Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014
 
 

H βιομηχανία της Γιουροβίζιον

Παρά την οικονομική κρίση, η «ένοχη απόλαυση» του θεσμού θα διατηρηθεί. Το BHmagazino ερευνά τους αριθμούς του διαγωνισμού και εξηγεί γιατί η βιομηχανία του ανάλαφρου τραγουδιού είναι τόσο ανθεκτική, ακόμη (ή ίσως ειδικά) στις μέρες μας
H βιομηχανία της Γιουροβίζιον
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Το 1988 ο Φρέντυ Γερμανός ήταν μέλος της επιτροπής για την ανάδειξη της ελληνικής συμμετοχής στη Γιουροβίζιον. Εχοντας ακούσει με προσοχή και υπομονή όλα τα υποψήφια τραγούδια, πρότεινε τη λύση της «ευρωαπουσίας». Δεν εισακούστηκε. Εκείνη τη χρονιά, η Ελλάδα έστειλε το τραγούδι «Κλόουν». Και γίναμε τσίρκο. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, το 2005, η κόρη του, Ναταλία Γερμανού, έγραψε μαζί με τον Χρήστο Δάντη το «My Νumber Οne». Η Ελενα Παπαρίζου το τραγούδησε επί ουκρανικού εδάφους, νίκησε και επέστρεψε με τιμές αρχηγού κράτους, στην κυριολεξία: υποδοχή στο αεροδρόμιο, φιέστα έξω από την ΕΡΤ, συνάντηση με τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή και μία δήλωση του υπουργού Ανάπτυξης Δημήτρη Σιούφα που δείχνει το μέγεθος της υπερβολής: «Η κατάκτηση της πρώτης θέσης στον διεθνή διαγωνισμό τραγουδιού από την Ελενα Παπαρίζου στέλνει ένα πολύ ισχυρό μήνυμα στην ελληνική κοινωνία και οικονομία ότι η έμπνευση, η δημιουργία, η ποιότητα, η καλή προετοιμασία, η μεθοδικότητα και η συλλογική δράση φέρνουν πρωτόγνωρα αποτελέσματα, με τα οποία ως οδηγό η Ελλάδα μπορεί να πρωταγωνιστήσει».

Οι ελληνικές απουσίες

Προτού πανηγυρίσουμε για την κατάκτηση της Γιουροβίζιον είχαν προηγηθεί, πάντως, αρκετές ευρωαπουσίες μας, για διαφορετικούς λόγους η καθεμία: το 1975, έναν χρόνο μετά την πρώτη συμμετοχή της στον διαγωνισμό με τη Μαρινέλλα, η Ελλάδα απουσιάζει σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την τουρκική συμμετοχή στη Γιουροβίζιον. Το 1982, ενώ είχε επιλεγεί το τραγούδι «45 κοπελιές» με τον Θέμη Αδαμαντίδη, τελικά η επιτροπή το έκρινε χαμηλού επιπέδου και έτσι παρέμειναν και οι 46 σπίτι τους. Το 1984, η ΕΡΤ δεν μετέδωσε καν τον διαγωνισμό, τονίζοντας ότι η ελληνική μουσική είναι κλάσεις ανώτερη από αυτήν που προμοτάρει ο θεσμός – οι φήμες θέλουν την τότε υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη να έχει παίξει σημαντικό ρόλο στο µποϊκοτάζ. Το 1986, οι λόγοι ήταν θρησκευτικοί: η βραδιά του τελικού συνέπιπτε με το Μεγάλο Σάββατο. Το 1999, και να θέλαμε, δεν μπορούσαμε να πάμε, μια και είχαμε αποκλειστεί από την περασμένη χρονιά: το συγκρότημα Θάλασσα τα έκανε θάλασσα και πήρε μόνο το παραδοσιακό δωδεκάρι από την Κύπρο. Και το 2000, η ΕΡΤ δεν συμμετείχε για οικονομικούς λόγους.

Η βιομηχανία της πίτσας

Και ενώ εφέτος ήμασταν πολύ κοντά στο να μην πάμε στο Μάλμε της Σουηδίας, επίσης για οικονομικούς λόγους, έγινε ξαφνικά το θαύμα της σόουμπιζ και όλα λύθηκαν: η ΕΡΤ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν πρόκειται να δώσει ούτε ένα ευρώ, και έτσι εμφανίστηκε το Mad TV ως από μηχανής θεός που ανέλαβε τη διοργάνωση του αυριανού ελληνικού τελικού στο Gazi Music Hall, βρήκε χορηγούς και οραματίζεται μια ενεργή συμμετοχή του στον θεσμό από εδώ και πέρα. Το ερώτημα είναι γιατί δεν μπορούμε χωρίς Γιουροβίζιον; Με την οικονομική κρίση πιο αισθητή από κάθε άλλη φορά, οι ορκισμένοι εχθροί της δεν μιλάνε πια για «πανηγυράκι». Παλιά, γκρινιάζαμε ότι πετάμε λεφτά, τώρα πλέον δεν υπάρχουν λεφτά για πέταμα. Η Γιουροβίζιον έρχεται πάντα λίγο πριν από την άνοιξη και όσοι έχουν αλλεργία αρχίζουν να γκρινιάζουν. Δικαιολογημένα ή όχι; Πρόκειται τελικά για μια τόσο ισχυρή βιομηχανία από την οποία η Ελλάδα δεν μπορεί να απέχει; Καλλιτέχνες, δισκογραφικές εταιρείες, μάνατζερ, καναλάρχες, αλλά και πιτσαδόροι μοιάζουν να ωφελούνται από αυτήν. Μέσα από εντυπωσιακά αριθμητικά στοιχεία, τραγελαφικές ιστορίες και πρόσωπα-κλειδιά, αναζητήσαμε τις ρίζες αυτής της τόσο ένοχης απόλαυσης.

Ο Μπίγαλης και η δημοτικότητα

Ως τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ο διαγωνισμός αφορούσε στην Ελλάδα λίγους μυημένους και φαινομενικά γραφικούς, οι οποίοι θυμούνταν απέξω ποια χρονιά πήγε η Βόσσου με το τραγούδι «Ανοιξη» (1991) και τι είχε τραγουδήσει ο Μπίγαλης («Ντίρι ντίρι τρεχαντήρι»). Το 2001 οι Antique, με τραγουδίστρια την Παπαρίζου, φέρνουν την τρίτη θέση, και η ΕΡΤ, σηματοδοτώντας το πανελλήνιο πάρτι που μόλις ξεκινούσε, θα κορυφωνόταν με τους Ολυμπιακούς του 2004 και θα αποκαθηλωνόταν με την οικονομική κρίση, διαβλέπει ότι η μονομανία των λίγων μπορεί να γίνει εμμονή των πολλών. Ακολουθώντας το αμερικανικό γνωμικό «στην τηλεόραση, για να μαζέψεις πρέπει να ξοδέψεις (λεφτά)», επένδυσε πολλά και, όπως δείχνουν τα νούμερα, κέρδισε ακόμη περισσότερα. Ανθρωποι κάθε ηλικίας πλέον ασχολούνταν με τη Γιουροβίζιον, το ποιος θα μας εκπροσωπήσει και το τι θα φορέσει είχε αναχθεί σε εθνικό ζήτημα υψίστης σημασίας και οι βραδιές του τελικού θύμιζαν Δεκαπενταύγουστο, μια και στις καλές εποχές, που όλοι λογικά Σάββατο βράδυ θα ήταν έξω, μαζεύονταν σε σπίτια, παράγγελλαν πίτσες και έκαναν χαβαλέ. Μικρή χώρα, μεγάλο γλέντι.

Η άβολη στιγμή του Ρουσόπουλου

Στον τελικό της Αθήνας, βέβαια, τα «τερατάκια» Lordi από τη Φινλανδία κέρδισαν βγάζοντας επιδεικτικά τη γλώσσα στον νεοπλουτισμό της Γιουροβίζιον. Με προϋπολογισμό που δεν ξεπερνούσε τις 100.000 ευρώ, άφησαν πολύ πίσω την Αννα Βίσση, για την οποία είχαν αντίστοιχα επενδυθεί περί τις 700.000 ευρώ. Και κάτι ακόμη: κατάφεραν να «εξαφανίσουν» τον τότε υπουργό Επικρατείας Θεόδωρο Ρουσόπουλο, ο οποίος φοβήθηκε τόσο πολύ τη φωτογράφιση μαζί τους, που δεν ανέβηκε ποτέ επί σκηνής για να τους απονείμει το βραβείο όπως είχε συμφωνηθεί. «Μίστερ Ρουσόπουλος; Μίστερ Ρουσόπουλος;» έλεγε και ξανάλεγε ο οικοδεσπότης Σάκης Ρουβάς, αλλά εκείνος άφαντος. Αναλύοντας λίγο αργότερα την εξέλιξη της πολιτικής καριέρας του, πολλοί είπαν ότι ίσως κάτι να ήξερε: η φωτογραφία με τα τέρατα θα τον στοίχειωνε για πάντα και οι λεζάντες δεν θα περιορίζονταν μόνο στη Γιουροβίζιον.

Παραδόξως, η χρυσή χρονιά της ΕΡΤ, από άποψη κέρδους, στη Γιουροβίζιον δεν ήταν ούτε το 2005, ούτε το 2006, αλλά το 2009. Μπορεί η οικονομική κρίση να είχε αρχίσει να διαφαίνεται, οι ιθύνοντες, όμως, ήξεραν πλέον πολύ καλά τους κανόνες του παιχνιδιού, και έτσι, τη χρονιά που ξαναστείλαμε τον Ρουβά και προτού ακόμη ανακοινωθεί το όνομά του, είχαν ήδη κλείσει χορηγίες ύψους άνω του 1,2 εκατομμυρίων ευρώ. Εκείνη τη χρονιά η ΕΡΤ ξόδεψε λίγο παραπάνω από 1 εκατομμύριο ευρώ και εισέπραξε 2,5 εκατομμύρια ευρώ. Το τραγούδι, για τα δεδομένα του Ρουβά, πάτωσε, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία.

Η κρίση

Από το 2010 η οικονομική κρίση και τα ενοχικά σύνδρομα των διοικήσεων της ΕΡΤ, που την ανάγκασαν να κάνει πολλά πισωγυρίσματα για το αν θα πάμε τελικά στη Γιουροβίζιον ή όχι, έφεραν ύφεση. Οι τελευταίες δύο χρονιές μπορεί να ήταν οι φθηνότερες από πλευράς δαπανών, ήταν όμως και οι πιο ζημιογόνες, όπως λένε όσοι γνωρίζουν τα πράγματα εκ των έσω. Το διαφημιστικό ενδιαφέρον παγώνει όταν το προϊόν που έχεις να λανσάρεις είναι αβέβαιο ως την τελευταία στιγμή.

Το Mad, λοιπόν, καλείται αύριο να σβήσει την περυσινή εικόνα της απόλυτης προχειρότητας και φτήνιας που χαρακτήρισε τον ελληνικό τελικό – η έλλειψη χρημάτων δεν πρέπει να σημαίνει και έλλειψη γούστου. Εχοντας παρουσιάσει, ομολογουμένως, καλά δείγματα με τη διοργάνωση των Mad Awards και MadWalk, σειρά έχει η βραδιά για την ανάδειξη του ελληνικού τραγουδιού, η οποία θα μεταδοθεί στις 21.00 από την ΕΤ1. Η εμπορική διευθύντρια του Mad, Κάτια Στάικου, εξηγεί πως «η Γιουροβίζιον είναι ένας θεσμός που αντιπροσωπεύει και την Ελλάδα, άρα δεν πρέπει να χαθεί. Με τον τρόπο που θα το κάνει το Mad, θα δείξει ότι όλα μπορούν να γίνουν, όχι με τρελό κόστος και φανφάρες. Το μπάτζετ είναι κάτι που διαμορφώνεται συνέχεια, αλλά θα κινηθεί σε χαμηλά επίπεδα. Δεν ήταν εύκολο να βρούμε χορηγούς, αλλά τελικά τα καταφέραμε. Κάποιοι φοβούνταν να ακουστεί το όνομά τους με αφορμή μια γιορτή σε περίοδο κρίσης, κάποιοι άλλοι απλώς φοβούνταν να δώσουν τα χρήματά τους. Βάλαμε νερό στο κρασί μας και βρήκαμε και δημιουργικούς τρόπους προώθησης μέσα από τα social media».

Πτυχιακή για τον θεσμό

O 33χρονος Νίκος Τσιάμης δεν είναι ένας τυχαίος γιουροφάν. Η πτυχιακή του στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου είχε θέμα «Διαγωνισμός τραγουδιού της Γιουροβίζιον: όπου ένα έθνος ταυτίζεται με ένα τραγούδι και ένα τραγούδι ταυτίζεται με το κοινό όραμα εθνών». Στην εργασία του υποστήριξε ότι η Γιουροβίζιον είναι μια μικρογραφία της Ευρώπης στην οποία διαφαίνονται οι πολιτικές και πολιτιστικές δομές της, μέσα από τις σχέσεις που αναπτύσσουν τα κράτη κατά την ψηφοφορία. Συνεργάζεται με το Διεθνές Δίκτυο Σωματείων της Γιουροβίζιον (www.infenetwork.com), που είναι αναγνωρισμένο από την EBU, ως πρόεδρος του INFE Cyprus: «Η Γιουροβίζιον είναι το πιο δημοφιλές τηλεοπτικό προϊόν και η αγορά το γνωρίζει αυτό πολύ καλά. Πάνω από 100 εκατομμύρια τηλεθεατές παρακολούθησαν τον περσινό τελικό. Είναι ένας διαγωνισμός που αγαπάμε να μισούμε και μισούμε να αγαπάμε».

Η ένοχη απόλαυση

Για το τέλος αφήσαμε την αυθόρμητη αντίδραση ιδιοκτήτη συνοικιακής πιτσαρίας, όπως την κατέγραψε στο Ιnternet: «Πέρυσι με τη Γιουροβίζιον έβγαλα το γραμμάτιό μου. Ξεχρέωσα. Εφυγε ένας τόνος ζυμάρι μέσα σε τρεις ώρες...». Αν το καλοσκεφτούμε, μία φορά τον χρόνο, ασχολούμαστε με τη Γιουροβίζιον με την ίδια ενοχή που τρώμε και τρία και τέσσερα κομμάτια πίτσα. Την επόμενη ημέρα γκρινιάζεις και έχεις δεύτερες σκέψεις, αλλά το προηγούμενο βράδυ έχεις περάσει καλά με τους φίλους σου.

Οι αριθμοί της Γιουροβίζιον

Το μεγάλο γλέντι έγινε τεράστιο όταν το 2005 βγήκαμε στους δρόμους με σημαίες για τη νίκη της Παπαρίζου. Και μία χρονιά αργότερα ο διαγωνισμός διοργανώθηκε επί ελληνικού εδάφους, με τον αέρα μιας ακόμη τελετής Εναρξης Ολυμπιακών Αγώνων. Οι αριθμοί μιλάνε από μόνοι τους: το 2006 η ΕΡΤ δαπάνησε 5.500.000 ευρώ και η EBU (ο ευρωπαϊκός ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που εκπροσωπεί τις δημόσιες τηλεοράσεις των χωρών-μελών της ΕΕ) 3.500.000 ευρώ. Τα έσοδα της ΕΡΤ από εθνικούς χορηγούς ανήλθαν σε 3.630.000 ευρώ, από εισιτήρια για την παρακολούθηση της διοργάνωσης σε 2.200.000 ευρώ, ενώ από μερίδιο διεθνών χορηγών, διαφημίσεις, τα 200.000 SMS που εστάλησαν κατά την ψηφοφορία κτλ., συγκεντρώθηκαν 1.450.000 ευρώ. Το συνολικό ποσό που δαπανήθηκε ήταν 12.500.000 ευρώ, όπως όμως λένε οι πρωταγωνιστές εκείνων των ημερών, «για κάθε ευρώ που ξοδεύαμε, εισπράτταμε δύο». Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η γερμανική παραγωγή στο Ντύσελντορφ το 2011 κόστισε περί τα 45 εκατ. ευρώ, ενώ η αλλοτινή υπερδύναμη Ρωσία, σε μια προσπάθεια ανάκτησης των περασμένων μεγαλείων, ξόδεψε για την αντίστοιχη διοργάνωση, το 2009, 42 εκατ. δολάρια.



Βλέμματα περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.