από metereologos.gr
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018
 
 

Ο (καλός) σκοπός του Νικόλα Πιοβάνι

Λίγες ημέρες πριν από τη συναυλία του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ο διάσημος ιταλός συνθέτης μίλησε στο ΒΗΜΑgazino για το Οσκαρ του, για το πεπρωμένο και για τη συμβολική σημασία του Οδυσσέα
Ο (καλός) σκοπός του Νικόλα Πιοβάνι
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Μαθητής του Χατζιδάκι, συνεργάτης του Φελίνι και των αδελφών Ταβιάνι και κάτοχος ενός βραβείου Οσκαρ, ο ιταλός μουσικοσυνθέτης, πιανίστας και μαέστρος Νικόλα Πιοβάνι αποτελεί μια φιγούρα ιδιαίτερα αγαπητή στη χώρα μας χάρη στις μελωδίες του που υπογραμμίζουν πως «Η ζωή είναι ωραία». Την Ελλάδα την έχει επισκεφθεί πολλάκις στο παρελθόν και επίκειται άλλη μία εμφάνισή του στην Αθήνα, αφού μεθαύριο Τρίτη ο 71χρονος καλλιτέχνης θα συναντηθεί στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών με τον καταξιωμένο έλληνα πιανίστα και συνθέτη Στέφανο Κορκολή για μια συναυλία που θα ενισχύσει οικονομικά το Ιδρυμα Coeurs pour Tous Hellas - Καρδιές για Ολους, χάρη στη δράση του οποίου συγκεντρώνονται οι απαραίτητοι πόροι ώστε να χειρουργούνται άπορα και ανασφάλιστα παιδιά με συγγενείς ή επίκτητες καρδιοπάθειες.

Κύριε Πιοβάνι, ποια είναι η πιο ζωντανή ανάμνησή σας - που έχει σχέση με τη μουσική - από τα παιδικά σας χρόνια; «Η εικόνα του βουρκωμένου πατέρα μου μια μέρα που άκουγε από κάποιον δίσκο το ιντερλούδιο της "Καβαλερία Ρουστικάνα" του Πιέτρο Μασκάνι. Ο πατέρας μου δεν ήταν μουσικός, ούτε κάποιος καλλιεργημένος άνθρωπος, μόλις που ξεπερνούσε το όριο του αναλφαβητισμού. Ηταν συνηθισμένος σε μια πρακτική και ωμή θεώρηση της ζωής, δεν άφηνε περιθώριο στον συναισθηματισμό ή στην ποίηση. Εν τούτοις, αυτή η μουσική, την οποία είχε παίξει ως παιδί στην μπάντα με τα χάλκινα του μικρού χωριού του, είχε τη δύναμη να τον μεταφέρει σε ένα πεδίο αγνής ομορφιάς, αγνών αισθημάτων, αγνής συμπόνιας προς τους συνανθρώπους του».

Εφόσον δεν υπήρχε στο περιβάλλον σας καλλιτεχνική φλέβα, τη δική σας πορεία τι την καθόρισε; Το ταλέντο ή η αποφασιστικότητα; Πιστεύετε, αλήθεια, σε αυτό που λέμε «μοίρα»; «Η ειμαρμένη - το πεπρωμένο, τα άστρα, αποκαλέστε το όπως προτιμάτε - αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στη διαμόρφωση της διαδρομής κάθε ζωής. Υπάρχει μια δύναμη στη νομοτέλεια των πραγμάτων στην οποία είμαστε ανήμποροι να αντιταχθούμε. Εχουμε ωστόσο κι εμείς ένα όπλο, την ελεύθερη βούληση, τη σιγουριά στις πεποιθήσεις μας που τα άστρα δεν μπορούν να την αποδυναμώσουν».

Λένε πολλοί πως δεν υπάρχουν σήμερα σπουδαίες προσωπικότητες σαν τον Μάνο Χατζιδάκι ή τον Φεντερίκο Φελίνι, τους οποίους είχατε την τύχη να γνωρίσετε και με τους οποίους είχατε μάλιστα συνεργαστεί. Εσείς τι λέτε; «Η ζωή μου θα ήταν πολύ διαφορετική αν δεν είχα γνωρίσει τον Χατζιδάκι και τον Φελίνι. Το μυαλό μου θα ήταν πιο φτωχό, το όραμά μου για την τέχνη αλλιώτικο. Ξεκαθαρίζοντας αυτό, θα ήθελα να πω ότι σε όλες τις εποχές οι άνθρωποι τείνουν να δημιουργήσουν μια μυθολογία για το παρελθόν και το να απαξιώνεις το παρόν είναι ένα παραλυτικό καταφύγιο, μια αντίληψη που κάνει το δηλητήριο της νοσταλγίας ακόμα πιο ισχυρό».

Γράψατε πρόσφατα ένα έργο με τίτλο «Viaggi di Ulisse» («Ταξίδια του Οδυσσέα»). Τι σας γοήτευσε στον μυθικό αυτόν ήρωα; «Ο χαρακτήρας του Οδυσσέα είναι απροσμέτρητος, διαθέτει πάρα πολλές πλευρές. Μία από αυτές είναι η φιλοπεριέργειά του που τον ωθεί στα ταξίδια, στην αναζήτηση της γνώσης, στην ανάγκη να δει πέρα από τα δεδομένα όρια. Αποτελεί αρχέτυπο για πολλούς σύγχρονούς μας που αφιερώνουν τη ζωή τους στην παρατήρηση και στην εξερεύνηση του κόσμου και του Σύμπαντος, με τα μάτια καρφωμένα σε τηλεσκόπια, μικροσκόπια ή οθόνες, λύνοντας αλγόριθμους, μελετώντας την ύπαρξη ή μη των υποατομικών σωματιδίων και προσπαθώντας να ερμηνεύσουν ό,τι παραμένει ανεξήγητο. Και όλα αυτά για να αποκαλύψουν ακόμα ένα κομμάτι της αλήθειας. Υπάρχουν βεβαίως και εκείνοι που περνούν ημέρες και νύχτες ολόκληρες προκειμένου να προσαρμόσουν μια ομοιοκαταληξία, έτσι ώστε η επικοινωνία μέσω της ποίησης να γίνει πιο άμεση και μεστή, άλλοι πάλι παιδεύονται μέχρι να διαλέξουν τη σωστή λήψη, το χρώμα που ταιριάζει στον καμβά τους ή τη θέση του όμποε σε μια μουσική σύνθεση. Εν συντομία, ο Οδυσσέας είναι το πρότυπο όσων προτιμούν να υπερασπίζονται τα πιστεύω τους από το να μένουν αδρανείς μέσα στη βολή τους. Φυσικά, η ομορφιά της ιστορίας του μου έδωσε δύναμη και αντοχή για να δημιουργήσω».

Ποια εικόνα σάς έρχεται πρώτα στο μυαλό όταν ακούτε τη λέξη Ελλάδα; «Μια βραδιά στο Ηράκλειο της Κρήτης όπου είχα πάει ως προσκεκλημένος ενός φεστιβάλ. Βρέθηκα στις πρόβες του Αστορ Πιατσόλα και του Μάνου Χατζιδάκι. Το φεγγάρι που υψωνόταν στον ουρανό και η ευωδιά των λουλουδιών, γιασεμί μύριζε νομίζω, λάμπρυναν τη νύχτα και την καλλιτεχνική μου έκσταση. Θυμάμαι επίσης κάποιες φοιτητικές διαδηλώσεις στη Ρώμη της δεκαετίας του '70 ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών».

Αποτελεί η ενασχόληση με την τέχνη μια μορφή αντίστασης σε καιρούς ταραγμένους, όπως οι δικοί μας; «Νομίζω πως όλοι οι καιροί είναι ταραγμένοι: εποχή του Σοφοκλή, του Δάντη, του Σαίξπηρ, του Μπετόβεν, του Στραβίνσκι, του Χατζιδάκι... Κάθε γενιά θεωρεί πως υπήρξε στο παρελθόν μια περίοδος ήρεμη και ισορροπημένη. Σήμερα, όπως ανέκαθεν, η τέχνη μπορεί να πυροδοτήσει τη γνώση, μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το παράλογο αλλά και το αθέατο, αυτό που δεν εκφράζεται, που το βλέπουν οι ποιητές και όχι οι δοκιμιογράφοι».

Ποια είναι η στάση σας απέναντι στα βραβεία; Ηταν δύσκολο να ξαναγυρίσετε στην καθημερινότητά σας μετά το Οσκαρ που κερδίσατε για την ταινία «Η ζωή είναι ωραία»; «Τα βραβεία ικανοποιούν το ματαιόδοξο παγόνι που υπάρχει μέσα στον καθένα από εμάς. Μου αρέσει να με επιβραβεύουν, μου αρέσει να με χειροκροτούν όταν παραλαμβάνω κάποια διάκριση. Μετά προτιμώ να επιστρέφω στο σπίτι μου, να βάζω το αγαλματίδιο στο ντουλάπι και την επόμενη ημέρα να επιστρέφω κανονικά στη δουλειά μου. Απολαμβάνω τις βραβεύσεις, αλλά, ταυτοχρόνως, τις ξεχνάω».

Ποιος ήταν ο πιο δύστροπος σκηνοθέτης με τον οποίο χρειάστηκε να συνεργαστείτε; «Οι σκηνοθέτες που μου δυσκόλεψαν τη ζωή ήταν αυτοί με τους οποίους δεν συνεργάστηκα τελικά. Καταλαβαίνεις πολύ γρήγορα αν ένας σκηνοθέτης μπλοφάρει. Ολοι οι υπόλοιποι ήταν απλώς εξαιρετικοί».  

Ο θρυλικός ιταλός τραγουδοποιός Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ διαθέτει ένα ευάριθμο, πλην φανατικό κοινό στη χώρα μας. Τι θυμάστε από τη συνεργασία σας μαζί του; «Οταν δούλεψα μαζί του ήμουν πολύ νέος, μόλις 23 ετών. Δεν είχα καμία επίγνωση του τι γράφαμε, δεν θα μπορούσα καν να φανταστώ ότι θα μιλούσαμε για αυτό 50 χρόνια αργότερα. Εμαθα πολλά από τον Ντε Αντρέ, όχι τόσο από αυτά που έλεγε, αλλά από τη συμπεριφορά του, από την αφοσίωσή του στην τέχνη του τραγουδιού».

Σας συνδέει και κάτι ακόμα με την Ελλάδα εσχάτως, καθώς επίκειται μια δισκογραφική δουλειά, την οποία επιμελείται η Λίνα Νικολακοπούλου, με δικές σας μουσικές, δικούς της στίχους και ερμηνευτή τον νεαρό Θοδωρή Βουτσικάκη. «Ναι, το ξέρω και είμαι πολύ χαρούμενος. Οταν ακούω ένα τραγούδι τραγουδισμένο στα ελληνικά, γίνομαι πολύ συναισθηματικός, αλλά δεν μπορώ φυσικά να εκτιμήσω την ποιότητα των στίχων. Η εμπλοκή μιας σπουδαίας ποιήτριας αποτελεί εγγύηση. Θα συμβούλευα, αν μου δίνεται τώρα αυτή η δυνατότητα, την κυρία Νικολακοπούλου να δώσει προτεραιότητα στον ήχο των λέξεων, να τις ταιριάξει με τις μελωδίες χωρίς να ασχοληθεί με το πλαίσιο για το οποίο αυτές δημιουργήθηκαν». l

Nicola Piovani - Στέφανος Κορκολής: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, στις 13 Μαρτίου.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 11 Μαρτίου 2018.


ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Συνεντεύξεις περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.