Πρωταγωνιστείτε στη «Φθινοπωρινή σονάτα» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν σε σκηνοθεσία Αρη Τρουπάκη στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας. «Ναι. Μια µητέρα, µια µεγάλη πιανίστα, που ήταν όµως απούσα από την οικογενειακή της ζωή, συναντά µετά από επτά χρόνια την κόρη της, µια γυναίκα φοβερά τραυµατισµένη από τις πράξεις της. Πρόκειται για µια µοιραία συνάντηση την οποία µικρά γεγονότα και τυχαίες στιγµές οδηγούν σε µια ολέθρια σύγκρουση».

Ποιος είναι το θύμα και ποιος ο θύτης το βράδυ της συνάντησής τους; «Οι ρόλοι µπερδεύονται, δεν είναι διακριτοί. Ερµηνεύω την Εύα. Το µεγαλύτερο παράπονό της προς τη µητέρα της είναι ότι δεν αισθάνθηκε ποτέ την αποδοχή της. Και η κρίση της είναι βαθιά υπαρξιακή. Αναρωτιέται αν αξίζει να αγαπηθεί και όταν ένας άνθρωπος βιώνει την αµφισβήτηση της ίδιας του της ταυτότητας µπορεί να γίνει ο χειρότερος θύτης. Θυµάµαι στις πρώτες πρόβες έπρεπε να προσπαθήσω πολύ για να υποστηρίξω όλη αυτή τη σκληρότητα απέναντι στην Μπέττυ Αρβανίτη, που ερµηνεύει τη µητέρα µου».

Το έργο σάς έκανε να σκεφτείτε τη σχέση σας με τη δική σας μητέρα; «Ναι. Βέβαια δεν µπόρεσα µέσα από τη δική µου «βιογραφία» να αντλήσω το πύρινο υλικό που χρειάζεται το έργο. Η δική µου µητέρα είναι µανούλα, στο άλλο άκρο από τη µητέρα του έργου, τη Σαρλότ. Η δεξαµενή στην οποία στράφηκα ήταν οι ερωτικές µου σχέσεις, οι αντιπαραθέσεις µε συντρόφους µου. Γρήγορα στις πρόβες ανακαλύψαµε ότι η σχέση τους µοιάζει περισσότερο ερωτική. Γιατί η διεκδίκηση της κόρης περνά σε κλάσµατα δευτερολέπτου από την απόλυτη λατρεία στο µίσος».

Η ίδια η ταινία του Μπέργκμαν πόσο σας επηρέασε; «Τον Μπέργκµαν τον αγαπώ. Ηταν ένας ανατόµος της ανθρώπινης ψυχής. Εφτανε το νυστέρι µέχρι το κόκαλο. Οταν ο Αρης Τρουπάκης µού πρότεινε τον ρόλο, είδα την ταινία ξανά µετά από πολλά χρόνια. Εκτοτε δεν ανέτρεξα σε αυτήν. Η Λιβ Ούλµαν είναι µια τεράστια ηθοποιός. Αλίµονο όµως αν έµενα µε τη δική της εικόνα στα µάτια µου ενώ έπρεπε να βρω τα δικά µου πατήµατα, να κάνω το έργο δικό µου».

Οι ηθοποιοί είναι κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους; «Δεν νοµίζω ότι ένας ηθοποιός µπορεί να το κάνει αυτό όταν προσπαθεί να δηµιουργήσει κάτι ζωντανό στη σκηνή. Και εγώ την περίοδο των προβών δεν ασχολούµαι µε τίποτε άλλο, τα παρατάω όλα. Το θέµα όµως δεν είναι αν βγαίνεις έξω κάθε ηµέρα, αν πηγαίνεις για ποτό κάθε βράδυ. Η ίδια η δουλειά από µόνη της είναι ένα ανοιχτό κανάλι επικοινωνίας µε τη ζωή και τον άνθρωπο. Παρατηρείς τους γύρω σου συνέχεια: στην τράπεζα, στο µετρό, στον δρόµο. Υποσυνείδητα πολλές φορές τούς «κλέβεις» βλέµµατα, κινήσεις και τα συναντάς ξανά στους ρόλους σου».

Στην Ελλάδα έχουμε θεατρική παιδεία; «Μερικές φορές νιώθω ότι είναι δύσκολη η επικοινωνία µε τους ανθρώπους. Λες και υπάρχουν παρωπίδες. Πολύ συχνά το κοινό έρχεται µε µια προκαθορισµένη εικόνα αυτού που θέλει να δει. Ετσι χάνεται η ελευθερία, η συνθήκη της περιέργειας, η αθωότητα τού να είµαστε ανοιχτοί σε αυτό που συµβαίνει µπροστά µας στη σκηνή. Γιατί και το κοινό στην πραγµατικότητα συνδηµιουργός της παράστασης είναι».

Την προηγούμενη Κυριακή είδαμε ένα μεγάλο συλλαλητήριο… «Μετά την παράσταση εκείνο το βράδυ έτυχε να περνάω από τα Εξάρχεια. Η γειτονιά έµοιαζε να είναι σε εµπόλεµη κατάσταση, τα µαγαζιά κλειστά. Δεν θέλω να πάρω θέση για το ίδιο το συλλαλητήριο. Αυτό που µε τροµάζει περισσότερο είναι ότι µπορεί να χυθεί αίµα επειδή κάποιοι άνθρωποι κινούνται στα άκρα, είτε από τη µία πλευρά είτε από την άλλη. Μια βία κυοφορείται και ψάχνει αφορµές να ξεσπάσει. Παιδιά της διπλανής πόρτας είναι έτοιµα να ανοίξουν ο ένας το κεφάλι του άλλου. Δεν το δέχοµαι».
«Φθινοπωρινή σονάτα»: Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας (Κεφαλληνίας 16, Κυψέλη), Τετάρτη έως Κυριακή.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ