Γιατί αποφασίσατε να μεταφέρετε σε όπερα το θεατρικό έργο του Μπύχνερ «Λεόντιος και Λένα»; «Η ιστορία του έργου δεν είχε και τόση σημασία. Με κάποιον τρόπο, όμως, το έργο περιείχε γλωσσικά στοιχεία και λεκτικές εικόνες που μου θύμιζαν συγκεκριμένες μνήμες, μιας συγκεκριμένης φαντασιακής Αρκαδίας, στην οποία πάντα αναφέρομαι στη δική μου εσωτερική ζωή. Με ερέθιζε, επίσης, γιατί δεν είναι καθόλου επίκαιρο».
Τι εννοείτε; «Δεν αγαπώ το επίκαιρο. Ο ρόλος της τέχνης που αναγάγει τα πάντα στο σήμερα δεν με ενδιαφέρει. Ετσι βρήκα ένα έργο με πρίγκιπες και πριγκίπισσες, για το βασίλειο του Πιπί, για το βασίλειο του Ποπό, ανόητα πράγματα δηλαδή, αλλά τρομερά ελκυστικά για εμένα».
Ποιο είναι το κοινό που θα έρθει να δει το έργο; «Θα ήθελα να είναι ευαίσθητοι, χωρίς μεγάλες προσδοκίες ή με μεγάλες προσδοκίες, και να λειτουργήσουν με τη διαδικασία της θέασης και της ακρόασης, καθώς πάντα η μουσική περιέχει ένα στοιχείο μεγάλης τελετουργίας. Πάντως, όποιος περιμένει να ψυχαγωγηθεί, μάλλον θα στεναχωρηθεί».
Πώς, λοιπόν, η μουσική πρέπει να λειτουργεί στη ζωή μας; «Να επιτρέψει στον εγκέφαλο να απελευθερώσει μεγάλες δυνάμεις του ασυνείδητου ώστε να βιώσει μια ουσιαστική ελευθερία. Και αυτό δεν έχει να κάνει με την εκτόνωση και την ψυχαγωγία».
Εσείς γιατί ασχοληθήκατε με τη μουσική; «Γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι άλλο τόσο αποτελεσματικά, αντλώντας ευχαρίστηση. Από παιδί είχα πολύ μεγάλη ευχέρεια στο να κατανοώ τους μηχανισμούς της. Θα μπορούσα, βέβαια, ίσως να γίνω κηπουρός ή ένα είδος περίεργου αρχιτέκτονα για λίγους, ο οποίος θα δημιουργούσε λεπτότατες κατασκευές».
Εχετε δηλώσει ότι δεν σας ενδιαφέρει να γράφετε μια μουσική η οποία είναι «προσβάσιμη» σε όλους. Αποβάλλετε τον ναρκισσισμό του καλλιτέχνη που θέλει να είναι αγαπητός σε όλους; «Ελάτε τώρα! Ναρκισσισμός είναι και αυτός. Σκεφτείτε το, όμως: είναι φοβερά πιο επιβεβαιωτικό στο να συνεννοηθείς στο επίπεδο ενός μυστικού και όχι στο επίπεδο μια κοινής πληροφορίας».
Η αποδοχή του έργου σας δεν σας ενδιαφέρει; «Νομίζω ότι αν ο δημιουργός νοιάζεται μόνο για αυτό, βάζει προσκόμματα στον εαυτό του. Επιθυμώ αυτό που κάνω να έχει ένα ειδικό βάρος, ώστε να συνεχίσω να το κάνω και φυσικά να ενδιαφέρει και κάποιους. Πάντως, εξωπραγματικά περιέργως κατάφερα να επιβιώσω γράφοντας μόνο μουσική».
Ζήσατε για μεγάλο διάστημα στην Ολλανδία. Η ζωή ήταν πιο εύκολη εκεί; «Ηταν πιο εύκολη γιατί δεν χρειαζόταν να εξηγώ τι επάγγελμα κάνω, ήταν πιο εύκολη γιατί στον βόρειο κόσμο με τους μακρείς χειμώνες οι άνθρωποι δεν μπαίνουν τόσο εύκολα στη ζωή σου, το τηλέφωνο δεν χτυπά ανά 15 λεπτά, υπήρχε επίσης περισσότερη εξοχή…».
Γιατί επιστρέψατε; «Μετά τη μουσική που έγραψα για την παράσταση «Αλκηστις» ήταν πολλοί εκείνοι που ήθελαν να συνεργαστούν μαζί μου. Φάνταζε, λοιπόν, πολύ πιο εύκολο να συνεχίζω να δημιουργώ εδώ και να βιοπορίζομαι από αυτό. Υπάρχει και κάτι άλλο: είναι πολύ ευεργετικό για το νευρικό σου σύστημα όταν επιστρέφεις στην Ελλάδα ύστερα από μεγάλο διάστημα στο εξωτερικό, δημιουργείται μια έκρηξη χυμών, ένα πανηγύρι αισθήσεων».
Τα σχέδιά σας για τον χειμώνα ποια είναι; «Εχω ασχοληθεί τόσο με το «Λεόντιος και Λένα» που δεν έχω σχέδια. Φαντάζομαι κάποια πράγματα θα έχω κανονίσει να κάνω, αλλά πλέον δεν τα θυμάμαι και μπορεί και να μην έχω κανονίσει και τίποτα και να βρεθώ να λιμοκτονώ».
Υπάρχει ωραιότερος ήχος από τη μουσική; «Οποιοσδήποτε ήχος είναι ωραιότερος. Η τεράστια πισίνα του ήχου που έχουμε γύρω μας, από τη μεγάλη κλίμακα των ήχων των φυσικών φαινομένων μέχρι το πιο ανεπαίσθητο θρόισμα, είναι τόσο πλατιά και από αυτή αντλούμε ευτυχία. Η μουσική είναι μόνο μια σχετικά πετυχημένη ή αποτυχημένη φωτογραφία αυτού του πράγματος».
«Λεόντιος και Λένα»: Εθνικό Θέατρο, Κεντρική Σκηνή – Κτίριο Τσίλλερ, στις 28 και 31 Ιουλίου.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ