από metereologos.gr
Παρασκευή 25 Μαΐου 2018
 
 

Ο Κριστόφ στην Αθήνα «για τις γυναίκες που αγάπησα»

Ο γάλλος γερόλυκος έρχεται για δύο συναυλίες στις 2 και 3 Μαϊου και μας μιλάει για τα πάθη του
 Ο  Κριστόφ στην Αθήνα «για τις γυναίκες που αγάπησα»
Πατήστε play για να ακούσετε το Oh Mon Amour.
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Βγαλμένος από μια καρτ ποστάλ του ’60, μποέμ και δανδής, πείσμων και μοναχικός, δισυπόστατος και ρομαντικός, ο Κριστόφ επιβίωσε της ζωής του ροκ σταρ με τo πάθος για τα γρήγορα αυτοκίνητα και την αδυναμία στις απαγορευμένες απολαύσεις για να έρθει στο Μέγαρο Μουσικής και να τραγουδήσει το «Oh! Μon amour» σε όσους θυμούνται την πρώτη φορά που το άκουσαν σε κάποιο πάρτι της Α΄ Γυμνασίου και κοίταξαν με νόημα στην άλλη άκρη του σαλονιού. Ενα ατίθασο παιδί που αποβλήθηκε από 12 σχολεία ως τα 16 του, ο 66χρονος σήμερα Ντανιέλ Μπεβιλάκουα, άλλαξε το όνομά του σε Κριστόφ και ταρακούνησε τη Γαλλία το 1965 με την «Aline», η οποία πούλησε ως σήμερα πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα. Ο θρύλος λέει ότι η Αλίν ήταν το κορίτσι του και όταν χώρισαν, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Κριστόφ δοκίμασε λίγο παραπάνω το αλκοόλ και τα ναρκωτικά.

«Ο Κριστόφ δεν είμαι εγώ» λέει ο ίδιος, 47 χρόνια μετά, στην αποκλειστική συνέντευξή του στο BHMagazino. «Ο Κριστόφ είναι αυτό που βλέπουν όσοι δεν με ξέρουν». Επειτα από μια μικρή διαμονή στη Νότια Γαλλία όπου δούλεψε πάνω στα κομμάτια του καινούργιου δίσκου του και λίγο προτού έρθει στην Αθήνα για δύο συναυλίες που θα δώσει στο Μέγαρο Μουσικής στις 2 και 3 Μαΐου υπέρ του Ιδρύματος Δράσης κατά του Καρκίνου του Μαστού, ο Κριστόφ μιλάει για το πάθος της μουσικής και το χάος της διασημότητας. Μιλάει για την εξουσία και την τζαζ, την Εντίθ Πιάφ και τον Μπρασένς, την Ελλάδα και τη νύχτα, κατά τη διάρκεια της οποίας ζει, όπως λέει, το 70% του χρόνου του. Η συζήτησή μας αρχίζει γύρω στις 8.30 το βράδυ, με τον Κριστόφ να λέει: «Μόλις θα ετοίμαζα λίγο κοφτό μακαρονάκι, επειδή πεινούσα. Ξύπνησα πολύ νωρίς σήμερα...».

Τι ώρα ξυπνήσατε; «Κατά τις 3.00 το μεσημέρι...».

Είστε όντως «νυχτοπούλι» δηλαδή... «Πουλί, όχι. Ζω, όμως, τη νύχτα σε ποσοστό 70% του χρόνου μου. Λατρεύω το Παρίσι – και όλες τις πόλεις – τη νύχτα. Μου αρέσει να τις παρατηρώ. Μου αρέσουν τα νυχτερινά φώτα, το άγνωστο...».

Και ό,τι εμπεριέχει ως έκπληξη; «Η έκπληξη είναι το άγνωστο. Βέβαια, συνηθίζω να περνάω από τα ίδια μέρη, αλλά κάθε φορά έχω την εντύπωση ότι είναι η πρώτη φορά. Δεν ψάχνω να βρω ή να δω κάτι συγκεκριμένο. Αλλωστε, δεν μπορώ να πάω να δω μια έκθεση, για παράδειγμα. Οι εκθέσεις είναι κλειστές τη νύχτα. Η ζωή είναι φτιαγμένη για αυτούς που ζουν την ημέρα. Και αυτό, σε πολιτικό επίπεδο, δεν είναι σωστό».

Ισως πρέπει να δημιουργηθεί ένα κόμμα που θα υπερασπίζεται τα δικαιώματα των νυκτόβιων... «Εγώ δεν κάνω πολιτική, αλλά ποτέ δεν έχω ακούσει να μιλάνε για σεβασμό προς τα δικαιώματα των ανθρώπων της νύχτας. Ολοι παραπονιούνται, όλοι κλαίγονται, και όταν έρχεται η νύχτα πέφτουν και κοιμούνται. Αυτό είναι όλο».

Τι συναισθήματα σας δημιουργεί η νύχτα; «Η νύχτα είναι η “καθημερινότητά” μου. Μου αρέσει η σιωπή της. Επειδή ζω καμιά φορά και την ημέρα και μπορώ να συγκρίνω, πρέπει να πω ότι το να μπορείς να ζεις τη νύχτα είναι πολυτέλεια. Η νύχτα είναι ένας πλανήτης ονειρικός, κάτι πολύ προσωπικό που αφορά το ασυνείδητο. Και έπειτα, όταν είσαι διάσημος – σε εισαγωγικά –, η νύχτα σε στηρίζει, σε προστατεύει. Επειδή, όπως και να το κάνουμε, η διασημότητα είναι μια εκμηδένιση της προσωπικότητας, ένα είδος θανάτου».

Το νιώσατε γρήγορα στη ζωή σας αυτό; «Ναι. Κατάλαβα πολύ νωρίς ότι ο Κριστόφ δεν είμαι εγώ. Είναι αυτό που βλέπουν όσοι δεν με ξέρουν. Αυτό οφείλεται εν μέρει στον Τύπο, που δεν δίνει τη σωστή εικόνα και παραπληροφορεί το κοινό. Και αυτό είναι δυσάρεστο. Ο Μπρετ Ιστον Ελις έχει πει κάτι πολύ σωστό πάνω σε αυτό. Οτι αυτός ο “άλλος” που είμαστε είναι ένας απατεώνας που παίρνει τη θέση μας. Και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε για αυτό. Συνεχίζουμε λοιπόν να είμαστε για τους άλλους αυτό που δεν είμαστε για εμάς τους ίδιους. Είναι δύσκολο να ζεις κάτι τέτοιο. Η διασημότητα είναι σαν να είσαι σε ρινγκ, σαν ένας αγώνας μποξ, ένα είδος χάους. Αλλά αυτό που εξισορροπεί τα πράγματα είναι η ευτυχία που σου δίνει η δημιουργία. Οπότε υπάρχει και η θετική πλευρά των πραγμάτων».

Αναφερθήκατε στον Μπρετ Ιστον Ελις. Τρέφετε ιδιαίτερη αγάπη για την Αμερική και την κουλτούρα της... Πώς γεννήθηκε αυτή η αγάπη; «Οταν ήμουν μικρός, οι γονείς μου είχαν ένα ραδιόφωνο. Μέσα από τη μουσική του, μέσα από τον ήχο δηλαδή, γεννήθηκε η αγάπη μου για το ντιζάιν – το ραδιόφωνο αυτό ήταν ένα υπέροχο αντικείμενο – και η αγάπη μου για τον ιδιαίτερο χαρακτήρα, την «τρέλα» της Αμερικής εκείνης της εποχής. Και έπειτα ήταν ο κινηματογράφος και οι... Ινδιάνοι, τους οποίους πάντα προτιμούσα από τους καουμπόηδες».

Γιατί; «Επειδή δεν μου αρέσει η εξουσία. Οπότε ήμουν με το μέρος των Ινδιάνων, που ήταν καλοί άνθρωποι και ήταν πιο κοντά στη δική μου ψυχολογία. Οταν λοιπόν άρχισα να πηγαίνω σινεμά με τη νονά μου – σε έναν μυθικό κινηματογράφο της Μονμάρτρης, ένα πραγματικό έργο τέχνης που δεν υπάρχει πια, το Εξέλσιορ –, έβλεπα μόνο ταινίες με Ινδιάνους. Εκεί ανακάλυψα και τα υπέροχα τοπία και τις εκτάσεις της χώρας αυτής. Μου άρεσε, επίσης, να παρατηρώ τη φύση και τις γραμμές της, τα βουνά, τις πεδιάδες, τα οροπέδια και τα χρώματα, διότι εκείνη την εποχή οι ταινίες ήταν τεχνικολόρ. Ηταν υπέροχα! Και για να επιστρέψω στη μουσική, πρέπει να πω ότι για μένα το μπλουζ ήταν μεγάλη αποκάλυψη! Ο Σόνι Τέρι, ο Σόνι Μπόι Γουίλιαμσον, ο Τζον Λι Χούκερ, ο Ρόμπερτ Τζόνσον».

Οπότε ήσασταν με το μέρος των Ινδιάνων στις ταινίες και με το μέρος των μαύρων στη μουσική... «Η αλήθεια είναι ότι μου αρέσουν οι επιμειξίες. Τις θεωρώ κάτι μαγικό. Και αυτό το καταλαβαίνει κανείς όταν πια ανοίγουν οι πόρτες για όλους. Πολύ προτού το καταλάβω όμως αυτό, αγάπησα πολύ τη μαύρη μουσική, το μπλουζ, την τζαζ, τον Μάιλς Ντέιβις, τον Τσάρλι Πάρκερ... Με τραβούσαν οι μαύροι, διότι έφεραν μέσα τους αυτούς τους ρυθμούς. Αργότερα έπαθα, επίσης, μεγάλο σοκ με τον Ελβις Πρίσλεϊ, που ήταν λευκός σαν εμένα, ένας λευκός μαύρος».

Από τους γάλλους καλλιτέχνες ποιοι ήταν οι αγαπημένοι σας; «Οι μεγάλες μου αγάπες – από πολύ νωρίς – ήταν ο Μπρασένς και η Πιάφ. Τα τραγούδια της Πιάφ τα ήξερα πολύ καλά. Ενα από τα αγαπημένα μου ήταν το τραγούδι «Οι εραστές». Τρελαινόμουν για αυτό. Το έπαιζα στο πιάνο με τρεις νότες – δεν ήξερα ακόμη τότε να παίζω ακόρντο – και τραγουδούσα».

Και ο Μπρασένς; «Για μένα ο Μπρασένς ήταν ο πρώτος λευκός μπλούζμαν! Οταν ήμουν 9-10 χρόνων δεν καταλάβαινα τους στίχους των τραγουδιών του, τις λέξεις, τις ιστορίες τους. Αυτό που με άγγιζε ήταν οι ήχοι της κιθάρας του, το ίδιο δηλαδή που μου συνέβαινε και με τα αμερικανικά μπλουζ. Διότι ούτε τους στίχους αυτών καταλάβαινα. Δεν έμαθα ποτέ πολύ καλά τα αγγλικά. Δεν τραγούδησα ποτέ στα αγγλικά και τις αμερικανικές ταινίες, ακόμη και σήμερα, δεν μπορώ να τις παρακολουθήσω χωρίς υπότιτλους. Εμαθα αγγλικά στο σχολείο, αλλά δεν θέλησα ποτέ να τα μελετήσω. Το ίδιο και με τη μουσική. Ποτέ δεν θέλησα να τη σπουδάσω. Είμαι αυτοδίδακτος. Είχα πάθος με τα όργανα και με τους ήχους που μπορώ να βγάλω από αυτά. Τις νότες έμαθα να τις παίζω μόνος μου. Γι’ αυτό και τις παίζω με τον δικό μου τρόπο. Μου αρέσει να ανακαλύπτω μόνος μου τα πράγματα».

Καθώς και να τα συλλέγετε... Ξέρω ότι σας αρέσουν πολύ τα τζουκμπόξ! «Και οι δίσκοι 78 στροφών... Ναι, στα τζουκμπόξ μου ακούω δίσκους τζαζ, μπλουζ, ροκ-εν-ρολ».

Πόσα έχετε; «Τώρα πια έχω μόνο καμιά δεκαριά...».

Τι άλλο συλλέγετε; «Συλλέγω ραδιόφωνα FADA, ραδιόφωνα Crosley, αντικείμενα που έχουν σχέση με Ινδιάνους, βιβλία, πράγματα γενικώς που μου αρέσουν. Στην ουσία δεν είμαι συλλέκτης. Οι συλλέκτες συλλέγουν πράγματα με συγκεκριμένα θέματα. Εμένα μου αρέσει να αναμειγνύω τα αντικείμενα και τα στυλ. Στο σπίτι μου έχω πίνακες ζωγραφικής, αντικείμενα ντιζάιν, έπιπλα από το 1900 ως σήμερα. Πολλά διαφορετικά πράγματα μπορούν να τραβήξουν την προσοχή μου για την ομορφιά ή την πρωτοτυπία τους, από μια μαύρη πέτρα με σπάνιο σχήμα ή ακόμη και νοητικές εικόνες τοπίων που κρατώ στη μνήμη μου σαν κινηματογραφικά πλάνα».

Θαλασσινών τοπίων, για παράδειγμα; «Ναι! Λατρεύω τα πλοία και τη θάλασσα. Τα τελευταία δέκα χρόνια, μάλιστα, κάνω ιστιοπλοΐα. Μου αρέσει πολύ να ταξιδεύω μακριά από τη στεριά, να βλέπω μόνο τον ουρανό και τη γραμμή του ορίζοντα. Ή τη νύχτα, να χάνω ξαφνικά τη στεριά και να βλέπω μόνο αυτό που αποκαλώ “το πιο ωραίο φωτιστικό του κόσμου”, το φεγγάρι όταν είναι γεμάτο. Η θάλασσα είναι αδάμαστη. Αλλά όταν είναι ευγενική, σου δίνει μια αίσθηση ελευθερίας και γαλήνης».

Δεν έχετε έρθει, όμως, ποτέ στην Ελλάδα... «Από 20 χρόνων έχω συνεχώς στο μυαλό μου την Ελλάδα, επειδή ξέρω ότι το ελληνικό κοινό με αγάπησε πολύ. Εκανα, μάλιστα, πολλή παρέα με τον Ντέμη Ρούσσο που έμενε απέναντι από το σπίτι μου στο Σεν Ζερμέν ντε Πρε. Μου έχει συμβεί να ανέβω στη σκηνή μαζί του και με τους Aphrodite’s Child, όταν έπαιζαν στο κλαμπ της Βαλμπόν στη Νότια Γαλλία. Τον αγαπούσα πολύ, όπως αγαπούσα και τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Σήμερα επιτέλους η επιθυμία μου γίνεται πραγματικότητα. Και έπειτα, πάντα ήθελα να κάνω ιστιοπλοΐα στα ελληνικά νησιά. Εφέτος θα γίνει και αυτό...».

Σε ποια νησιά θέλετε να πάτε; «Δεν ξέρω. Ποτέ δεν ξέρω από πριν τι θα κάνω, τι θα αποφασίσω. Μου αρέσει, όπως σας είπα, να ανακαλύπτω τα πράγματα».

Τι άλλο γνωρίζετε από ελληνική μουσική; «Λίγα πράγματα. Μου αρέσει, όμως, πολύ η μουσική που συνέθεσε ο Χατζιδάκις για την ταινία “Ποτέ την Κυριακή”, όπως επίσης ο ήχος αυτού του οργάνου που μοιάζει με μαντολίνο».

Το μπουζούκι...  «Ναι! Θα ήθελα να βρω ένα, όταν έρθω στην Αθήνα. Θέλω ένα παλιό μπουζούκι, που να μπορώ, όμως, να το κουρδίζω και να παίζω...».

Μπορείτε να μάθετε να παίζετε στο μπουζούκι το «Oh! Μon amour». Οι Ελληνες το λατρεύουν...  «Το τραγούδι αυτό πρέπει να το δουλέψω για τη συναυλία στην Αθήνα, διότι δεν το έχω τραγουδήσει ποτέ ζωντανά στη σκηνή!».

Πώς ερμηνεύετε το γεγονός ότι άλλα τραγούδια αγαπά το ελληνικό κοινό, για παράδειγμα, και άλλα το γαλλικό; «Οι Γάλλοι έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο ακοής. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι είναι πίσω σε ό,τι αφορά τον ήχο και τη μουσική. Δεν είναι όπως οι Αγγλοι, οι Αμερικανοί ή οι Ιταλοί, που είναι πιο προχωρημένοι. Οι Γάλλοι είναι περίεργοι. Ευτυχώς που στο κοινό μου υπάρχουν πολλοί νέοι, αλλιώς θα βαριόμουν πάρα πολύ...».

Συνεργάζεστε, μάλιστα, με νέους καλλιτέχνες... «Βεβαίως. Δεν το κάνω, όμως, συχνά. Δεν μου αρέσουν τα ντουέτα. Εκ των υστέρων ανακαλύπτω ότι με τον τάδε καλλιτέχνη αυτό που έχω κάνει είναι ντουέτο. Για παράδειγμα, έκανα ένα τραγούδι με μια νεαρή καλλιτέχνιδα που τη λένε Λοάν και έχω την εντύπωση ότι τη συνοδεύω απλώς σαν χορωδία και όχι ως τραγουδιστής».

Σε λίγες ημέρες θα τραγουδήσετε τις μεγάλες επιτυχίες σας στις δύο συναυλίες που δίνετε για την ενίσχυση του Ιδρύματος Δράσης κατά του Καρκίνου του Μαστού. Είναι γνωστή η ευαισθησία σας σε κοινωνικά ή ανθρωπιστικά θέματα... «Ναι. Είναι κάτι που κάνω ενστικτωδώς. Πάντα μόνος μου και με τον δικό μου τρόπο. Στην προκειμένη περίπτωση, ως πρέσβης καλής θελήσεως του ιδρύματος, θέλω να υποστηρίξω τη δράση του, γιατί το αισθάνομαι πραγματικά. Θέλω να συντελέσω, μαζί με τον Γιώργο Λεβέντη, την Ασπασία Λεβέντη και τον δρα Σταύρο Γεωργιάννο, στο να αυξηθεί το ποσοστό των γυναικών που θεραπεύονται. Δεν θα ήθελα, όμως, να επεκταθώ πάνω στο θέμα αυτό. Είναι κάτι πολύ προσωπικό».

Γνωρίζετε τη σημερινή γενικότερη κατάσταση στην Ελλάδα; «Ακούω από φίλους τι συμβαίνει στη χώρα σας και λυπάμαι. Οντας όμως αισιόδοξος άνθρωπος, θεωρώ ότι ακόμη και όταν έχουμε πέσει στον γκρεμό, μπορούμε να ξανασηκωθούμε, όσο δύσκολο και αν είναι. Εγώ, όπως σας είπα, δεν κάνω πολιτική. Θέλω να νιώσω τα πράγματα από κοντά, όταν έρθω στην Ελλάδα. Δεν είμαι από αυτούς που υποκρίνονται ότι ξέρουν τα πάντα. Δεν είναι το στυλ μου. Εγώ ζω με τρόπο πολύ ιδιαίτερο. Ζω την κάθε στιγμή, το κάθε δευτερόλεπτο. Και έπειτα δεν έχω καν τηλεόραση. Οπότε η πληροφόρησή μου δεν είναι ίδια με την πληροφόρηση που έχουν όσοι ζουν με τρόπο πιο “φυσιολογικό”».

Πάνω σε τι δουλεύετε αυτή την εποχή; «Ετοιμάζω το καινούργιο άλμπουμ μου. Γράφω, επίσης, μουσική για κάποιες κινηματογραφικές ταινίες».

Σας αρέσει να δουλεύετε πάνω σε εικόνες; «Προτιμώ να πηγαίνω για δείπνο με τους συνεργάτες μου και να μου αφηγούνται αυτοί τις σκηνές. Μετά δημιουργώ μουσικές ατμόσφαιρες και τις δοκιμάζω πάνω στις εικόνες. Αν υπάρξει μαγεία, έχει καλώς. Αν όχι, το ξανακάνω από την αρχή. Γενικά, όμως, είτε πρόκειται για κινηματογραφική μουσική είτε για άλμπουμ, δουλεύω γρήγορα και δεν αποφασίζω τίποτε εξαρχής. Ακολουθώ το ένστικτό μου και πηγαίνω προς το άγνωστο, χρησιμοποιώντας τις εσωτερικές δονήσεις της στιγμής, οι οποίες δημιουργούνται από τους ήχους των μουσικών οργάνων. Κάποια στιγμή ο ήχος καταλήγει να δημιουργεί τη μελωδία. Δεν παίρνω δηλαδή την κιθάρα μου για να συνθέσω μια μελωδία. Η μελωδία δημιουργείται μέσα από τη μαγεία της στιγμής...».

Κλείνοντας, θα ήθελα να μου πείτε ποιο είναι το βασικό στοιχείο της αγάπης σας για τη μουσική... «Για μένα η μουσική αντανακλά ό,τι έχω νιώσει για τις γυναίκες που έχω αγαπήσει. Είναι κάτι ανεξήγητο, σαν το πάθος. Υπέροχο σαν φρούτο του πάθους. Υπέροχο και μοναδικό». 

* Ο Christophe, θα δώσει δύο συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την Τετάρτη 2 & την Πέμπτη 3 Μαΐου 2012.




ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Συνεντεύξεις περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.