O Αρης Σερβετάλης είναι σίγουρα ο πιο αντιστάρ από τους σταρ του ελληνικού θεάτρου. Το αγόρι που έγινε πιο διάσημο απ’ όσο ίσως μπορούσε να αντέξει εξαιτίας της μεταμορφωτικής δύναμης της τηλεόρασης, έχει πια ωριμάσει πρωταγωνιστώντας σε αντισυμβατικές παραστάσεις, σε θέατρα σταθερά γεμάτα. Το κοινό του που τον ακολουθεί παντού περιμένει εναγωνίως και την επόμενη κίνησή του. Και ο 41χρονος ηθοποιός θα ηγείται του θιάσου της ομάδας Rēs Ratio Network που θα παρουσιάσει, σε συμπαραγωγή με το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά και για έξι παραστάσεις, την πέμπτη σκηνοθετική δουλειά της Εφης Μπίρμπα, «Δον Κιχώτης, Βιβλίο 2ο, κεφ. 23ο», η οποία βασίζεται στο πασίγνωστο μυθιστόρημα του Μιγκέλ ντε Θερβάντες «Δον Κιχώτης». Μαζί του μια διεθνής ομάδα ερμηνευτών που αποτελείται από τους Αχιλλέα Χαρίσκο, Ιωάννα Τουμπακάρη, Αλέξανδρο Βαρδαξόγλου, Εφι Ραμπσίλμπερ, Τζέμα Γκαλιάνα και Διογένη Σκαλτσά. Ο πολυμήχανος, ξερακιανός ιδαλγός από τη Λα Μάντσα ταιριάζει πολύ στον ψηλόλιγνο Σερβετάλη, ειδικά αφού η παράσταση επικεντρώνεται σε ένα μόνο επεισόδιο από τις περιπέτειές του: «Στο 23ο κεφάλαιο του 2ου βιβλίου, ο Δον Κιχώτης, ως τραγικό πρόσωπο και ενσαρκωτής μιας γνήσιας εσωτερικότητας, συλλαμβάνεται να διαγράφει μια κατακόρυφη πορεία προς το εσωτερικό της σπηλιάς του Μοντεσίνου· προς τα βάθη των φαντασιακών αναμετρήσεων».
Προηγείται ωστόσο η επανάληψη μιας παραγωγής του Φεστιβάλ Αθηνών που εντυπωσίασε πέρυσι κοινό και κριτική, για αυτό και βρήκε θέση και στον εφετινό προγραμμματισμό. Στις «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου», ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κουρτάκης δημιουργεί μια παράσταση πολυμέσων, με τον Αρη Σερβετάλη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, διατρέχοντας το πεζογραφικό έργο του κορυφαίου ιρλανδού δραματουργού Σάμιουελ Μπέκετ. Η ιδιαίτερη αυτή περφόρμανς, που αναζητεί συγγένειες και παραλληλίες με τη σύγχρονη Ελλάδα σε μια μεταιχμιακή και οριακή ισορροπία,περιγράφεται, ως συνθήκη, από τον εμπνευστή της με αυτά τα λόγια: «Ενας περφόρμερ, κλεισμένος στο εργαστήριό του, αποχωρισμένος από τον κόσμο, χρησιμοποιεί το σώμα του ως υλικό και πεδίο για πείραμα, μέχρι την οριστική διάλυση του Εαυτού και την εξάντληση των λέξεων, σε έναν χώρο στον οποίο προσπαθεί, διαρκώς και μάταια, να κατοικήσει· έναν μη τόπο».

Κύριε Σερβετάλη, σας αποκαλούν εδώ και χρόνια «μπεκετική φιγούρα». Εχετε καταλάβει γιατί; «Δεν έχω καταλάβει. Ολοι δεν είμαστε μπεκετικές φιγούρες; Αν απομονωθεί ένας άνθρωπος και κλειστεί στον εαυτό του και σκέφτεται το μέσα του, γίνεται μια μπεκετική φιγούρα. Ενας άνθρωπος που κάθεται σε μια γωνιά του σπιτιού του αναλογιζόμενος τη ζωή του είναι μια μπεκετική φιγούρα. Αυτή τη φωνή που ακούς μέσα στο κρανίο σου, τους διαλόγους που κάνεις με τον εαυτό σου, τα βρίσκουμε στα έργα του. Ο Μπέκετ είναι φοβερός στο να παρουσιάζει τον εσωτερικό μηχανισμό της ανθρώπινης εμπειρίας».

Αυτός ο μηχανισμός περιέχει ακόμα και το στοιχείο του γελοίου, στο οποίο συχνά ο συγγραφέας εστιάζει; «Η γελοιότητα είναι μέσα στο παιχνίδι. Κανονικότατα».
Υπάρχει κάποιος κίνδυνος στο να την αγνοήσουμε; «Υπάρχει ο κίνδυνος να πάρεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Από την άλλη, αν βλέπεις μόνο τη γελοιότητα τότε μπορεί να γίνεις απόλυτα κυνικός. Χρειάζεται να βρεις μια λεπτή ισορροπία».

Ο «Δον Κιχώτης», τον οποίο θα υποδυθείτε υπό τις οδηγίες της συζύγου σας και στενής συνεργάτιδάς σας Εφης Μπίρμπα ήταν και δική σας επιλογή; «Συνήθως κάθε παράσταση που κάνουμε φέρνει την επόμενη. Μέσα στον «Ριχάρδο Β'» δημιουργήθηκε η ανάγκη να κάνουμε τον «Δον Κιχώτη», διότι υπάρχουν πολλά κοινά στοιχεία στους δύο ήρωες, αλλά με άλλον τρόπο. Η ματαιότητα της καταξίωσης συνδέεται με τη ματαιότητα που υπάρχει στη διαδικασία της περιπέτειας, διότι ναι μεν έχει αξία το παιχνίδι αλλά στο τέλος υπάρχει και μια αίσθηση μάταιου. Στη συγκεκριμένη δουλειά είναι σαν να κλείνει ένας κύκλος που περικλείει όλη τη θεματική που αναπτύξαμε έως τώρα».

Τις περισσότερες φορές που έχει μεταφερθεί αυτό το έργο στο θέατρο προσεγγίζεται με φανφαρόνικη διάθεση, ένα χαρακτηριστικό που απουσιάζει ολοκληρωτικά από τις δουλειές της Rēs Ratio Network… «Οπως και οι περισσότερες παραστάσεις που έχουμε κάνει, έτσι κι αυτή βασίζεται σε πολλές εικόνες και σε μία δράση. Το σκηνικό είναι ένα περίεργο τοπίο παιχνιδιού, ό,τι συμβαίνει βασίζεται στη διάθεση να φανταστείς πράγματα. Μπορείς να παρασυρθείς ανεξέλεγκτα μέσα σε αυτό το πλαίσιο».

Φαινομενικά, ο Μπέκετ και ο Θερβάντες δεν θα μπορούσαν να απέχουν πιο πολύ. «Βλέπεις όμως ότι ουσιαστικά επικεντρώνονται στον άνθρωπο, ότι αυτούς τους δημιουργούς τούς συνδέει ένα κοινό νήμα. Στον Μπέκετ υπάρχει ένας κόσμος εσωτερικός και επικεντρωμένος εμμονικά στο ίδιο σημείο, με επαναλήψεις και περιστροφές και δίνες, από την άλλη ο Θερβάντες με τις φανταστικές περιπέτειες στις οποίες μπαίνει ο Δον Κιχώτης –εμμονικά και αυτός –προσπαθεί να αναπαραστήσει μια πραγματικότητα: πως η πίστη σε κάτι δίνει άλλο χρώμα και άλλον χαρακτήρα στα πράγματα. Ο Δον Κιχώτης μπαίνει στην περιπέτεια όπως τα παιδιά αρχίζουν το παιχνίδι. Ολοκληρωτικά».

Με ποιον χαρακτηρισμό του ήρωα του Θερβάντες συμφωνείτε πιο πολύ; Είναι ονειροπόλος ή φαντασιόπληκτος; «Εμένα η δική μου τοποθέτηση έχει να κάνει με τον άνθρωπο που παίζει, και η δραματουργία της παράστασης έτσι τον προσεγγίζει. Για μένα ο Δον Κιχώτης είναι ένας ιδεαλιστής που συνεχώς μπαίνει στη διαδικασία του παιχνιδιού, είναι ο ιππότης της πίστης και δείχνει πόσο σημαντικό είναι να πιστεύεις μέσα σε ένα παιχνίδι. Οι παίκτες που δεν πιστεύουν δεν μπορούν να αποδώσουν. Ο Δον Κιχώτης είναι ο κατ’ εξοχήν άνθρωπος που πιστεύει και δεν μένει σε αυτό, αλλά κινητοποιείται δραστικά, παλεύει. Κάποιος θα μπορούσε να τον θεωρεί τρελό, αλλά όποιος τον ζήσει από κοντά θα την αγαπήσει αυτή την τρέλα του –όπως συμβαίνει με τον Σάντσο Πάντσα, ο οποίος στην αρχή είναι πιο «λογικοκρατούμενος», αλλά προς το τέλος γίνεται χειρότερος και από τον Δον. Αυτό είναι πολύ εντυπωσιακό, το πώς η πίστη σε μεταμορφώνει και σου ανοίγονται δρόμοι που δεν έχεις φανταστεί».

Ζούμε σε μια εποχή που καταπιέζει τη φαντασία; «Δυστυχώς, γιατί είναι τόσες οι μέριμνες, τόσα πολλά τα ερεθίσματα στην καθημερινότητα που σε καταβάλλουν, σε αποστειρώνουν. Ειδικά στις μέρες μας, είναι πολύ δύσκολο να δώσεις προτεραιότητα στη φαντασία. Θέλει πίστη στο αδύνατο, στο μη εφικτό, και για να το κάνεις αυτό πρέπει να αποδομήσεις τη λογική σου. Η σημερινή κοινωνία χτίζει πάνω στη λογική και είναι δύσκολο να το αποτινάξεις αυτό. Ερχόμενος κοντά σε αυτόν τον ήρωα βλέπεις ωστόσο τη μαγεία του παιχνιδιού».

Η επιμονή σας για την πίστη στο αδύνατο έχει επηρεάσει και τις πολιτικές σας πεποιθήσεις; Θα μπορούσε να είναι και το σλόγκαν ενός κομμουνιστή αυτή η πίστη στο ανέφικτο. «Ο,τι πιστεύει κανείς για την πολιτική έρχεται ύστερα από μια πολύ προσωπική και επώδυνη διεργασία. Οπως έχουμε δει, ο κομμουνισμός είναι πολύ ωραίος στη θεωρία, πρακτικά όμως είναι ανέφικτος γιατί επικρατεί ο εγωισμός, το προσωπικό συμφέρον. Η εξουσία μεταμορφώνει τους ανθρώπους, τους αλλοιώνει, το έχουμε δει πολλές φορές να συμβαίνει αυτό, μόνο σε μια κοινωνία αγγέλων μπορώ να φανταστώ μια κατάσταση κοινοκτημοσύνης, μια συνθήκη όπου οι άνθρωποι θα μοιράζονται τα πάντα. Αυτό πιστεύω».

Από τότε που δηλώσατε ότι είστε πιστός χριστιανός το θέμα αυτό επανέρχεται συνεχώς σε κάθε συνέντευξή σας. Γιατί θεωρείτε ότι έχει συναρπάσει τον κόσμο αυτή η πληροφορία; «Δεν ξέρω, είναι κάτι αντίστοιχο με την μπεκετική φιγούρα που αναφέραμε πριν. Αν είχα πει ότι πιστεύω στο οξυγόνο που βγαίνει από τους αρμούς των πλακιδίων και αυτή η ενέργεια που υπάρχει στο πάτωμα με επηρεάζει, θα το καταλάβαινα να τους έχει κάνει εντύπωση, αλλά το να πεις ότι είσαι χριστιανός ορθόδοξος και πιστεύεις και στη λειτουργική διαδικασία της πίστης που είναι η παράδοσή μας, μου κάνει εντύπωση που φαίνεται τόσο ξένο. Δεν ξέρω γιατί προκαλεί τόσες απορίες».

Είναι μήπως ασύνηθες στον καλλιτεχνικό χώρο; «Ξέρω πολλούς ανθρώπους από τον χώρο του θεάτρου. Δεν είμαι μόνος μου».

Μπορεί να φταίει η εικόνα που είχατε όταν σας πρωτομάθαμε από το «Είσαι το ταίρι μου»; «Μπορεί. Ετσι κι αλλιώς η ζωή μου χωρίζεται σε προ Χριστού και μετά Χριστόν».

Με την Εφη Μπίρμπα τι σας κρατάει μαζί; Υπάρχει ομοφροσύνη; «Είναι πολύ σημαντικό αυτό, η κοινή πίστη σε κάτι είναι ο κοινός μας παρονομαστής, έχουμε τον ίδιο στόχο. Πηγαίνουμε προς την ίδια κατεύθυνση από παράλληλους δρόμους, δεν χρειάζεται να ταυτίζεται ο ένας με τον άλλον. Αυτό είναι βέβαια ένας καθημερινός αγώνας. Πέφτεις, ξανασηκώνεσαι, και πάλι από την αρχή. Είναι όμως σημαντικό να υπάρχει αυτή η κοινή πίστη».

Την τρέχουσα επικαιρότητα την παρακολουθείτε; «Μου αρέσουν πολύ οι τίτλοι των εφημερίδων. Στέκομαι στα περίπτερα και τους διαβάζω μανιωδώς, σε όλες ανεξαιρέτως τις εφημερίδες. Τα πάντα. Είναι φανταστικοί οι τίτλοι. Ενημερώνομαι έτσι, από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων».

Η κατάσταση του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου πώς σας φαίνεται; «Νομίζω ότι είναι καλλιτεχνικά και δημιουργικά σε πολύ καλό επίπεδο, υπάρχουν πολλές ομάδες που κάνουν αξιόλογες δουλειές, νέα παιδιά που δημιουργούν και το έργο τους έχει αξία. Αυτά που λείπουν είναι η οργάνωση και η παραγωγή, γιατί ό,τι κάνουμε το κάνουμε με προσωπικό αγώνα, με θυσίες. Κανονικά δεν γίνονται έτσι τα πράγματα».

Θα σκεφτόσασταν ποτέ να ζήσετε εκτός Ελλάδας; «Εμένα μου αρέσει εδώ. Μου αρέσει αυτός ο τόπος πολύ. Και τώρα που είχα πάει ένα ταξίδι στο εξωτερικό ένιωσα μεγάλη ανακούφιση όταν έφτασα πίσω. Θεωρώ ότι αν υπήρχε η πρόνοια θα ήταν ασύλληπτη η χώρα μας, αξιοζήλευτη για τον οποιοδήποτε: το φυσικό τοπίο, το κλίμα, το απίστευτο φως».

Και με τoν παραδοσιακό πολιτισμό μας έχετε καλή σχέση; «Μου αρέσουν πολύ τα παραδοσιακά όργανα, δεν παίζω, αλλά μου αρέσει πολύ να τα ακούω. Εχω επίσης αδυναμία στις απομακρυσμένες περιοχές, εκεί όπου οι καθημερινοί άνθρωποι φέρουν την παράδοση αυτούσια, χωρίς να λένε πολλά πράγματα, μόνο με το πώς στέκονται και πώς κινούνται. Αυτή η αμεσότητα που έχουν με αφήνει άναυδο. Το στοιχείο της ειλικρίνειας, που ήταν στοιχείο της ιδιοσυγκρασίας μας, φοβάμαι πως έχει διαστρεβλωθεί μέσα στα χρόνια».

Πώς φαντάζεστε τον εαυτό σας σε δέκα χρόνια από τώρα; «Α, δεν κάνω τέτοιες σκέψεις. Σε καμιά βδομάδα μπορεί να είμαι μέσα σε κάσα. Τα μελλοντικά σχέδια καλό είναι να υπάρχουν σαν διάθεση, αλλά προσπαθώ να περιορίζομαι στο άμεσο μέλλον».

Ετσι αντιμετωπίζετε και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα; «Εδώ μπαίνει το θέμα της πίστης και επειδή έχει εγκατασταθεί πλέον μέσα μου η προσπάθεια να καλλιεργηθεί η πίστη, αυτού του είδους τα ερωτήματα έχουν κατά κάποιον τρόπο βρει τον τόπο τους. Δεν προβληματίζομαι για το μετά, για τον θάνατο, για το νόημα της ζωής. Με ενδιαφέρει να εποπτεύω τον εαυτό μου σε αυτή την πορεία. Οταν αντιμετωπίζεις το πιο μεγάλο, παύουν τα μικρά να έχουν σημασία, και το πιο μεγάλο είναι ο εαυτός και πώς τον διαχειρίζεσαι».

Υπάρχει κάποια παρεξήγηση σχετικά με το πρόσωπό σας; «Μπορεί, αλλά κι εγώ δεν είμαι ο πιο εύκολος άνθρωπος. Δεν είμαι κοινωνικός, και αυτό μπορεί να δημιουργεί στους άλλους διάφορες σκέψεις άθελά μου, και ίσως είναι φυσιολογικό. Δεν είμαι πολύ καλός στις κοινωνικές επαφές, δεν είναι το καλό μου χαρτί αυτό. Εχω γνωρίσει ανθρώπους που τους βγαίνει πολύ φυσικά η κοινωνικότητα και είναι κάτι ζηλευτό. Μου αρέσει να το βλέπω αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Ετσι ήμουν πάντα. Δεν είμαι ο τύπος που θα πάει κάπου και θα τους γνωρίσει όλους, ξέρω τέτοιους ανθρώπους και πραγματικά είναι φοβερό αυτό».

Με τους φίλους σας κάνετε παρέα πολλά χρόνια; «Από το σχολείο, ναι. Διατηρούμε ακόμη επαφές, έχουμε κάνει κουμπαριές. Είναι σχέσεις που έχουν βαθύνει, έχουν εξελιχθεί πια σε συγγενικές, αδελφικές, πνευματικές».

Παιδιά θέλετε να κάνετε; «Προς το παρόν είμαι πνευματικός πατέρας, έχω δύο βαφτιστήρια, ξέρετε, είναι ωραία διαδικασία αυτή. Μερικοί λένε ότι χαίρεσαι καλύτερα τα παιδιά των άλλων. Βλέπω τους φίλους μου που μεγαλώνουν παιδιά και σκέφτομαι ότι είμαι φλώρος εντελώς μπροστά τους. Είναι ήρωες». l
v «Δον Κιχώτης, Βιβλίο 2ο, κεφ. 23ο»: Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, από 28 Ιουνίου έως 4 Ιουλίου.
v «Αποτυχημένες απόπειρες αιώρησης στο εργαστήριό μου»: Πειραιώς 260, Χώρος Δ, 1 έως 5 Ιουνίου.



* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 26 Μαϊου 2018.