από metereologos.gr
Σάββατο 26 Μαΐου 2018
 
 

Οι εργένηδες επιμένουμε

Η οικονομική και συναισθηματική ανασφάλεια της εποχής επιβάλλει την ζωή μαζί. Μήπως γινόμαστε πολύ συντηρητικοί για να πιστεύουμε ακόμα στο ιδανικό της αεικίνητης εργένικης ζωής;
Οι εργένηδες επιμένουμε
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Το μόνο που πρέπει να φοβάσαι κάθε χρόνο είναι η Κυριακή του Πάσχα. Οταν θα ξυπνήσεις η μέρα θα είναι ζεστή και με ήλιο και θα βγεις στο μπαλκόνι. Θα δεις ότι η γειτονιά σου δεν είναι όπως συνήθως. Θα έχει θέσεις πολλές θέσεις για πάρκινγκ και ησυχία, ο συνεχής βόμβος που φτιάχνουν όλοι μαζί οι θόρυβοι των ανθρώπων του δρόμου σου θα λείπει, κανένα παιδάκι δεν θα ακούγεται από μακριά να τσιρίζει, και ο ψιλικατζής που κανονικά θα καθόταν έξω στο τραπεζάκι καπνίζοντας είναι κλειστός. Ολα είναι κλειστά. Ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας όλα είναι κλειστά. Τα περίπτερα και τα καφέ, τα εστιατόρια και τα ντελιβεράδικα, τα γυμναστήρια και τα μπαρ, ό,τι λειτουργεί όλες τις Κυριακές του χρόνου,  όλα όσα υποστηρίζουν την καθημερινότητα ενός ανθρώπου που ζει μόνος του, δεν δουλεύουν. Αυτή την ημέρα, περισσότερο από τα Χριστούγεννα, περισσότερο από το δεκαπενταύγουστο, ο εργένης που περηφανεύεται για την ανεξαρτησία του καταλαβαίνει ότι, από όλους όσους ζουν σε αυτή την πόλη είναι ίσως ο πλέον εξαρτημένος από την δουλειά των άλλων. Αλλά, και πάλι, είναι μόνο μια μέρα.

Είναι αυτή η γιορτή, η πιο ελληνική από όλες, που γιορτάζει όλες τις επιστροφές. Επιστρέφουμε στις οικογένειές μας, στα μεγάλα τραπέζια με τους συγγενείς. Επιστρέφουμε στην επαρχία της Ελλάδας, στις μικρές κοινότητες και στις αγροτικές κοινωνίες από τις οποίες δεν έχουμε πολλές γενιές απόσταση. Επιστρέφουμε στα έθιμα των πατεράδων και των παππούδων μας, στις εκκλησίες που πηγαίναμε παιδιά, και όπως είμαστε πάλι δίπλα στους μεγαλύτερούς μας επιστρέφουμε στην εποχή που η μόνη μας ταυτότητα ήταν ποιανού γιος ή κόρη ήμασταν. Οταν τελειώσουν οι γιορτές κάποιοι από εμάς γυρνάνε στις πόλεις με το όνειρο μιας οριστικής μελλοντικής επιστροφής στην επαρχία, το ιδανικό της ήρεμης και ασφαλούς ζωής στην ύπαιθρο ξυπνάει ακόμα και σε αυτούς που δεν έχουν μεγαλώσει εκεί. Οσοι ξέρω από αυτούς δεν είναι εργένηδες.

Τον τελευταίο χρόνο που η κρίση έχει εξολοθρεύσει τόσες δουλειές μόνο ένας από τους φίλους μου επέλεξε να ζήσει μόνος του. Οι υπόλοιποι επέστρεψαν στα πατρικά τους ή αποφάσισαν να ζήσουν με τις κοπέλες ή τα αγόρια τους με την προοπτική να γίνουν οι άντρες και οι γυναίκες τους. Στην Ελλάδα είναι η εποχή του μαζί. Είμαστε μαζί για να μοιράζουμε τα έξοδα, γιατί φοβόμαστε να περπατάμε μόνοι μας τη νύχτα, για να βγάζουμε από μέσα μας τις απογοητεύσεις της ζωής χωρίς δουλειά και επαγγελματική ασφάλεια. Κάτι πρέπει να είναι σταθερό. Και τίποτα δεν είναι περισσότερο από αυτό με το οποίο έχεις μεγαλώσει. Η επιστροφή στην οικογένεια ή στο μοντέλο της οικογένειας έτσι όπως το μάθαμε από την προηγούμενη γενιά δεν έρχεται χωρίς το ιδεολογικό και αξιακό πακέτο που πάει μαζί του. Και έτσι όπως ζούμε αναγκαστικά πιο συντηρητικά σκεφτόμαστε και πιο συντηρητικά. Μια γνωστή μου, παντρεμένη περίπου στα 40, την προηγούμενη Κυριακή έγραψε στο Facebook κάτι που περίπου έλεγε “άλλες χρονιές θα ποστάραμε φωτογραφίες από πάρτι στα νησιά, αλλά φέτος στο timeline είναι εικόνες από εκκλησίες με το Αγιο Φως, επιτάφιους, παιδάκια και ψημένα αρνιά”. Στα σχόλια από κάτω κάποιοι καταδίκαζαν την επίδειξη της καλής ζωής του παρελθόντος. Φαίνεται πως για να επιστρέψουμε στις αξίες του 80 είναι αναγκαστικό να αποκηρύξουμε ό,τι συνέβη τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Και φαίνεται ότι το Πάσχα και οι συμβολισμοί του είναι αναγκαστικά κατευθείαν απέναντι από την εργένικη ζωή στην πόλη.

Η ζωή του εργένη είναι προϊόν του μοντέρνου κόσμου, το αποτέλεσμα των προοδευτικών αξιών που ανέπτυξαν οι δυτικές κοινωνίες από το 60 και μετά. Είναι η χειραφέτηση των γυναικών που μπορούν να επιλέξουν, με λιγότερη κοινωνική πίεση, πότε και αν θα παντρευτούν, την καριέρα και όχι τις δουλειές του σπιτιού, και αν όλα πάνε άσχημα, το διαζύγιο. Είναι η τεχνολογία και οι επικοινωνίες, από το καθαρό σήμα στα τηλεφωνήματα του εξωτερικού μέχρι τις ατελείωτες συνομιλίες του Facebook και την διατήρηση των σχέσεων στο Skype. Προφανώς και είναι επίσης το αποτέλεσμα της εκτεταμένης αστικοποίησης και της ανόδου της μέσης τάξης. Η ζωή μόνος είναι δυνατή χάρη στο πλέγμα της μεγάλης πόλης και για να την ζήσεις από επιλογή πρέπει να έχεις εξασφαλισμένη τουλάχιστο την επιβίωσή σου. Πάνω από όλα είναι η υπόσχεση της ελευθερίας.

Νοίκιασα το σπίτι που μένω από την Πηνελόπη, μια κοπέλα που ζούσε μόνη της σε αυτό για πέντε χρόνια και το άφηνε για να συζήσει με τον σύντροφό της. Μου το έδειξε ένα απόγευμα και όπως περνάγαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο μου έλεγε τα πλεονεκτήματά του. Δεν είχε πολλά κοινόχρηστα, δίπλα και από πάνω έμεναν συνταξιούχοι και δεν έκαναν θόρυβο, να η κρεβατοκάμαρα βλέπει κατευθείαν στο λόφο του Στρέφη, το καλοκαίρι βγάζεις ένα τραπεζάκι στο μπαλκόνι και κάθεσαι πίνοντας καφέ, εδώ είναι και ο χώρος για γραφείο που ήθελες. Οταν σταθήκαμε στο μπαλκόνι που είναι έξω από το σαλόνι μου είπε “από εδώ δεν σε βλέπει κανείς, μέχρι και με το βρακί μπορείς να κυκλοφορείς”. Μου φάνηκε τόσο αστείο έτσι όπως μου το έλεγε σοβαρά ανάμεσα στα άλλα πλεονεκτήματα, την φαντάστηκα να κυκλοφορεί με το βρακί στο σαλόνι της και μετά μου ήρθε και η εικόνα μου κι εμένα με ένα σώβρακο να προσπαθώ να τεστάρω την θεωρία ότι δεν με βλέπει κανείς, και έσκασα στα γέλια. Μετά από λίγο μου το ξαναείπε και από την επανάληψη κατάλαβα ότι για εκείνη αυτή ήταν η έκφραση της ελευθερίας που αισθανόταν σε αυτό το σπίτι. Στο σπίτι που ζεις μόνος σου είσαι ο εαυτός σου, μπορείς να αφήνεις τα πιάτα άπλυτα, και τα ρούχα πεταμένα κάτω, και όταν σηκώνεσαι να κάνεις ένα τσιγάρο στις 4 το πρωί κανείς δεν ανησυχεί για το αν έχεις αϋπνίες.

Οταν βγαίνεις από το σπίτι δεν ξέρεις πού και πότε και θα καταλήξεις. Η περιπλάνηση είναι ο σκοπός και η αίσθηση των ανοιχτών δυνατοτήτων, ότι όλα μπορούν να συμβούν και μακάρι. Στις ιδανικές απεικονίσεις του σινεμά ο εργένης είναι ο Jude Law ή ο Fassbender, άντρες καλοντυμένοι και ελκυστικοί, που ξέρουν ποια είναι τα όμορφα πράγματα, είναι ενδιαφέροντες συνομιλητές, εξωστρεφείς και με την ικανότητα να εκκινούν την δράση γύρω τους. Λίγο ή πολύ αυτό ήταν ο ζηλευτός τρόπος ζωής στα χρόνια πριν από την κρίση. Μπορούσαμε να βελτιώνουμε τους εαυτούς μας, τον τρόπο ζωής μας και τα σπίτια μας με τον ίδιο τρόπο που το έκαναν οι συνομήλικοί μας στην Αμερική και την Ευρώπη. Η ζωή των γονιών μας και επομένως και οι αξίες τους φαινόντουσαν για τα καλά στο παρελθόν. Οταν η βενζίνη ήταν φθηνή η Αθήνα ήταν μικρότερη και όταν υπήρχαν λεφτά όλο και κάποιος έβρισκε να τα κάνει κάτι ωραίο και καινούργιο που έπρεπε να είσαι μέρος του. Οι νέοι επαγγελματίες, αναγκαστικά στη μέση τάξη, που δεν είχαν οικογένειες είχαν όλους τους τους μισθούς για τον εαυτό τους και αυτό για τις μικρές επιχειρήσεις της γειτονιάς μέχρι τα μεγάλα εμπορικά malls τους έκανε αγαπημένο διαφημιστικό στόχο. Οταν η αλυσίδα έσπασε τα πράγματα έγιναν πιο δύσκολα για τους εργένηδες και τις ιδέες που τους αρέσουν. Με ένα περίεργο αντανακλαστικό στην Ελλάδα ο ενθουσιασμός για το μοντέρνο ταυτίστηκε με τον ηδονισμό, η αναγνώριση του ωραίου με την ωνιομανία και για τους συντηρητικούς αριστερά και δεξιά με λίγα λόγια η κρίση προήλθε επειδή δεν μείναμε σταθεροί στις παραδοσιακές ελληνικές αξίες και αποπλανηθήκαμε από την Δύση ενώ δεν είχαμε τις δυνατότητες να την πλησιάσουμε.

Μετακόμισα στο σπίτι που μένω χωρίς να έχω σταθερή δουλειά παίρνοντας την απόφαση ότι η μόνη προτεραιότητα ήταν να μπορώ να πληρώνω το νοίκι. Οταν διαλέγω να μένω μέσα έχω την δυνατότητα να ξέρω ό,τι και ένας Νεοϋορκέζος την ίδια στιγμή. Εγώ κι αυτός βλέπουμε τις ίδιες τηλεοπτικές σειρές και τις ίδιες ταινίες, ακούμε την ίδια μουσική, διαβάζουμε τις ίδιες εφημερίδες και τα ίδια περιοδικά και παραγγέλνουμε τα ίδια βιβλία. Αυτός κερδίζει γιατί όταν βγαίνει έξω μπορεί να περπατήσει όλο το East Village και δεν υπάρχει καμία περίπτωση να είναι σαν Κυριακή του Πάσχα. Εγώ κερδίζω γιατί τώρα που έρχεται το καλοκαίρι μπορώ να τεστάρω αν είχε δίκιο η Πηνελόπη. Οταν ήταν να μετακομίσω μόνος μου για πρώτη φορά και ανυπομονούσα, ένας μεγαλύτερος φίλος μου μού είπε ότι το μόνο που χρειάζεσαι για να ξεκινήσεις να μένεις σε ένα καινούργιο σπίτι είναι κρεβάτι και ψυγείο. Πριν από μερικές μέρες ένας μικρότερος φίλος μου αποφάσισε να μετακομίσει για πρώτη φορά και αυτός στο δικό του διαμέρισμα. Του είπα ότι το μόνο που χρειάζεται είναι στρώμα, ψυγείο και wi-fi.


Βλέμματα περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.