεολογικού πλαισίου του αντισημιτισμού.
Η Λιβύη εκείνη την περίοδο ήταν εξαιρετικά ευέλικτη στη διπλωματία της, με βασικές της επιδιώξεις την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού, την πώληση πετρελαίου στη Δύση και τη δημιουργία ενός ισχυρού, ακόμη και ανομοιογενούς, μπλοκ δυνάμεων ενάντια στο Ισραήλ. Οι Αμερικανοί παρακολουθούσαν με προσοχή την πορεία των ελληνολιβυκών σχέσεων. Η προσοχή μετεξελίχθηκε σε ανησυχία μετά το πραξικόπημα του Ιωαννίδη.
Η επιρροή του Καντάφι στους πραξικοπηματίες χρησιμοποιήθηκε από τον τότε πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα. Ηταν αυτός που μίλησε για τους έλληνες «Καντάφηδες» στο ελληνικό στράτευμα. Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούσαν ότι το συγκεκριμένο δίκτυο υπερεθνικιστών αξιωματικών επιθυμούσε μια πιο ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ πολιτική.
Ο ρόλος του Κωνσταντίνου Πλεύρη
Στο επίκεντρο αυτών των διεργασιών βρισκόταν ο Κωνσταντίνος Πλεύρης, ο οποίος διατήρησε σχέσεις με την «Τζαµαχιρία» και μετά την πτώση της χούντας, παρέχοντας νομικές υπηρεσίες στον Καντάφι. Ο Πλεύρης εκπροσωπούσε ως δικηγόρος το λιβυκό δημόσιο σε υποθέσεις που αφορούσαν αντιδικίες με ελληνικές εταιρείες. Αρκετές ελληνικές εταιρείες που ανέλαβαν την κατασκευή μεγάλων έργων στη Λιβύη δεν αποπληρώθηκαν για τις εργασίες τους και απαιτούσαν την καταβολή 35 εκατομμυρίων δολαρίων. Οι αγωγές των εταιρειών απορρίφθηκαν, αλλά το λιβυκό δημόσιο δεν κατέβαλε το 2% ως αμοιβή στον Πλεύρη. Με την απόφαση 17/2007 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή η αγωγή του δικηγόρου κατά του λιβυκού δημοσίου που διεκδικούσε 7,5 εκατ. δολάρια ως δικηγορική αμοιβή, με τον Θανάση Πλεύρη να αναλαμβάνει τον ρόλο του δικηγόρου του πατέρα του.
Οπλισμένος με τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, ο Πλεύρης επιχείρησε κατ’ αρχήν να κατασχέσει ένα οικόπεδο στο Ψυχικό που ανήκε στην κυβέρνηση της Λιβύης, αλλά δεν τα κατάφερε. Περίμενε την ευκαιρία και μόλις πληροφορήθηκε ότι ένα λιβυκό τάνκερ θα ερχόταν στους Αγίους Θεοδώρους να ξεφορτώσει πετρέλαιο, κατέθεσε αίτηση κατάσχεσης σε δικαστήριο της Κορίνθου και κέρδισε την υπόθεση. Το τάνκερ ήταν αξίας 65 εκατ. δολαρίων με 15μελές πλήρωμα Ινδών. Η πρόθεσή του μάλιστα ήταν να το βγάλει σε πλειστηριασμό. Στις 25 Ιουνίου του 2013 ο υπουργός Δικαιοσύνης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέστειλε την προηγούμενη απόφαση του κ. Δένδια που είχε χορηγήσει την άδεια αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του λιβυκού δημοσίου, επικαλούμενος τη διαφύλαξη των καλών σχέσεων των δύο χωρών. Επειτα από όλα αυτά, ο Πλεύρης προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ζητώντας να ακυρωθεί ως αντισυνταγματική και παράνομη η απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης.
Το ΠαΣοΚ και ο Καντάφι
Η δεύτερη φάση της αναζωπύρωσης της ελληνολιβυκής φιλίας εκτυλίχθηκε στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης του ΠαΣοΚ με την προσωπική σφραγίδα του Ανδρέα Παπανδρέου. Από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης το 1981 ήταν η τοποθέτηση του Μάνου Καφετζόπουλου ως πρεσβευτή στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Λιβύη Αραβική Τζαµαχιρία – Δηµοκρατία των Μαζών. Είναι η εποχή κατά την οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου ρίχνει γέφυρες στον αραβικό κόσμο για να ενισχύσει τη θέση του έναντι της Δύσης και θέλει να παίξει ρόλο στο Κίνημα των Αδέσμευτων που βρισκόταν σε πλήρη άνθηση.
Ο Ισμάτ Σάμπρι, πρώην επιτετραμμένος της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα, που εκείνη την περίοδο ξεκινούσε τη διπλωματική σταδιοδρομία του, δηλώνει στο ΒHmagazino: «Παρακολουθούσα στενά αυτή τη σχέση από το 1983. Τότε έκαναν κατάληψη στην πρεσβεία οι Λίβυοι που ζούσαν στην Αθήνα, άλλαξαν τη σημαία και τοποθετήθηκε ως νέος πρεσβευτής ο τότε πρόεδρος του Συλλόγου Φοιτητών Αμπντάλα Μουχάλα. Μετονομάστηκε επικεφαλής του Λαϊκού Γραφείου. Ξεκίνησε μια βαθύτερη σχέση ανάμεσα στις δύο χώρες. Πολλές ελληνικές εταιρείες συμμετείχαν στα έργα ανοικοδόμησης της Λιβύης. Σκεφτείτε ότι εκείνη την εποχή η Τρίπολη ήταν σαν χωριουδάκι. Υπήρξαν, βέβαια, πολλά προβλήματα και από τις δύο πλευρές. Από τη μία έγιναν μεγάλες ατασθαλίες στα έργα, από την άλλη στη Λιβύη υπήρχε μεγάλη γραφειοκρατία. Πολλές φορές παρενέβη προσωπικά ο ίδιος ο Παπανδρέου για να εξομαλυνθούν οι σχέσεις. Εβγαλαν πολλά λεφτά, πάντως, όσοι πήγαν στη Λιβύη».
Ανδρέας, Καντάφι και Ελούντα
Το 1984 ο Ανδρέας Παπανδρέου επισκέπτεται ως Πρωθυπουργός την Τρίπολη της Λιβύης. Η επίσκεψη γίνεται σε συνεννόηση με τον Γιάσερ Αραφάτ, που στηριζόταν τότε από τα καθεστώτα της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Μέλος του πληρώματος στο αεροσκάφος της Ολυμπιακής με το οποίο ταξιδεύει είναι μια αεροσυνοδός που θα απασχολήσει αρκετά στη συνέχεια τη δημόσια ζωή του τόπου, η Δήμητρα Λιάνη. Στην αποστολή τον συνοδεύουν ο Γιάννης Αλευράς με οξύ εντερικό πρόβλημα, ο Κάρολος Παπούλιας και ο Μάνος Καφετζόπουλος. Οι δύο ηγέτες θα συμφωνήσουν στην κοινή επιδίωξη να απομακρυνθούν όλα τα ξένα στρατεύματα από τη Μεσόγειο. Η αποστολή, αφού περιφέρεται επί ώρες με το τζιπ στην έρημο, καταλήγει στη σκηνή του Καντάφι, ο οποίος τους υποδέχεται με στολή στρατιωτικής εκστρατείας. Ενα μεγάλο όφελος εκείνης της επίσκεψης είναι ότι από τότε η Λιβύη θα ψηφίζει υπέρ της Ελλάδας στον ΟΗΕ για το Κυπριακό. Τα μέλη της αποστολής κουβαλάνε στις αποσκευές τους επιστρέφοντας στην Ελλάδα το «Πράσινο βιβλίο» του και μια σειρά από χαρτιά με οικονομικές συμφωνίες, πολλά από τα οποία παρέμειναν σε αυτό το επίπεδο.
Λίγους μήνες μετά, και αφού έχει ξεσπάσει ο πόλεμος στο Τσαντ μεταξύ Λιβύης και Γαλλίας, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Δημόσιας Τάξης και στενός συνεργάτης του Ανδρέα Παπανδρέου, Κώστας Τσίμας, αναλαμβάνει την απολύτως απόρρητη αποστολή της ασφαλούς διαμονής του Καντάφι στην Κρήτη. Στις 15 Νοεμβρίου του 1984, το ξενοδοχείο Ελούντα, που είχε κλείσει για χειμώνα, ανοίγει τις πόρτες του για να υποδεχθεί τον συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι και τον πρόεδρο της γαλλικής δημοκρατίας Φρανσουά Μιτεράν. Τον εκκεντρικό συνταγματάρχη συνόδευαν 80 γυναίκες σωματοφύλακες.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου βάζει στο ίδιο τραπέζι τους δύο ηγέτες και εκείνη η διαπραγμάτευση θα καταλήξει στην περιβόητη «Συμφωνία της Ελούντας». Η επιτυχής ελληνική μεσολάβηση δυσαρέστησε ακόμη περισσότερο τους Αμερικανούς. Μετά την εκλογική νίκη του ΠαΣοΚ το 1985, ο Καντάφι θα στείλει συγχαρητήρια επιστολή στον Ανδρέα Παπανδρέου και επιβεβαιώνει εκ νέου τον κοινό στόχο «για τελική νίκη του σοσιαλισμού».
«Ο Μιτεράν ζήτησε από τον Παπανδρέου να βοηθήσει στην κρίση με τη Λιβύη. Ο Παπανδρέου τούς κάλεσε χωρίς να ενημερώσει τον έναν για την παρουσία του άλλου. Ολα έγιναν με απόλυτη μυστικότητα. Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν μόλις επιτεύχθηκε η συμφωνία. Ο Ανδρέας είχε και προσωπική σχέση με τον Καντάφι που κανένας δεν κατόρθωσε να τη συνεχίσει. Ο αραβικός κόσμος ξεχώριζε τη διαφορετικότητα του ηγέτη του ΠαΣοΚ» διηγείται ο Ισμάτ Σάμπρι. Αν εξαιρέσει κανείς έναν φιλικό αγώνα μεταξύ του Ολυμπιακού και της Αλ Ιτιχάντ στη Λιβύη το 2005, με τον Ριβάλντο να γίνεται δεκτός με τιμές αρχηγού κράτους, και ο οποίος έληξε με μια διπλωματική ισοπαλία (1-1), οι σχέσεις των δύο χωρών πάγωσαν για κάμποσα χρόνια.
Ο Γιώργος Παπανδρέου και ο Καντάφι
Τον Ιούνιο του 2010, ο Μουαμάρ Καντάφι υποδέχεται στη σκηνή του στο Προεδρικό Μέγαρο έναν άλλο Πρωθυπουργό της Ελλάδας, τον Γιώργο Παπανδρέου. Τον συνόδευαν ο Χάρης Παμπούκης, ο Γιώργος Πεταλωτής και ο Δημήτρης Δρούτσας. Ο Ελληνας Πρωθυπουργός είχε μαζί του μια φωτογραφία από τη συνάντηση της Ελούντας και ζήτησε αυτόγραφο. Ο συνταγματάρχης έγραψε στα αραβικά «Με εκτίμηση» και ρώτησε για την πορεία της υγείας της Μαργαρίτας Παπανδρέου. «Θέλω να βοηθήσω με κάθε τρόπο την Ελλάδα» φέρεται να είπε ο Καντάφι στον Παπανδρέου. Στη συνέχεια ο Γιώργος Παπανδρέου ξεναγήθηκε στην οικία του λίβυου ηγέτη και υπέγραψε το βιβλίο επισκεπτών με την ευχή να ευημερήσουν οι χώρες της Μεσογείου, με ειρήνη και σεβασμό στην εθνική τους κυριαρχία. Η ζωή, όμως, επεφύλαξε διαφορετικά σχέδια για τους δύο ηγέτες.
Οταν ξέσπασε η κρίση στη Λιβύη, στην ελληνική Βουλή ξανακούστηκε το όνομα του Καντάφι. Για την ακρίβεια, ο Γιώργος Παπανδρέου κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο διοικητικό συμβούλιο του «ιδρύματος Καντάφι». Μιλώντας στην εθνική αντιπροσωπεία, ο τότε Πρωθυπουργός ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπήρξε μέλος του εν λόγω διοικητικού συμβουλίου. Ο υπουργός Εξωτερικών Δημήτρης Δρούτσας διατύπωσε στην Επιτροπή Εξωτερικών και Αμυνας μια διαφορετική εκδοχή, ότι ο Γιώργος Παπανδρέου παραιτήθηκε από τη συγκεκριμένη θέση όταν εκδηλώθηκαν οι ταραχές στη Λιβύη.
Τελευταίο επεισόδιο, ένα δημοσίευμα στην ειδησεογραφική ιστοσελίδα EUobserver, στο οποίο ο έλληνας αναλυτής και πρώην σύμβουλος του ΟΗΕ, Μιχάλης Κουτούζης, υποστήριξε πως 300-500 μισθοφόροι, μεταξύ των οποίων και έλληνες πρώην στρατιωτικοί, πολέμησαν στο πλευρό του Καντάφι έναντι περίπου 2.000 δολαρίων την ημέρα. Ο έλληνας εμπειρογνώμονας δήλωσε ότι ο Καντάφι προτιμούσε να χρησιμοποιεί τους συγκεκριμένους μισθοφόρους γιατί δεν εμπιστευόταν τον λιβυκό στρατό.
Τα ξεχασμένα χρέη
Η αίγλη του Καντάφι ξεθώριασε πολύ γρήγορα στην Ελλάδα και οι δύο χώρες βιώνουν, από διαφορετικές απόψεις, ραγδαίους μετασχηματισμούς. Αυτό που απέμεινε από την περίφημη ελληνολιβυκή σχέση είναι χρέη καταχωνιασμένα στα κιτάπια του υπουργείου Εξωτερικών. Σύμφωνα με επίσημη απάντηση του υπουργείου, ήδη από τη δεκαετία του 1970 η Λιβύη δημιούργησε σημαντικά χρέη προς μεγάλο αριθμό ελληνικών τεχνικών και εμπορικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιήθηκαν στη χώρα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ελληνικών εταιρειών, το συνολικό ποσό των σημερινών απαιτήσεων, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά τη σύναψη των επιχειρηματικών συμβολαίων, ανέρχεται στα 716,2 εκατ. δολάρια, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας και αποζημιώσεων.
Το θέμα ετέθη κατά την επίσκεψη του τότε υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρη Αβραμόπουλου, τον Δεκέμβριο 2012, στη Λιβύη. Η απάντηση της λιβυκής πλευράς ήταν ότι όλες οι ξένες εταιρείες θα έχουν την ίδια αντιμετώπιση και ειδικότερα θα λάβουν το 50% των οφειλόμενων ποσών κατά την επανέναρξη των έργων που είχαν αναλάβει και τα υπόλοιπα σε δόσεις. Οσον αφορά τις ζημιές που υπέστησαν οι εταιρείες κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Φεβρουαρίου του 2011, οι Λίβυοι δεν έδειξαν διατεθειμένοι να παράσχουν αποζημιώσεις, επειδή «θεωρούν» ότι πρόκειται για ζημιές προερχόμενες από «ανωτέρα βία».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ