«Δεν έρχεσαι από το σπίτι να πιούμε το καφεδάκι μας και να τα πούμε με την ησυχία μας;» μου πρότεινε από τηλεφώνου. Πήγα την ίδια ημέρα. Ηπιαμε το καφεδάκι μας ξεφυλλίζοντας το κείμενο του «Προς Ελευσίνα», του θεατρικού έργου του Παύλου Μάτεσι με το οποίο η Μαρία Καβογιάννη επιστρέφει στο Θέατρο Τέχνης, 31 χρόνια αφότου αποφοίτησε από τη σχολή του –η πρεμιέρα προγραμματίζεται στα τέλη Νοεμβρίου, ενώ τη σκηνοθεσία υπογράφει η Ηλέκτρα Ελληνικιώτη.
Μου μίλησε με συγκίνηση για τον ρόλο της μάνας που πεθαίνει (το έργο είναι εμπνευσμένο από το μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Φόκνερ «Καθώς ψυχορραγώ») δίνοντας με την αποχώρησή της την αφορμή για ένα γεμάτο συμβολισμούς ταξίδι στις ψυχές των ανθρώπων, στα μυστήρια του θανάτου και στο θαύμα της ζωής. Μου μίλησε και για τη δεύτερη θεατρική πρόκληση που την περιμένει τους επόμενους μήνες, την εμφάνισή της μαζί με τη φίλη και συνάδελφό της Καίτη Κωνσταντίνου στη θεατρική εκδοχή του θρίλερ του Ανρί-Ζορζ Κλουζό «Διαβολογυναίκες» –στον κινηματογράφο τις ερμήνευσαν η Σιμόν Σινιορέ και η Βέρα Κλουζό.
Η κουβέντα πέρασε και από άλλα θέματα, πάντοτε όμως, με έναν τρόπο μαγικό, κατέληγε στο θέατρο, με την ηθοποιό, που δεν αγαπάει τις συνεντεύξεις, να καταφέρνει, χάρη στην αμεσότητα και στη ζεστασιά της, να μετατρέψει μία ακόμα συνέντευξη σε κουβέντα ανάμεσα σε φίλους και να δηλώνει γελώντας: «Καλέ, εγώ δεν ήμουν έτσι κοινωνική, μεγαλώνοντας το έπαθα!».
Οσο κοινωνική και αν γίνατε, δεν μου δίνετε (και αυτή είναι μια προσωπική, μπορεί και αυθαίρετη, εκτίμηση) την αίσθηση ανθρώπου που αισθάνεται άνετα με την έκθεση έξω από τη θεατρική σκηνή. «Οχι, δεν νιώθω καθόλου άνετα! Οπως και με τις συνεντεύξεις. Σαν να ντρέπομαι, ένα πράγμα».
Και καλά, εμένα καλείστε να με ανεχθείτε στο πλαίσιο της προώθησης της δουλειάς σας, στον δρόμο όμως πώς διαχειρίζεστε εκείνον που θα έρθει να σας μιλήσει; «Σε αυτό δεν έχω θέμα. Εδώ εκδηλώνεται η κοινωνικότητά μου. Τώρα δεν τον φοβάμαι τον κόσμο, γιατί παλαιότερα τον φοβόμουν».
Πώς τον ξεφοβηθήκατε; «Μέσα από το θεατρικό παιχνίδι έκανα ψυχοθεραπεία. Ημουν ένα πολύ κλειστό παιδί, ένα σχεδόν φοβισμένο κορίτσι. Τις πρώτες συνεντεύξεις μου δεν θέλω να τις θυμάμαι. Πάθαινα πανικό. Ντρεπόμουν φρικτά. Δεν ήξερα τι να πω. Οταν βρέθηκα μέσα σε μια ομάδα που εργαζόταν με κοινό στόχο, αισθάνθηκα καλύτερα, άρχισα να αλλάζω. Η ομάδα σε καλύπτει, ή έτσι νόμιζα εγώ. Ημουν με άλλους, δεν ήμουν μόνη. Κάπως έτσι το διαχειρίστηκα, και ιδού, έγινε! Φοβάμαι δε πως έφτασα στο άλλο άκρο και έγινα υπερκοινωνική».
Οσο και αν το θέατρο είναι ομαδικό παιχνίδι, υποθέτω πως όταν ξεκινάς να προσεγγίζεις έναν μεγάλο ρόλο υπάρχει μοναξιά. «Πρέπει να κοιτάξεις και μέσα σου…».
Πώς μελετάτε; Διαβάζετε, ας πούμε, αναλύσεις σχετικές με το έργο και με τον ρόλο σας; «Διαβάζω, αν και καμιά φορά οι αναλύσεις ξεπερνούν ακόμα και αυτό που είχε στο κεφάλι του ο ίδιος ο συγγραφέας. Το διαστρεβλώνουν».

Μπορεί δηλαδή να αποπροσανατολίσουν τον ηθοποιό; «Ναι. Η ανάγνωση ενός κειμένου είναι πολύ προσωπική υπόθεση. Συχνά, ειδικά στις περιπτώσεις κειμένων με ξεχωριστή αξία και ποιότητα, αλλιώς το αντιλαμβάνεται ο ένας, αλλιώς το αντιλαμβάνεται ο άλλος… Ως ηθοποιός καλούμαι να «ζωντανέψω» εκείνο που εγώ κατάλαβα. Μελετώ, αλλά λειτουργώ κυρίως με το ένστικτο».

Τι λέει το ένστικτό σας για το «Προς Ελευσίνα»; «Πως είναι σκέτη ποίηση. Είναι ένα έργο δύσκολο, αλληγορικό, γι’ αυτό διαβάζω ό,τι σχετικό βρω, προσπαθώ να κάνω κι εγώ την ανάλυσή μου. Από εκεί και πέρα, όπως σε κάθε συνεργασία μου, είμαι στη διάθεση του σκηνοθέτη μου».
Αν υποθέσουμε πως ο σκηνοθέτης σας έχει άλλη εικόνα από αυτήν που έχετε εσείς σχηματίσει, τι κάνετε; «Τον ακούω πάντα. Ευτυχώς στις μέχρι σήμερα δουλειές μου υπήρξε σύμπνοια. Ούτως ή άλλως, δεν μπορείς να συμμετέχεις σε μια παράσταση και να έχεις τόσο διαφορετικά γούστα από τον σκηνοθέτη, συναντηθήκατε και συνεργάζεστε επειδή σε μεγάλο βαθμό συμφωνείτε. Επομένως προσπαθώ να υπηρετήσω το όραμά του, αλλά και από τη μεριά τη δική μου βάζω στο τραπέζι πράγματα που εγώ έχω καταλάβει και πάνω σε αυτά γίνεται μια συνεργασία».
Αυτή τη φορά η συνεργασία σάς φέρνει πίσω στο Θέατρο Τέχνης, όπου υπήρξατε μαθήτρια. Θα πρέπει να είναι συγκινητική η επιστροφή… «Πολύ! Το Θέατρο της οδού Φρυνίχου (εκεί θα παίζουμε) όταν ήμασταν στο δεύτερο έτος της σχολής είχε μόλις χτιστεί. Θυμάμαι εκείνη την εποχή τον ενθουσιασμό μας, τις εξετάσεις που είχαμε δώσει μπροστά στον Κάρολο Κουν –ήμασταν η τελευταία τάξη του. Εχω συνδέσει αυτό το θέατρο με τα νιάτα μου αλλά και με ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια. Εβλεπα τώρα στις πρόβες τη φωτογραφία του Κουν, θυμόμουν τον Λαζάνη και τον Κουγιουμτζή… Εφυγαν όλοι».
Γίνατε δημοφιλής κυρίως από κωμωδίες, επιστρέφετε με δράμα. «Δραματικούς ρόλους έπαιζα όταν ήμουν μαθήτρια. Η κωμωδία ήρθε τυχαία, δεν ήταν στο πρόγραμμα».
Τα τελευταία χρόνια όμως κωμωδία και δράμα εναλλάσσονται στην καριέρα σας. Είναι τυχαίο ή επιδιώκετε την ποικιλία; «Είναι εντελώς τυχαίο. Εξαρτάται από το τι μου προτείνουν κάθε φορά, αν θα είναι καλή κωμωδία ή καλό δράμα. Βάζω και στα δύο τα δυνατά μου. Δεν έχω το κόμπλεξ να δείξω ότι μπορώ να είμαι και καλή δραματική ηθοποιός. Στην πραγματικότητα δεν θέλω να αποδείξω απολύτως τίποτα, γιατί πιστεύω πως αυτά τα δύο είδη έχουν απόλυτη συνάφεια και συνοχή».
Ποιο από τα δύο θεωρείτε πως είναι πιο δύσκολο; «Εξαρτάται από το πόσο απαιτητικό είναι το κάθε έργο. Πάντως, σε γενικές γραμμές, θεωρώ πως η κωμωδία είναι πιο δύσκολη από το δράμα».
Και εσείς; Νομίζω πως όλοι οι ηθοποιοί φοβούνται περισσότερο την κωμωδία… «Ακούγεται περίεργο, ε; Είναι πιο δύσκολο να κάνεις τον άλλο να γελάσει παρά να κλάψει. Το δράμα το έχουμε μέσα μας, μπορούμε πιο εύκολα να το «εξωτερικεύσουμε». Αρκεί να έχεις μέτρο και να είσαι όσο γίνεται πιο αληθινός. Μπαίνεις πιο εύκολα στη συγκίνηση, δημιουργείται μια ατμόσφαιρα που σε παρασύρει και εσένα και το κοινό. Η κωμωδία είναι πιο γυμνή. Ζητάει από τον ηθοποιό ακόμα πιο βαθιά συναισθηματική αλήθεια».
Πόσο εύκολα μπορεί ένας ηθοποιός να διασωθεί από μια κακή παράσταση; «Σε γενικές γραμμές, δεν μπορεί να υπάρξει κανένας μόνος του και να είναι καλός. Το θέατρο είναι ομαδικό παιχνίδι. Παίζουμε με τον άλλον επί ίσοις όροις, έχουμε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας, μοιραζόμαστε την προσπάθεια και την εμπειρία. Αλλιώς ποιος ο λόγος; Για να βγαίνω εγώ μπροστά στολισμένη και απαστράπτουσα και να λέω τι καλή που είμαι;».
Δεν το έχει και αυτό ανάγκη ο άνθρωπος; Να ξεχωρίζει; «Το έχει. Και στο σινάφι μας περισσότερο, γιατί έχει πιο έντονο ναρκισσισμό ο ηθοποιός. Ομως, και ποιος δεν τον έχει αυτόν τον ναρκισσισμό; Υπήρξα δασκάλα, τον έχω διαγνώσει και σε μικρά παιδιά. Παρατήρησα την ανάγκη τους να επιβληθούν, να γίνουν αρχηγοί. Κάποιοι έχουν τα προσόντα. Οχι όλοι».
Εσείς ονειρευτήκατε ποτέ να γίνετε αρχηγός; «Ποτέ! Ποτέ στη ζωή μου. Μου αρέσει να ακολουθώ αλλά και να συνεργάζομαι. Οχι δηλαδή να υπακούω τυφλά και τα πράγματα να γίνονται ερήμην μου, θέλω να έχω άποψη και να μπορώ να την καταθέτω. Θεωρώ πως η συζήτηση είναι απαραίτητη, όμως θέλω να έχω εκείνον που θα με οδηγεί, θέλω τον αρχηγό μου, το λέω!».
Ποιος ήταν ο πιο δύσκολος ρόλος σας ως τώρα; «Οταν ξεκίνησα να κάνω δράμα, το πρώτο-πρώτο δράμα που έκανα ήταν στην τηλεόραση, στον Πάνο Κοκκινόπουλο. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Φοβόμουν πάρα πολύ! Στην κωμωδία είσαι πιο εξωστρεφής, αυτό το ήξερα, το είχα, μπορούσα να το διαχειριστώ. Στο δράμα έχεις άλλους κώδικες για να το επικοινωνήσεις, τους οποίους δεν είχα ξαναδοκιμάσει. Είχα προσπαθήσει πάρα πολύ τότε. Παρότι, όπως σας είπα, στη σχολή έκανα πάντα δραματικούς ρόλους, επειδή είχαν μεσολαβήσει αρκετά χρόνια κωμωδίας με δυσκόλεψε η μετάβαση. Πάντως, με την εμπειρία που έχω αποκομίσει, πιστεύω πως οι κωμικοί ηθοποιοί μπορούν να μεταπηδήσουν στο δράμα πιο εύκολα από όσο μπορούν οι δραματικοί ηθοποιοί να μεταπηδήσουν στην κωμωδία».
Από τους κωμικούς ηθοποιούς ζητάει το κοινό κάτι που δεν ζητάει από τους δραματικούς, να το διασκεδάζουν συνέχεια. «Εχετε απόλυτο δίκιο! Και εμένα με σταματούν στον δρόμο και μου λένε: «Κάνε μας κάτι να γελάσουμε»».
Πώς αντιδράτε; «Πώς να αντιδράσω; Γελάω κι εγώ. Με εμάς που έχουμε κάνει
κωμωδία οι άνθρωποι έχουν μεγάλη οικειότητα. Θα σε αρπάξουν, θα σε φιλήσουν, θα σου πουν «κοριτσάκι μου»…».
Δεν μπορεί αυτό να γίνει κουραστικό; «Υπάρχουν αντιδράσεις τόσο συγκινητικές που δεν μπορείτε να τις φανταστείτε! Μια γυναίκα με σταμάτησε για να μου πει πως την περίοδο που ήταν πολύ άρρωστη ξέδινε βλέποντας μια κωμική σειρά όπου έπαιζα. Για να είμαι ειλικρινής, έρχονται και στιγμές που λες: «Ουφ, δεν αντέχω, δεν θέλω πολλά-πολλά τώρα». Οπως το σκέφτομαι, έτσι το διώχνω. Ο ηθοποιός δεν επιτρέπεται να είναι απόμακρος. Πρέπει να είναι προσηνής για όλους, γιατί σε όλους απευθύνεται».
Σας αρέσει να βλέπετε τον εαυτό σας στην τηλεόραση; «Με βαριέμαι. Ειδικά μέσα από αυτές τις επαναλήψεις που δεν λένε να σταματήσουν».
Και όμως, με επαναλήψεις, όπως με τα «Εγκλήματα», εξακολουθούμε να γελάμε. «Εσείς γελάτε, εμένα όμως ο κόσμος άρχισε ξανά να με αντιμετωπίζει στον δρόμο ως Κορίνα. Είκοσι χρόνια μετά. Για όνομα!».
Πληρώνεστε για αυτές τις επαναλήψεις; «Καλέ, γελοία ποσά! Ντρέπομαι και να σας τα πω. Τίποτα!».
Οι ηθοποιοί ζήσατε έντονα την κρίση. Εχουν μειωθεί πολύ οι απολαβές σας; «Εχουν μειωθεί πολύ οι απολαβές όλων μας. Τι να λέμε για την τηλεόραση, τα πράγματα όμως είναι δύσκολα και στο θέατρο. Πολλοί συνάδελφοι δουλεύουν απλήρωτοι. Για να υπάρχουν, για να μην τους ξεχάσει ο κόσμος. Είναι πλέον ένα προσωπικό στοίχημα το να καταφέρεις να κάνεις μια παράσταση, είτε για την ψυχή σου, είτε επειδή είναι αυτή η δουλειά σου».

Σε θεατρική σχολή θα διδάσκατε; «Το δοκίμασα λίγο στη Θεσσαλονίκη, και ναι, κάποια στιγμή θα ήθελα να το κάνω. Υπάρχει ακόμη μέσα μου η δασκάλα».
Υπάρχουν ρόλοι που θα θέλατε να παίξετε και θεωρείτε πως με το πέρασμα του χρόνου τούς χάσατε; «Πέρασαν, έφυγαν, δεν τους ξέρω, δεν με ενδιαφέρουν… Δεν κάνω πολλά-πολλά σχέδια. Συνήθως όταν μαθαίνω τον ρόλο μου, τότε αρχίζω να καταλαβαίνω πόσο μου αρέσει, πόσο το ένα, πόσο το άλλο. Η διαδικασία είναι απρόοπτη».
Μα πραγματικά δεν ονειρεύεστε κάποιους ρόλους; «Δεν κάνω τέτοια όνειρα. Μόνο αν διαβάσω ένα μυθιστόρημα μπορεί να ονειρευτώ έναν ρόλο, μια ηρωίδα που συνήθως δεν είναι θεατρική».
Επιθεώρηση θα κάνατε σήμερα; «Οχι! Νομίζω πως η επιθεώρηση τελείωσε. Παλιά, μπορεί και να έκανα. Τώρα η πραγματικότητα είναι επιθεώρηση του χειρίστου είδους. Πώς να διακωμωδήσεις όλα αυτά τα τραγικά που συμβαίνουν στις ζωές μας;».
Πόσο σας επηρεάζουν αυτά τα τραγικά; «Προσπαθώ όσο μπορώ να μην μπαίνω μέσα σε όλη αυτή τη δυστυχία, εννοώ να μη γυρίζει διαρκώς το μυαλό μου στο κακό. Γράφει ο Μάτεσις στο έργο: «…αφού ο ρόλος του ανθρώπου θέλει τόση δυστυχία, σκέφτηκα μήπως να γινόμουνα δέντρο; Ή πουλί;». Καλύτερα να βλέπεις τη θετική πλευρά των πραγμάτων, γιατί είναι λίγη η ευτυχία σε αυτόν τον κόσμο».
Θα λέγατε πως είστε ένας αισιόδοξος άνθρωπος; «Προσπαθώ να είμαι αισιόδοξη. Τώρα από καταθλίψεις… μπόλικες. Εχω περάσει πολλά πάνω-κάτω. Για την ακρίβεια, έχω τα πολύ κάτω μου αλλά και τα πολύ πάνω μου! Νομίζω πως αυτό το παθαίνουν όλοι οι καλλιτέχνες. Φταίει ίσως η ζωή μας, που δεν έχει πρόγραμμα. Δεν πηγαίνεις, π.χ., καθημερινά σε ένα γραφείο, δεν μπαίνεις σε μια σειρά. Πορεύεσαι γενικώς και αορίστως, μπορεί να βρεθείς στην κορυφή και αμέσως μετά στον άσο. Ολο αυτό δημιουργεί μιαν αναστάτωση που δεν μπορεί να μην επιδράσει στην ψυχοσύνθεσή σου. Προσπαθείς την ίδια στιγμή να είσαι δημιουργικός και δραστήριος, δηλαδή να διατηρήσεις μια πλευρά της παιδικότητάς σου. Είναι και αυτό απαραίτητο για να αντέξεις. Ζεις διαρκώς μια περιπέτεια και, όπως όλες οι περιπέτειες, όσο ευχάριστη και αν είναι, σου δημιουργεί ανασφάλειες».
Για την πολιτική αποφεύγετε, νομίζω, να μιλάτε.«Και τι να πω; Ακούω τους άλλους. Δεν χρειάζεται να μιλάμε όλοι».
Είστε απογοητευμένη; «Δεν μου αρέσει η λέξη «απογοήτευση». Θέλω να σκέφτομαι θετικά, γιατί αλλιώς πρέπει να πάρω τη βαλιτσούλα μου και να φύγω από τη χώρα. Πρέπει όμως και να επιβιώσουμε. Γι’ αυτό, μέσα σε αυτό το χάος που ζούμε, και ενώ ακόμη αγωνιζόμαστε αλλά και βασανιζόμαστε, πρέπει να αναζητάμε πάντα το καλό, το θετικό. Είναι άμυνα».
Θέατρο, κινηματογράφος ή τηλεόραση; Ας πούμε πως πρέπει να επιλέξετε. «Στην τηλεόραση έχω περάσει ωραίες στιγμές, το πιο δύσκολο από όλα για εμένα είναι το θέατρο, το είδος όμως που με μαγεύει είναι ο κινηματογράφος!».
Δεν είναι περίεργο να κάνεις κάτι και να μην ξέρεις πώς θα βγει; Αυτό συμβαίνει στον κινηματογράφο. Παίζεις διάφορες (όχι με τη σωστή χρονική σειρά) σκηνές και δεν ξέρεις στο τέλος πώς θα είσαι, γιατί εξαρτάσαι από τον σκηνοθέτη, τον μοντέρ… «Δεν είναι απλώς περίεργο, είναι τρομακτικό. Αλλά πρέπει να έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στον σκηνοθέτη σου. Μόλις αποκτήσω εμπιστοσύνη, αφήνομαι».
Εμπιστεύεστε εύκολα τους συνεργάτες σας; «Οχι! (γελάει) Αλλά το έχω ανάγκη».
Μπορείτε να φανταστείτε τον εαυτό σας να μην εργάζεται; «Με φαντάζομαι να ζω μόνιμα στο χωριό, στο Πήλιο, να κάθομαι με τους φίλους μου και να περνώ ωραία. Και στη δουλειά του ηθοποιού έρχεται η στιγμή να αποχωρήσεις. Λόγω ηλικίας, λόγω αντοχών, επειδή έρχονται οι νέοι ηθοποιοί… Νομίζω πως πρέπει να έχεις θωρακίσει τη ζωή σου με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορείς να επιβιώσεις και χωρίς τη δουλειά. Να μπορείς να ασχοληθείς και με άλλα».
Ποια είναι αυτά τα άλλα εκτός από την ήσυχη οικογενειακή ζωή και τους φίλους; «Θα μπορούσα, π.χ., να ασχοληθώ με τη ζωγραφική».
Τυχαία την αναφέρατε; «Οχι. Ζωγράφιζε η μαμά μου, ήταν ζωγράφος, είχε πάει και στην Καλών Τεχνών. Και εγώ ζωγράφος ήθελα να γίνω και όχι ηθοποιός. Ηθοποιός, όπως έχω ξαναπεί, έγινα τυχαία».
Πιστεύετε πολύ στον παράγοντα τύχη; «Πώς να μην πιστεύω, όλα τυχαία γίνονται στη ζωή μου».
Αν κρίνω όμως από την εξέλιξη που είχε η καριέρα σας, στα επαγγελματικά τουλάχιστον, με έναν τρόπο τα φέρνετε εκεί που θέλετε. «Ναι καλέ, κάτι κάνω! Κάτι γίνεται. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω από πού! Κάτι μαγικό! (γελάει)».
Ποια είναι η σχέση σας με τον χρόνο; «Φοβάμαι την ανημπόρια. Οταν δεν μπορείς να κάνεις αυτά που θέλεις. Τη φθορά δεν την αντέχω, όχι τη φθορά της εικόνας αλλά του σώματος. Τι να λέμε… Καλύτερα να φεύγουμε όρθιοι παρά σε ένα κρεβάτι. Κατά τα άλλα, με απασχολεί – δεν με απασχολεί, χρόνος είναι, θα περάσει. Να έχουμε την υγεία μας, να είναι καλά το παιδί μου…».
Συμβαίνει συχνά με τα παιδιά των ηθοποιών. Η κόρη σας φλερτάρει με το θέατρο; «Οχι, δεν θέλει να γίνει ηθοποιός».
Αν ήθελε, θα την ενθαρρύνατε; «Φυσικά! Γιατί όχι; Ως γονείς βοηθάμε έναν άνθρωπο να μεγαλώσει. Από εκεί και πέρα είναι αυτόνομος, ελεύθερος να κάνει αυτά που ονειρεύεται. Δεν είμαι παρεμβατική, της παραχωρώ ελευθερίες. Θα της πω βεβαίως δυο-τρία πράγματα από την εμπειρία μου, οι αποφάσεις όμως είναι δικές της. Οπως οι αποφάσεις στη ζωή μου ήταν όλες δικές μου». l
«Προς Ελευσίνα»: Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν (Φρυνίχου 14, Πλάκα), από τις 20 Νοεμβρίου, κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 28 Οκτωβρίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ