Είναι σίγουρο πως ό,τι και να κυκλοφορούσε σήμερα, αυτήν την κάπως άγονη εποχή, με την υπογραφή του Σταύρου Ξαρχάκου θα μας αφορούσε. Αποτελεί λοιπόν μεγάλο ευτύχημα το γεγονός πως ο κύκλος τραγουδιών «7 Ελεγείες και Σάτιρες» (έχει εκδοθεί από τη Μικρή Αρκτο), επτά τραγούδια για τα οποία έχει γράψει τη μουσική και τα ερμηνεύει ο ίδιος, είναι ένα αριστούργημα, ένας δίσκος που δεν προσπαθεί να κεντρίσει την προσοχή του ακροατή με φτηνά κόλπα και εντυπωσιασμούς, αλλά επενδύει στη λιτότητα της έκφρασης, με μόνα όπλα το πιάνο και μια φωνή, μόνο που όλα τα υψηλού επιπέδου υλικά, οι στίχοι (Μάνος Ελευθερίου, Θοδωρής Γκόνης, Λίνα Νικολακοπούλου), η μουσική, το παίξιμο και οι ερμηνείες βρίσκονται σε αριστοτεχνική σύμπνοια.
Κατάφερε δηλαδή αυτός ο 78χρονος έφηβος, με το βαθύ, σπινθηροβόλο βλέμμα, να εκφράσει μέσα από αυτό το έργο «τον εσωτερικό του χώρο και τον εσωτερικό του χρόνο», για να χρησιμοποιήσουμε μια δική του έκφραση. Είπαμε διάφορα σχετικά με την προετοιμασία του δίσκου που δεν χώρεσαν τελικά στην παρούσα συνέντευξη, για τον ενθουσιασμό της συζύγου του, Ηρώς Σαΐα (συμμετέχει μάλιστα σε το κομμάτι «Επί της Κατεχάκη» –αγγελική η φωνή της), όταν πρωτοάκουσε το υλικό, για την καθοριστική συμβολή του ραδιοφωνικού παραγωγού Ξενοφώντα Ραράκου, ο οποίος και επέμεινε σθεναρά να τραγουδήσει ο ίδιος ο συνθέτης τα τραγούδια, αλλά και για την πλάκα που έκανε ο Ξαρχάκος στον στιχουργό Θοδωρή Γκόνη όταν τον πήρε τηλέφωνο και του ανακοίνωσε ότι θα βρέθηκε ένας εξαιρετικός, νέος τραγουδιστής για την ερμηνεία, εννοώντας τον εαυτό του. Τα υπόλοιπα, αλλά και πολύ περισσότερα, θα τα διαβάσετε στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Κύριε Ξαρχάκο, είχατε αυτά τα τραγούδια στο συρτάρι ή τα γράψατε πρόσφατα; «Είχα να εργαστώ πάνω σε έναν κύκλο τραγουδιών αρκετά χρόνια. Οφείλω να ομολογήσω ότι ο λόγος δεν ήταν η τεμπελιά. Επηρεάζει πάρα πολύ έναν καλλιτέχνη η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αλλά και διάφορα προσωπικά ζητήματα, εκτός αν θεωρεί τον εαυτό του ένα προϊόν που πρέπει να βρίσκεται στην αγορά. Η Ηρώ, με την επιμονή και την υπομονή της, μου έδωσε κίνητρο. Αν παρακολουθήσει κανείς την εργασία μου τόσα χρόνια, θα καταλάβει ότι προέρχεται κυρίως από το θέατρο και τον κινηματογράφο, είναι πολύ λίγες οι στιγμές που έχω γράψει με άλλες αφορμές. H Ηρώ, ωστόσο, δεν δεχόταν ως δικαιολογία το ότι δεν υπήρχε κάποια παράσταση ή ταινία για να δημιουργήσω. Μου ξύπνησε κάτι που ίσως κοιμόταν. Τα κείμενα αυτά τα είχα αρκετά χρόνια. Η Λίνα Νικολακοπούλου με ξέρει και δεν είχε μεγάλες προσδοκίες. Ο Θοδωρής Γκόνης ήταν καινούργιος στην παρέα. Ο Μάνος Ελευθερίου τραβούσε βέβαια τα μαλλιά του που δεν προχωρούσαμε, αν και πίστευε ότι δεν θα μπορούσαν να μελοποιηθούν, διότι είναι δύσκολα τραγούδια, δεν είναι του συρμού. Κάποια στιγμή το αποφάσισα, ανέβηκα στο στούντιό μου και άρχισα να γράφω. Επρεπε πρώτα βέβαια να καθίσω και να διαβάσω, διότι ορισμένα κείμενα πρέπει κανείς να τα αποκωδικοποιεί. Βλέπετε πως τα χαρακτηρίζω, κείμενα, δεν τα λέω στίχους. Καμιά φορά χρειάζεται να δεις πρώτα ανάμεσα στις στίξεις, να δεις κάτω από τις λέξεις. Μετά άρχισε η περιπέτεια του λευκού πενταγράμμου. Αυτή είναι μια περιπέτεια εφιαλτική, να πρέπει αυτές τις πέντε γραμμές να τις γεμίσεις με χελιδόνια, διότι, όπως κάθονται τα χελιδόνια πάνω στα σύρματα, έτσι κάθονται και οι νότες στην παρτιτούρα».
Πώς αποφασίσατε να τα ερμηνεύσετε εσείς ο ίδιος; «Κοιτάξτε, αυτά δεν είναι τραγούδια, έχουν κάποιο ειδικό βάρος όσον αφορά το κείμενό τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο έχουν μελοποιηθεί, και θέλουν μια ειδική αντιμετώπιση στην ερμηνεία τους. Αν βάλεις έναν τραγουδιστή να τα πει, δεν θα τα καταφέρει. Η μέγιστη επιδίωξη ενός καλλιτέχνη είναι να μπορεί να εκφράσει μέσα από το έργο του τον εσωτερικό χώρο του και τον εσωτερικό χρόνο του. Εάν μπορέσει να το επιτύχει αυτό, θα έχει ένα έργο που είναι άχρονο και αληθινό. Σκεπτόμενος όλα αυτά, αποφάσισα να καθίσω να τα πω κουτσά στραβά, όπως εγώ τα αισθάνομαι. Και εδώ το πιάνο δεν συνοδεύει, συνομιλεί. Είναι μεγάλη και δύσκολη τεχνική αυτή, τη συναντάμε και στα Lieder (σ.σ.: τα κλασικά, γερμανικά τραγούδια του 19ου αιώνα), υπάρχει ανταλλαγή φράσεων, δυναμικών, πολλά πράγματα που συμβαίνουν μεταξύ της φωνής και του πιάνου. Ο Νεοκλής Νεοφυτίδης είναι ένας απίστευτα ταλαντούχος μουσικός, με πολλές γνώσεις, όχι μόνο μουσικές, γι’ αυτό και μπορούμε να συνεννοούμαστε. Ετσι όπως τα αντιμετώπισα, δεν μου έκανε κανένα κέφι να τα ενορχηστρώσω, ήθελα να είναι απέριττα, να ακουστεί ο λόγος όπως πρέπει». Νομίζω πως εκείνο που συγκινεί τον ακροατή είναι αυτή ακριβώς η επιλογή. «Ελπίζω να συγκινηθούν πρώτα τα αφτιά, γιατί τα αφτιά μας έχουν ταλαιπωρηθεί άσχημα τα τελευταία χρόνια και φοβάμαι πως θα συνεχίσουν να ταλαιπωρούνται. Οπως έλεγε και ο Σεφέρης: «Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά σιγά βουλιάζει και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της»».

Mου αναφέρετε τον Σεφέρη, αλλά κλείνετε το μάτι στον Κώστα Καρυωτάκη με τον τίτλο που επιλέξατε για αυτόν τον κύκλο τραγουδιών. «Μα υπάρχει το τραγούδι του Γκόνη, το «Επί της Κατεχάκη», που αναφέρεται στον Καρυωτάκη και την Πολυδούρη. Αφορμή ήταν ο στίχος «οι ελεγείες οι σάτιρες», δεν νομίζετε όμως ότι βρισκόμαστε σε μια εποχή που προσομοιάζει με την εποχή του Καρυωτάκη; Υπάρχουν διαφορές ποιοτικές, αλλά κατά τα άλλα νομίζω περνάμε μια τέτοια εποχή, γι’ αυτό και δανείστηκα τον τίτλο».
Στο σημείωμα του δίσκου αναφέρεστε στο δικό μας «Τσερνόμπιλ» που συνέβη πριν από κάποια χρόνια και στη μετάλλαξη του πολιτισμικού ιστού της χώρας. Πότε θεωρείτε ότι έγινε το ατύχημα; «Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σας πω».
Γιατί; «Εάν το αποκωδικοποιήσετε, θα καταλάβετε ποιο ήταν το «Τσερνόμπιλ» και σε ποια μετάλλαξη αναφέρομαι, διότι αυτήν τη στιγμή ζούμε την εποχή των επιγόνων της μετάλλαξης. Δεν είναι τυχαίο που λέω ότι ο Παπανδρέου πέθανε, ο Βαμβακάρης ζει».
Στο ίδιο κείμενο αναφέρεστε στην εξουσία ως μια επικίνδυνη ουτοπία. «Περί ουτοπίας πρόκειται. Και είναι επικίνδυνη διότι, αν πέσει σε λάθος χέρια, μια ολόκληρη χώρα μπορεί να ερημώσει, για γίνει μία κατά Ελιοτ ανύπαρκτη πολιτεία».
Εσείς πάντως έχετε περάσει από τον χώρο της πολιτικής. Τι αποκομίσατε από την εμπειρία σας; «Δεν είναι ότι αποκόμισα κάποιο συμπέρασμα, διότι με αυτούς τους ανθρώπους δεν μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα. Είναι τόσο τρομακτικά και εγκληματικά τα ψέματα που πουλάνε, και δεν αναφέρομαι στους δικούς μας μόνο. Ολοι ευαγγελίζονται το συμφέρον του λαού και το καλό της πατρίδας, όμως τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει ίχνος αυτών των υποτιθέμενων καλών προθέσεων. Κανείς δεν θέλει να προσφέρει, απλώς μιλούν για προσφορά και βλέπουμε την κατάντια αυτής της χώρας και αυτού του λαού. Αν ήθελαν το καλό, θα έπρεπε να ξεκινάνε από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, γι’ αυτό το 2000 είχαμε το «Big Brother» και σήμερα έχουμε το «Survivor» . Εχουν περάσει 17 χρόνια και έχουμε μείνει εκεί. Αυτό κάτι λέει».
Δεν ακούγεστε αισιόδοξος. «Δεν είμαι αισιόδοξος, είμαι υπεραισιόδοξος, διότι στα 78 μου απέκτησα δίδυμα. Δεν ξέρω αν σας λέει κάτι αυτό. Πόση αισιοδοξία πρέπει να κουβαλάω μέσα μου για να φέρω στον κόσμο δύο ψυχές;».
Σε αυτούς που επικρίνουν όσους αποκτούν παιδιά σε μεγάλη ηλικία τι απαντάτε; «Δεν έχω να απαντήσω τίποτα, διότι θεωρώ κακόγουστα αυτά τα σχόλια. Θα με επικρίνει ο οποιοσδήποτε για τον τρόπο με τον οποίο χειρίζομαι τη ζωή μου; Δεν χρειάζεται να πω τίποτα».

Οι κοινωνικές συμβάσεις σας απασχόλησαν ποτέ ή ήσασταν πάντοτε ελεύθερο πνεύμα; «Εχω γεννηθεί στα Εξάρχεια, οι γονείς μου το ίδιο, και το πανεπιστήμιο των Εξαρχείων είναι μεγάλη ιστορία. Το ντεκόρ έχει αλλάξει, αλλά παραμένει στο DNA αυτής της γειτονιάς η επαναστατική ατμόσφαιρα που γνώρισα όταν ήμουν παιδί και έπαιζα βόλους στους χωματόδρομους. Διαμορφώθηκα μέσα από τις μυρωδιές, τα βερίκοκα, τις ντομάτες, από ανθρώπους, τη γιαγιά μου που έφτιαχνε μελομακάρονα και τα έδινε και στη γειτονιά. Διαμορφώθηκα από πάρα πολλά πράγματα. Ως παιδί τα δώρα που έπαιρνα ήταν βιβλία. Διάβασα πολύ Ιούλιο Βερν, Πηνελόπη Δέλτα, «Μικρό Ηρωα» , «Κλασσικά Εικονογραφημένα». Αυτά πλάθουν τον χαρακτήρα σου. Και βέβαια, τα παραμύθια της γιαγιάς, που δεν είναι αυτά το θέμα, αλλά οι απορίες σου και ο τρόπος με τον οποίο στις έλυνε η γιαγιά. Αν είχες, βέβαια, μια γιαγιά λίγο προχωρημένη».

Κάποια από τα πρώτα τραγούδια που γράψατε, όπως η «Απονη ζωή» και η «Φτωχολογιά», μιλούσαν για τη λαϊκή τάξη. Οι ιδέες της Αριστεράς σας γοήτευσαν ποτέ; Ποια ήταν η ιδεολογική εξέλιξή σας; «Kατ’ αρχάς, ιδεολογικά είμαι Πανεξαρχειακός. Θα σας απαντήσω όμως. Το σπίτι μου όλο ήταν Κεντρώο. Εγώ ήμουν της γενιάς 1-1-4 , έχω φάει κι έχω ρίξει ξύλο, και με ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα στη συνέχεια. Δεν πολυπιστεύω, για να είμαι ειλικρινής, σε όλους αυτούς τους σεισμούς των ιδεολογιών. Γνώρισα ανθρώπους που κατείχαν τα κιτάπια και ξαφνικά έκαναν μετάσταση, διότι οι χειρότερες μεταστάσεις δεν είναι του καρκίνου, είναι εκείνες που εμφανίζονται στην πολιτική. Δεν γίνεται να βλέπεις τον Ζουράρι με τον Καμμένο. Θα σου φαινόταν αδιανόητο αν σου το έλεγαν. Κι όμως συμβαίνει. Αλλά ας σταματήσουμε εδώ αυτήν την κουβέντα».
Η πιο έντονη μουσική ανάμνηση που έχετε από τα παιδικά σας χρόνια ποια είναι; «Ξέρετε, πριν από λίγο καιρό ήμουν στο Ηράκλειο της Κρήτης, κάναμε εκεί την πρώτη μας συναυλία με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη, και στο ξενοδοχείο που μέναμε ήρθε κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης, μου έδωσε έναν φάκελο και μου είπε «αυτό είναι από τη μητέρα μου» . Είχε μέσα ένα μικρό βιβλίο. Το όνομα της συγγραφέως δεν μου έλεγε τίποτα, όμως υπήρχε σελιδοδείκτης σε μια σελίδα και διάβασα τα εξής: «Ο Μπίλυ είχε απίθανη φωνή και έψελνε και ωραία με τη γιαγιά του, ήταν κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Πολλές φορές η Ελίζα έκανε τον Χριστό και ο Μπίλυ, ή Βάκης, όπως τον φώναζε η γιαγιά του, φορούσε ένα πετραχήλι και έψελνε συνεχώς και αλίμονο αν κουνιόταν η Ελίζα ή η Μαιρούλα από το διπλανό μπαλκόνι, τις άκουγε και φώναζε και στρίγκλιζε» . Λοιπόν αυτό το απόσπασμα γράφει παρακάτω ότι αναφέρεται σε μένα. Το διάβασα και συγκινήθηκα πολύ, γιατί είχα πράγματι μια πολύ μεγάλη έφεση στην εκκλησία, ήταν να γίνω παπάς, και συγκινήθηκα επειδή καμιά φορά μιλάω για αυτό και νομίζουν ότι μπορεί να λέω τίποτα φαντασιώσεις. Δεν είναι έτσι».
Σας φώναζαν Μπίλυ μικρό; «Δεν με είχαν βαφτίσει ακόμη και άρχισαν να με φωνάζουν Μπίλυ. Το Βάκης ήρθε πιο αργά, είναι υποκοριστικό, βγαίνει από το Σταυράκης. Βαφτίστηκα σε κάπως μεγάλη ηλικία, ήταν και Εμφύλιος, μην ξεχνάτε ότι γεννήθηκα μέσα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το 1939. Ο κόσμος πέθαινε στον δρόμο όταν ήμουν μωρό».
Στον Θεό πιστεύετε ακόμη; «Υπάρχει κάτι που έχω διαβάσει και με συγκινεί: «Οποιος πιστεύει στον Θεό έχει μέσα του έναν νεκρό Θεό. Οποιος δεν πιστεύει στον Θεό έχει μέσα του έναν νεκρό άνθρωπο. Οποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στον Θεό έχει μέσα του ζωντανό τον νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου» . Λοιπόν, η ζωή μας είναι μια διαρκής αναζήτηση, αυτό είναι όλο. Την έχουμε από παιδιά, οι πιο πολλοί τουλάχιστον, αυτήν την ανάγκη, αν και δυστυχώς πλέον την έχουμε χάσει, διότι μας αρκεί η πληροφόρηση».
Τη μουσική σας αγωγή τι άλλο την επηρέασε; «Η άλλη γιαγιά μου είχε καταγωγή από τη Ζάκυνθο, έπαιζε καταπληκτική κιθάρα και είχε και πάρα πολύ ωραία φωνή. Ξημεροβραδιαζόμασταν ακούγοντας άριες από όπερες και καντάδες. Φυσικά είχα μάθει όλες τις όπερες απέξω γιατί τραγουδούσαμε ντουέτο με τη γιαγιά. Μεγάλωσα σε τέτοιες ηχητικές συνθήκες. Θα πρέπει να αναφέρω επίσης την ταβέρνα «Το Μαρκόπουλο» που είχαμε απέναντι, όπου μαζευόντουσαν όλοι οι Παναθηναϊκοί, διότι ήταν φωλιά η περιοχή. Από εκεί περνούσαν ο Καρπόζηλος που ήταν παλαιστής, ο Χαρισιάδης, ο Ζηργάνος που είχε περάσει κολυμπώντας τότε το στενό της Μάγχης, Ντόβερ – Καλαί. Είχανε στην ταβέρνα ένα μπουζούκι, ένα ακορντεόν και μια κιθάρα και άκουγα εκεί λαϊκά και ρεμπέτικα. Το ραδιόφωνο έπαιζε τα μυξοευρωπαϊκά της εποχής. Ολα αυτά με ωφέλησαν πάρα πολύ».
Η συνέχεια είναι γνωστή. Κάνατε σπουδές πάνω στη μουσική εδώ στην Αθήνα και μόλις γίνατε γνωστός φύγατε στο εξωτερικό. Γιατί; «Ηθελα να μπορέσω να διευρύνω τη φόρμα μου και αποφάσισα, παρότι ήμουν σε μια μεγάλη άνοδο επαγγελματικά, να μάθω μερικά ακόμα κολλυβογράμματα από αυτά που ήξερα πάνω στη μουσική. Κι έφυγα δύο φορές, όχι μόνο μία».

Την πρώτη πήγατε στη Γαλλία, στη φημισμένη σχολή της Νάντια Μπουλανζέ. Ηταν ήδη αρκετά μεγάλη όταν φτάσατε στο Παρίσι. Προλάβατε να τη γνωρίσετε καλά; «Αν πρόλαβα λέει… Ακούστε πρώτα όμως μια ιστορία. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε κάνει ένα αφιέρωμα στη Μελίνα Μερκούρη στο Ηρώδειο. Ενας φίλος, παλιός πρέσβης, με κάλεσε σε ένα δείπνο μετά τη συναυλία, σε ένα από αυτά τα υπέροχα σπίτια που υπάρχουν στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Με πλησιάζει μια κυρία λοιπόν, ντυμένη απλά και λίγο παλιομοδίτικα, και μου λέει «θέλω να σας θυμίσω κάτι, ήμασταν συμμαθητές». «Συμμαθητές, πού;» τη ρωτάω εγώ. «Στη Νάντια Μπουλανζέ». «Πώς σας λένε;». «Ειρήνη». Δεν τη θυμόμουν με τίποτα. Ρώτησα μετά τον φίλο μου ποια ήταν αυτή που μου μίλησε. «Η πριγκίπισσα Ειρήνη», μου λέει, «η αδελφή του Κωνσταντίνου». Θυμήθηκα φυσικά ότι ήταν καταπληκτική πιανίστρια και είχε συνεργαστεί μάλιστα με την περίφημη Τζίνα Μπαχάουερ. Την πρόλαβα λοιπόν την Μπουλανζέ, η οποία ήταν πολύ αυστηρή, αλλά μου είχε αδυναμία και νομίζω ότι μου συγχωρούσε και αρκετά πράγματα, κυρίως το ότι ήθελα να κάνω αστεία και τέτοια. Ενα πράγμα που μου δίδαξε είναι η συλλογικότητα. Ενα άλλο, το πώς η μουσική μπορεί να σου διαμορφώσει χαρακτήρα».

Αυτό πώς το πέτυχε; «Η διδασκαλία της δεν ήταν ξερή όπως στα ωδεία εδώ. Περιείχε φιλοσοφία, ιστορία, ποίηση, αστρολογία. Ηταν σπουδαία περίπτωση αυτή η γυναίκα. Πολύ φίλη του Ραβέλ. Και η αδελφή της έπαιζε τσέμπαλο. Υπάρχει μια έκδοση με το καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο του Μπαχ που παίζει η Λιλί Μπουλανζέ, σε μια καταπληκτική ερμηνεία».
Μιλήστε μου για την Αμερική και τη γνωριμία σας με τον Μπερνστάιν. «Ο Μπερνστάιν μού είπε «έχω πρόβες στη Βιέννη για την όπερα ‘Φιντέλιο’ του Μπετόβεν, έλα να μείνεις στο Ζάχερ, το πιο διάσημο ξενοδοχείο της πόλης, και θα τα πούμε κάποια στιγμή». Δεν είχα φυσικά χρήματα για να μείνω σε τόσο πολυτελές κατάλυμα. Μου βρήκαν τελικά ένα δωματιάκι, εκεί που κάθονταν οι ιπποκόμοι, δεν είχε μπάνιο μέσα και το κρεβάτι ήταν πολύ ψηλό. Θυμάμαι ότι στον ύπνο μου είχα πέσει κάτω στο πάτωμα, ίσως έβλεπα εφιάλτες από την αγωνία μου που θα συναντούσα τον Μπερνστάιν. Πήγα, παρακολούθησα τις πρόβες και μετά καθίσαμε και μιλήσαμε, μου διέθεσε ένα ολόκληρο πρωινό και μου έδωσε στο τέλος μια συστατική επιστολή λέγοντάς μου ότι μόνο ένας κάνει για εμένα. Oντως πήγα στο Τζούλιαρντ, όπως μου είπε, και βρήκα τον Ντέιβιντ Ντάιαμοντ. Αν αναζητήσετε στο Google το όνομά του και διαβάσετε λίγο, θα καταλάβετε για τι προσωπικότητα μιλάμε. Αν πάρετε επίσης το βιβλίο «Ο ιεροφάντης της μουσικής», το οποίο αφορά τον Δημήτρη Μητρόπουλο, θα δείτε ότι στο τελευταίο κεφάλαιο μιλάει ο Ντάιαμοντ. Τον Μπερνστάιν συνέχισα να τον βλέπω. Πήγαινα στο Ντακότα (σ.σ.: το νεοϋορκέζικο συγκρότημα κατοικιών Dakota Apartments), εκεί που έμενε ο Λένον με την Ονο, και κάναμε ανάλυση παρτιτούρας».
Οσον αφορά τις μεγάλες μουσικές προσωπικότητες της χώρας μας, τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Νίκο Γκάτσο, ήταν πράγματι η συναναστροφή μαζί τους τόσο πολύτιμη όσο φανταζόμαστε ή τους έχουμε μυθοποιήσει; «Οχι, δεν υπάρχει καμία υπερβολή ή μυθολογία. Πρέπει βέβαια να πω ότι ήταν ένα κλειστό σύστημα, μασονικό, με την έννοια του αποκλεισμού φυσικά. Δεν έμπαινες στου «Φλόκα» εύκολα, κι ας ισχυρίζονται πολλοί ότι ήταν συνεχώς εκεί. Δεν σε δεχόταν εύκολα αυτή η παρέα εκεί μέσα. Μάθαινες όμως δίπλα τους τόσα πράγματα, από τον Γκάτσο ειδικά, διότι από τον Γκάτσο μάθαινε και ο Χατζιδάκις. Αυτός ήταν ο μέντορας της ιστορίας, με το ειδικό του χιούμορ, το οποίο καμιά φορά σε κόλλαγε στον τοίχο».
Εχετε δηλώσει σε συνεντεύξεις σας πως μια φράση του Χατζιδάκι που δεν θα ξεχάσετε ποτέ είναι αυτή που σας είπε ατενίζοντας τον ορίζοντα από τον τόπο καταγωγής σας, τη Βάθεια Λακωνίας: «Αφού κατάγεσαι από εδώ, οι ευθύνες σου στη ζωή είναι πολύ μεγάλες». Θυμάστε μια αντίστοιχη φράση του Γκάτσου;
«»Παιδί μου, δεν έχουμε κάλυψη χρόνου»». Μου το είπε όταν τελειώσαμε το «Ρεμπέτικο».Πολύ σημαντική φράση αυτή».

Θα μου εξηγήσετε τι σημαίνει για εσάς; «Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο».
Η συνεργασία σας με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη πώς προέκυψε; «Mετά τη συνάντηση που είχαμε πέρυσι στο Καλλιμάρμαρο, έγινε μια κουβέντα πολύ απλά και ωραία και αποφασίσαμε να κάνουμε φέτος το καλοκαίρι συναυλίες μαζί. Με ενδιέφερε το θέμα Πρωτοψάλτη, διότι μου αρέσει πάρα πολύ όταν δουλεύω με τραγουδιστές να τους βγάζω πράγματα εντελώς διαφορετικά από αυτά που οι ίδιοι θα σκέπτονταν να βγάλουν ή εντελώς διαφορετικά από αυτά που η αγορά ζητάει από εκείνους. Δουλέψαμε πολύ δημιουργικά με την Αλκηστη».
Για τις εξελίξεις σχετικά με την ΑΕΠΙ τι έχετε να πείτε; «Για αυτήν τη συμμορία δεν θέλω να πω τίποτα. Ακουσα όμως την κυρία υπουργό, είδα τα τελευταία νομοσχέδια και θα ήθελα να δηλώσω πως η αίσθησή μου είναι ότι μπαίνει ταφόπλακα στη δημιουργική τέχνη».
Ξέχασα να σας ρωτήσω κάτι προηγουμένως. Τις «7 Ελεγείες και σάτιρες» τις έχετε αφιερώσει στην Ηρώ Σαΐα. Τι σας ένωσε, αλήθεια; «Μας έχει ενώσει ο διάλογος. Εχουμε πολλά κοινά όταν μιλάμε μεταξύ μας. Η σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων δεν είναι μόνο από τη μέση και κάτω, πρέπει να υπάρχει κι από τη μέση και πάνω. Και είναι πολύ δύσκολο να βρεις αυτήν την ισορροπία. Εδώ βρέθηκε, ίσως λίγο αργά στη δική μου ζωή, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία. Τα αποτελέσματα τα ακούτε (σ.σ.: ακούγονται μωρουδιακές φωνές μέσα στο σπίτι εκείνη τη στιγμή).
Οι γυναίκες της ζωής σας υπήρξαν και μούσες σας; «Δεν θα το έλεγα. Αυτά που ακούμε και διαβάζουμε είναι νομίζω παραμύθια. Oταν έχεις έναν έρωτα πραγματικό, κάποια στιγμή αρχίζεις να υποφέρεις, αλλά δεν ζούμε και στην εποχή που κόβανε τις φλέβες τους οι άνθρωποι, όλα αυτά είναι ωραία για να γίνονται βιβλία, όπερες, τραγούδια. Στην πραγματικότητα, όμως, αν αναζητήσουμε την επιρροή της γυναίκας σε σπουδαίους δημιουργούς, θα διαπιστώσουμε πως στον Μοντιλιάνι είναι ξεκάθαρη, ναι, στον Πικάσο δεν έπαιξε, ωστόσο, κανέναν απολύτως ρόλο, ό,τι κι αν λέγεται, ούτε στον Βάγκνερ. Το παράφορο πάθος μπορεί να βγει καμιά φορά στη δημιουργία, αυτή η τρέλα δεν είναι όμως έρωτας, ο αληθινός έρωτας είναι ήρεμος».
* «H συνάντηση»: Ο Σταύρος Ξαρχάκος και η Αλκηστις Πρωτοψάλτη θα εμφανιστούν απόψε, Κυριακή, στο Αρχαίο Θέατρο Φιλίππων στην Καβάλα. Στις 24 Σεπτεμβρίου θα κλείσουν την, εντός συνόρων, περιοδεία τους με μια συναυλία στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

* Ο δίσκος «7 Ελεγείες και Σάτιρες» κυκλοφορεί από τη Μικρή Αρκτο.

* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 20 Αυγούστου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ