Εχει διενεργήσει χιλιάδες δικανικές συνεντεύξεις σε παιδιά-θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, αλλά αρνείται να ξεχάσει μία που έλαβε χώρα στις αρχές της δεκαετίας του ’90: «Ηταν με ένα 13χρονο κορίτσι που είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον πατέρα του. Αποκάλυψε σχεδόν αμέσως τι είχε συμβεί και ειδοποιήθηκαν οι αρμόδιοι φορείς (αστυνομία, εισαγγελείς, κοινωνικοί λειτουργοί κ.ο.κ.) που διαχειρίζονται τέτοια περιστατικά. Τώρα, όμως, το κορίτσι με κοίταζε στα μάτια και μου έλεγε: «Αν ήξερα τι θα γινόταν, δεν θα μιλούσα ποτέ»».
Ο Κρις Νιούλιν είναι σήμερα επικεφαλής του National Children’s Advocacy Center στις ΗΠΑ, ενός διεπιστημονικού κέντρου για παιδιά που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά κυρίως. Βασική ιδέα αυτού του μοντέλου, που λειτουργεί και σε 19 άλλες χώρες, ενώ υπάρχουν πλέον οι βάσεις για να λειτουργήσει και στην Ελλάδα (σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο που έχει θέσει στη διάθεση της πολιτείας το Χαμόγελο του Παιδιού μέσα στο Κέντρο Ημέρας που εγκαινιάζει εντός του 2014) είναι κάτι που μοιάζει αυτονόητο: η ύπαρξη ενός χώρου όπου θα συνεργάζονται όλοι οι συναρμόδιοι φορείς ώστε να παρέχονται συντονισμένα και σε φιλικό προς το παιδί περιβάλλον όλες οι υπηρεσίες. Στόχος είναι το παιδί να μην τραυματίζεται περαιτέρω από γραφειοκρατίες και αψιμαχίες ειδικών, να αποφεύγεται δηλαδή η επαναθυματοποίησή του.
Ο αμερικανός ειδικός βρέθηκε προ ημερών στην Αθήνα προκειμένου να εκπαιδεύσει έλληνες ειδικούς (εισαγγελείς, δικαστικούς επιμελητές, αστυνομικούς, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και επαγγελματίες υγείας) στο διεπιστημονικό μοντέλο λειτουργίας του Child Advocacy Center (η διήμερη ενημέρωση διοργανώθηκε από το Χαμόγελο του Παιδιού με την υποστήριξη της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Ελλάδα). Μιλώντας αποκλειστικά στο BΗmagazino, ο Κρις Νιούλιν υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη μιας τέτοιας δομής και ξεδίπλωσε τολμηρά άγνωστες πτυχές της πιο σιωπηλής μορφής παιδικής κακοποίησης που εξακολουθεί να παραμένει ταμπού: «Νιώθω την ανάγκη να πω την αλήθεια για αυτά που έχω δει… χωρίς μισόλογα. Είναι σαν να μιλάω διά στόματος όλων αυτών των παιδιών που μοιράστηκαν μαζί μου τις τραυματικές εμπειρίες τους…».

Κύριε Νιούλιν, ποια είναι σήμερα η μεγαλύτερη παρανόηση όσον αφορά τη σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών; «Το ότι πλήττει παιδιά από φτωχές ή μη προνομιούχες οικογένειες, ενώ γνωρίζουμε πλέον ότι διαπερνά όλα τα οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Μια άλλη ευρέως διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι περιορίζεται σε «εξωτικά» περιστατικά. Στις ΗΠΑ ακούγαμε παλαιότερα μόνο για τις μεγάλες υποθέσεις (π.χ. πολλών κακοποιημένων σεξουαλικά παιδιών σε παιδικούς σταθμούς ή σε σατανιστικές σέκτες) ή για τον κίνδυνο του αγνώστου που θα αρπάξει το παιδί μας στη μέση του δρόμου). Σύμφωνοι, υπάρχουν και τέτοια περιστατικά, αλλά είναι σπάνια. Ασχολούμαστε, δηλαδή, με την κορυφή του παγόβουνου και δεν βλέπουμε τον γιγάντιο όγκο κάτω από το νερό: στα περισσότερα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών ο θύτης είναι ένα πρόσωπο οικείο στο παιδί. Σκεφτείτε το, ως γονιός, με ποιους ανθρώπους αφήνετε το παιδί σας; Σίγουρα όχι με τον οποιονδήποτε. Θα του επιτρέψετε να συναναστραφεί ενηλίκους που ξέρετε: προπονητές, δασκάλους του πιάνου, γείτονες, φίλους της οικογένειας… Αυτοί είναι που έχουν τη μεγαλύτερη πρόσβαση στα παιδιά και εδώ είναι που εμφανίζονται τα μεγαλύτερα ποσοστά κακοποίησης. Τα παιδιά μπερδεύονται: «Μα αυτός ο άνθρωπος είναι πολύ καλός μαζί μου, μπορεί να έκανε μια φορά κάτι που δεν μου άρεσε, αλλά με έχει πάει για μπάνιο στη θάλασσα, μου αγοράζει παγωτό, ίσως να φταίω εγώ, ίσως να έκανα κάτι που δεν έπρεπε…». Να σημειώσω εδώ ότι οι θύτες είναι εξαιρετικά ευρηματικοί στο να μην εντοπίζονται και στο να χειραγωγούν όχι μόνο το παιδί αλλά και την ευρύτερη κοινότητα, κατασκευάζοντας μια «ηθική» περσόνα που ποτέ δεν θα διέπραττε μια τέτοια αποτρόπαιη πράξη. Και αν το παιδί δεν μιλήσει αμέσως, παγιδεύεται ακόμη περισσότερο: «Οι γονείς μου μπορεί να θυμώσουν που δεν το είπα νωρίτερα». Ετσι μένει μυστικό. Το αποτέλεσμα είναι ο άνθρωπος αυτός να συνεχίζει να το κακοποιεί».

Η σιωπή είναι η βασική διαφορά της σεξουαλικής κακοποίησης από τις άλλες μορφές παιδικής κακοποίησης; «Ναι, η σεξουαλική κακοποίηση είναι πολύ «ήσυχη». Εν αντιθέσει με άλλες μορφές (π.χ. σωματική κακοποίηση), που με κάποιον τρόπο εκδηλώνεται (π.χ. μελανιές), η σεξουαλική κακοποίηση μπορεί να παραμείνει ένα ισόβιο μυστικό. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια γυναίκα που επισκέφθηκε το κέντρο μας και μίλησε εκ βαθέων για πρώτη φορά: «Είμαι 67 χρόνων και θα σας πω κάτι που δεν τόλμησα να πω ποτέ σε κανέναν. Σε ηλικία 3 ετών κακοποιήθηκα σεξουαλικά από τον γιο της μπεϊμπισίτερ μου. Δεν έπαψα να το σκέφτομαι κάθε, μα κάθε ημέρα… Κουράστηκα πλέον να ζω με αυτό το μυστικό». Αυτό που αλλάζει είναι ότι σήμερα η σεξουαλική κακοποίηση βγαίνει πλέον στο φως. Η αμερικανίδα ολυμπιονίκης της κολύμβησης Μάργκαρετ Χόλτζερ δεν δίστασε να μιλήσει δημόσια για τη σεξουαλική κακοποίησή της σε ηλικία 5 ετών από έναν φίλο του πατέρα της. Η γνώση μας για αυτή τη μορφή κακοποίησης έχει αυξηθεί, το ίδιο και η κοινωνική επαγρύπνηση. Είναι ευθύνη δική μας, των ενηλίκων, να δημιουργήσουμε μια ανοιχτή κοινωνία όπου ένα σεξουαλικά κακοποιημένο παιδί να μπορεί να νιώσει ότι υποστηρίζεται και ότι είναι ελεύθερο να μιλήσει. Συχνά, βέβαια, η κοινωνία δεν αλλάζει παρά μόνο όταν δει την τραγωδία κατά πρόσωπο».

Η οικονομική κρίση ευνοεί τις διάφορες μορφές κακοποίησης παιδιών; «Στις ΗΠΑ υπάρχει ένα τεράστιο ντιμπέιτ γύρω από αυτό. Ενώ κανείς προεξοφλεί ότι οι δυσμενείς οικονομικές κρίσεις ευνοούν τα περιστατικά σεξουαλικής βίας σε παιδιά, τα στατιστικά στοιχεία δεν το στηρίζουν. Στη δική μας οικονομική κρίση το 2008 στις ΗΠΑ δεν υπήρξε ουσιαστική αύξηση στα ποσοστά σεξουαλικής και σωματικής κακοποίησης, μόνο στα ποσοστά παραμέλησης είδαμε μια μικρή αύξηση».

Πώς γεννήθηκε η ιδέα του μοντέλου Child Advocacy Center (CAC); «Το 1985 ο περιφερειακός εισαγγελέας «Μπαντ» Κρέιμερ έβλεπε στην επαρχία Μάντισον της Αλαμπάμα τον θυμό και τον πόνο των κακοποιημένων παιδιών καθώς βομβαρδίζονταν με ερωτήσεις από τους διάφορους ειδικούς. Του έλεγαν: «Αυτό είναι χειρότερο και από την κακοποίηση που βιώσαμε». Ετσι γεννήθηκε το National Children’s Advocacy Center (NCAC), κατ’ ουσίαν ένας φιλικός προς το παιδί χώρος όπου όλες οι υπηρεσίες παρέχονται συντονισμένα. Σήμερα υπάρχουν στις ΗΠΑ 850 τέτοια κέντρα που μόνο πέρυσι υποδέχθηκαν 293.000 παιδιά. Τα τελευταία πέντε χρόνια υπάρχει πλέον διεθνές ενδιαφέρον, αρκετές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, ζήτησαν τη βοήθειά μας για να αναπτύξουν μια τέτοια δομή».

Οι γονείς τι μπορούμε να κάνουμε για να προστατεύσουμε τα παιδιά από τη σεξουαλική κακοποίηση; «Δεν νομίζω ότι είναι ρεαλιστικό να μιλάμε για ένα αποτελεσματικό μέτρο θωράκισης των παιδιών. Μπορείς, βέβαια, πάντα να κρατήσεις το παιδί σου προφυλαγμένο από όλους τους κινδύνους, κλεισμένο «αεροστεγώς» μέσα σε ένα κουκούλι, μακριά από κάθε αλληλεπίδραση με τον έξω κόσμο. Ομως αυτή η υπερπροστασία είναι μια μορφή παραμέλησης. Διότι, μέσα στο κουκούλι, το παιδί ασφυκτιά, το μυαλό του δεν αναπτύσσεται, με ολέθριες συνέπειες για τη σωματική και ψυχική υγεία του. Θέλουμε, λοιπόν, και να αφήσουμε τα παιδιά μας να βγουν στον κόσμο και ταυτόχρονα να τα προστατεύσουμε. Προτού απαντήσω στο ερώτημά σας, πρέπει να υπογραμμίσω κάτι που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό. Συχνά θεωρούμε ότι η σεξουαλική κακοποίηση ενός παιδιού ισοδυναμεί με την καταστροφή της ζωής του. Και όμως, αν ένα παιδί κακοποιηθεί, είναι βέβαια τραγικό, αλλά δεν είναι το τέλος του κόσμου. Αυτό που οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν, αυτό που η κοινωνία πρέπει να γνωρίζει, είναι ότι έπειτα από 40 χρόνια εντατικής έρευνας έχουμε πλέον στη διάθεσή μας δομές και μοντέλα εξαιρετικά αποτελεσματικά για τη θεραπεία και την αποκατάσταση των παιδιών που έχουν βιώσει τη σεξουαλική κακοποίηση».

Σίγουρα, όμως, οι γονείς έχουν στα χέρια τους κάποιο όπλο… «Σκεφτείτε λίγο τι ζητούν οι γονείς από τα παιδιά τους να προσέχουν σε σχεδόν καθημερινή βάση: «Πρόσεξε πώς περνάς τον δρόμο» ή «Μην πλησιάζεις τον αναμμένο φούρνο». Δεν υπάρχει απολύτως κανένα στίγμα σε αυτές τις προειδοποιήσεις, αφού απώτερος στόχος είναι η ασφάλεια του παιδιού. Ομως το να μιλήσεις και για «αγγίγματα» που πρέπει το παιδί να προσέχει και για τις «ευαίσθητες περιοχές» του σώματός του που πρέπει να αγγίζονται μόνο από συγκεκριμένους ανθρώπους είναι ισοδύναμα ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια του παιδιού».

Σε ποια ηλικία πρέπει να ξεκινούν οι γονείς αυτή την εκπαίδευση;
«Σε πολύ μικρή ηλικία, από 2-3 ετών, μπορείς να αρχίσεις να μιλάς στο παιδί για τα σημεία του σώματός του που είναι «δικά του» και που δεν πρέπει να αγγίζει κανείς άλλος εκτός από εκείνους που το φροντίζουν (γονείς, γιατροί κ.ο.κ.). Και καθώς το παιδί μεγαλώνει, αρχίζεις και «κτίζεις» σταδιακά επάνω σε αυτόν τον διάλογο. Στο σημείο αυτό να σας διαβεβαιώσω ότι δεν πρόκειται να πληγώσεις το παιδί σου αν του μιλήσεις για το πέος ή τον κόλπο του. Αντίθετα, το ενδυναμώνεις δίνοντάς του απτές, κανονικές λέξεις και όχι τα αόριστα «παρατσούκλια» που δίνουν συχνά οι γονείς («πιπί», «τσουτσούνι», «κουτί», «πουτί» κ.ο.κ.) που επικοινωνούν στο παιδί ένα πολύ ισχυρό μήνυμα ότι κάτι δεν πάει καλά με τη σεξουαλικότητά του. Ο συνεχής αυτός διάλογος είναι ένας πολύ πιο υγιής τρόπος επικοινωνίας από το να περιμένουμε, π.χ., να κλείσει τα 10 του χρόνια για να πούμε μια μέρα: «Ωχ, πρέπει αύριο να καθήσω να του κάνω μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση». Διότι πετυχαίνεις τη διάνοιξη μιας διαρκούς διόδου, το παιδί αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για ένα αποδεκτό θέμα και ότι μπορεί να σε προσεγγίσει αν κάτι το ανησυχεί ή αν κάτι του φανεί «περίεργο». Και τότε μπορείς να προλάβεις κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε σεξουαλική κακοποίηση. Μην ξεχνάμε, οι περισσότεροι θύτες δεν θα προβούν αμέσως σε μια «καθαρή» σεξουαλική πράξη. Θα προσπαθήσουν αρχικά να πιάσουν κουβέντα με το παιδί, να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του… Μπορεί να το αγγίξουν με κάποιον τρόπο που να μην είναι αμιγώς σεξουαλικός αλλά ξεπερνά τα όρια του επιτρεπτού. Για παράδειγμα, «Ασε με να σε τρίψω στην πλάτη». Αν έχεις δημιουργήσει ένα περιβάλλον ανοιχτής επικοινωνίας, το παιδί θα έρθει και θα σου πει: «Αυτός ο άνθρωπος μου ζήτησε να μου τρίψει την πλάτη…». Και τότε θα έχεις προλάβει κάτι σε πρώιμο στάδιο».

Θα λέγατε ότι η σεξουαλική κακοποίηση ευδοκιμεί στο σκοτάδι και στην υποκρισία; «Ακριβώς. Είναι εξαιρετικά αφελές να επιλέγεις να αγνοήσεις κάτι που υπάρχει. Οσο περισσότερο μιλάμε για τη σεξουαλική κακοποίηση, τόσο λιγότερο ευάλωτα καθιστούμε τα παιδιά μας».
*Μέχρι το τέλος του 2014 το Χαμόγελο του Παιδιού θα εγκαινιάσει το Κέντρο Ημέρας Εξατομικευμένης Παροχής Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας σε Παιδιά και Εφήβους, θύματα κακοποίησης, παραμέλησης και ενδοοικογενειακής βίας, στην περιοχή του Ζωγράφου. Μέσα στο κέντρο έχει τεθεί στη διάθεση του υπουργείου Δικαιοσύνης και των αρμόδιων Αρχών ένας χώρος αυτόνομος και ειδικά διαμορφωμένος για τη φιλοξενία και λειτουργία του πρώτου Child Advocacy Center (CAC) στην Ελλάδα.

**Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ