Από πέτρα και σύννεφο
Τη Δημητσάνα, από τους πιο όμορφους οικισμούς στην Ελλάδα, μπορείς να τη δεις από πολλές γωνίες. Ερχόμενος από Βυτίνα ή Ζάτουνα τη βλέπεις πρώτα απέναντι να «κυματίζει» στη λοφογραμμή και μετά, καθώς ο δρόμος πλησιάζει ή κατεβαίνει στην κοίτη του Λούσιου,παρατηρείς ψηλά τα πυργόμορφα σπίτια της να ξεμυτίζουν από άλλες κεραμοσκεπές ή τους βράχους. Μετά, όσο ανεβαίνεις, η πολιτεία μοιάζει με ένα πετρόκτιστο κοίλωμα, μια αγκαλιά που ανοίγει για να σε υποδεχθεί. Μέσα σε αυτή την αγκαλιά υπάρχουν εντυπωσιακά σπίτια, πλακοστρωμένα δρομάκια, πελεκημένα καμπαναριά. Το πιο πολυώροφο και επιβλητικό σπίτι της Δημητσάνας είναι ο Πύργος Ξενιού, το μοναδικό ίσως πετρόκτιστο πενταώροφο κτίριο στην Ελλάδα, το οποίο έπαψε να λειτουργεί ως ξενώνας αλλά συνεχίζει να δεσπόζει στην πέρα γειτονιά.

Η πιο καλή ώρα να πετύχετε τη Δημητσάνα είναι όταν το σύννεφο κατρακυλά από την πλαγιά του βουνού και αρχίζει να τυλίγει με τη γοητεία του τον οικισμό, πρώτα το καμπαναριό ψηλά και μετά γλιστρώντας πάνω στις κεραμοσκεπές, ώσπου να «γκρεμιστεί» προς το φαράγγι του Λούσιου. Αλλά είναι εύκολο να δείτε και να ακολουθήσετε το πιο γραφικό πλακόστρωτο της Δημητσάνας να κατεβαίνει προς τον κεντρικό δρόμο και να περνά απέναντι στον άλλο λόφο, τον δεύτερο, πάνω στον οποίο είναι κτισμένη η Δημητσάνα. Ανηφορίζει επίσης πλακόστρωτο προς την κεντρική πλατεία με την περίφημη βιβλιοθήκη, τους ναούς της Αγίας Κυριακής και του Αγίου Γεωργίου, περνά έξω από τον ξενώνα Καζάκου και χάνεται μέσα στα σοκάκια, ώσπου να βγει έξω και από τα τελευταία σπίτια του οικισμού. Από εδώ είναι μια από τις θεαματικότερες γωνίες για να δεις ολόκληρη τη Δημητσάνα.
{{{ map }}}

Αρκαδικό ποίημα

Mια από τις εκφραστικές τάσεις που είχαν διαμορφωθεί στις αρχές του 19ου αιώνα, στα πρώτα βήματα της νέας ελληνικής λογοτεχνίας, ήταν και η αποκαλούμενη αρκαδική ποίηση. Ηταν ποιήματα που εκδήλωναν τη νοσταλγία για την αρχαία Αρκαδία, έναν ειδυλλιακό τόπο. Αυτή την ευδαιμονία την αισθάνεσαι και σήμερα ακόμη, καθώς το τοπίο και η ζωή που κυλά μέσα του παραμένουν ειδυλλιακά. Τα βουερά ποτάμια, τα ψηλά ελατοσκέπαστα βουνά, οι παραδοσιακοί οικισμοί, τροφοδοτούνται με γοητεία από μια καρδιά που οι παλμοί της ηχούν από τα βάθη των αιώνων. Οι αγωγοί, οι οποίοι τροφοδοτούν με το ελιξίριο της ιστορίας το τοπίο, είναι τα ποτάμια: ο Λούσιος, ο Αλφειός, η Νέδα.

Λένε πως στον Λούσιο οι Νύμφες έλουσαν τον Δία όταν ήταν μωρό. Καθώς έρχεσαι από τη Μεγαλόπολη, τον συναντάς μετά την Καρύταινα να περνά κάτω από το παλιό και το καινούργιο γεφύρι του Ατσίχολου. Από εδώ ξεκινά μια ωραία διαδρομή ράφτινγκ. Οι πολύχρωμες βάρκες τρέχουν επί 3 χλμ. πάνω στον ζωηρό Λούσιο, το πιο κρύο ποτάμι που ήξερε ο ταξιδιωτικός ρεπόρτερ της αρχαιότητας Παυσανίας. Δεν υπάρχει όμως κανένα πρόβλημα, γιατί οι κωπηλάτες φορούν ειδικές στολές από νεοπρέν και προστατευτικά κράνη.

Εξορμήσεις ράφτινγκ και πεζοπορίας διοργανώνει η Trekking Hellas, η οποία έχει τη βάση της στο χωριό Βλαχορράπτης (τηλ. 27910 25978). Μπορείτε να επικοινωνήσετε και με τον Τρύφωνα Κολίντζα (τηλ. 6974 459753)

Οι καταπράσινες όχθες φεύγουν γοργά πίσω από τη βάρκα ώσπου αυτή να πέσει στον Αλφειό και να συνεχίσει στο ίδιο περιβάλλον για άλλα 4 χλμ. ως τη γέφυρα του Κούκου. Αυτό το γεφύρι το έκτισαν οι λαγκαδινοί μαΐστορες 30 μέτρα ψηλά από την κοίτη του ποταμού, με μια ειδική πατέντα. Χρησιμοποίησαν 13 χιλιόμετρα σκοινί για να «πλέξουν» τις δύο όχθες και να στηρίζουν ένα εναέριο καλούπι. Και όπως μας μεταφέρει ο θρύλος, μόνο ένα σφυρί τούς έπεσε στον Αλφειό. Οι πολύχρωμες βάρκες του ράφτινγκ δημιουργούν μοναδική εικόνα, καθώς φτάνουν κάτω από το επιβλητικό γεφύρι που γεφυρώνει τις δύο ψηλές, καταπράσινες όχθες.

Αναμνήσεις από τη Ζάτουνα
Από τη Δημητσάνα ο δρόμος πηγαίνει για τη Ζάτουνα (4 χλμ.) και διακλαδώνεται για την περίφημη Μονή Φιλοσόφου (9 χλμ.) και το Κρυφό Σχολειό, πάνω στο ανασηκωμένο φρύδι του Λούσιου. Εκεί, πάνω στον κεντρικό δρόμο, υπήρχε το εκπληκτικό καφενείο (και κουρείο) του Τερρή, ένα πραγματικό μνημείο-σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας. Υπήρχε για 80 και βάλε χρόνια, αλλά δυστυχώς για τους ταξιδιώτες τώρα η πόρτα του έχει κλείσει. Το δούλεψαν τρεις γενιές φτιάχνοντας πάντα το χειροποίητο παστέλι, αλλά ο Περικλής που έψηνε τον καφέ στον παλιό πάγκο έφυγε με τη γυναίκα και το παιδί του για τη Γαλλία, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Δύσκολοι καιροί…

Στο Κρυφό Σχολειό, την παλαιά Μονή Φιλοσόφου που είναι κολλημένη στον βράχο, φτάνει ένα απότομο μονοπάτι (με χειρολαβές από αλουμίνιο) που ξεκινά από τη νέα Μονή Φιλοσόφου, η οποία είναι κτισμένη από το 1691 στο πλάτωμα του βράχου, σε ακόμη πιο θεαματικό σημείο από εκείνο της παλιάς. Από εκεί μπορείς να δεις και το άλλο κομμάτι του φαραγγιού προς τη Δημητσάνα και τις πηγές του Λούσιου. Και εδώ ο μοναχός σε υποδέχεται με το παρα δοσιακό κέρασμα των μοναστηριών, το λουκούμι, το νερό και τον καφέ. Αυτή είναι η πρώτη απόλαυση. Γιατί μετά ακολουθούν η ευχαρίστηση και το δέος που προσφέρει το τοπίο, αλλά και η γαλήνη που επικρατεί στο εσωτερικό του καθολικού της Μονής με τις τοιχογραφίες του 1693. Η γαλήνη διαχέεται στο εσωτερικό του καθολικού καθώς οι ακτίνες του ήλιου που μπαίνουν από τα παράθυρα του τρούλου λούζουν με «μεταφυσικό» φως τα πρόσωπα των αγίων.

Το μονοπάτι του Λούσιου
Είναι ένα από τα πλέον γοητευτικά φαράγγια της Ελλάδας: κατάφυτες, θεαματικές πλαγιές που «αγκαλιάζουν» το ποτάμι που κυλά πάνω και ανάμεσα στους λείους βράχους, «στολισμένες» με τους παραδοσιακούς οικισμούς της Δημητσάνας, της Ζάτουνας και της Στεμνίτσας και τις μονές Φιλοσόφου, Προδρόμου, Παναγίας των Αιμυαλών και Καλαμίου.

Ο Λούσιος, πάντα ζωηρός, αναβλύζει κάπου στα αριστερά του δρόμου για τα Λαγκάδια, μετά την Καρκαλού, και ώσπου να φτάσει κάτω από τη Δημητσάνα έχει ήδη γίνει ποτάμι. Καθώς η δυναμική του συνεχώς μεγαλώνει, αφήνει πίσω του αριστερά το Μουσείο Υδροκίνησης και το Παλαιοχώρι. Ολα τώρα κινούνται γρήγορα: αριστερά στην κορυφή των οχθών προβάλλουν τα μοναστήρια της Παναγιάς των Αιμυαλών και του Προδρόμου. Λίγο μετά αισθάνεσαι έναν ακόμη παραδοσιακό οικισμό, τη Στεμνίτσα, αθέατη από το φαράγγι.

Οι ψηλοί «τοίχοι» ανοίγουν πλέον σιγά-σιγά, αφήνοντας να φανεί ο ουρανός ανάμεσα στα ψηλά κυπαρίσσια, αλλά και κάποια ασκηταριά ξεχασμένα ψηλά στους κάθετους βράχους. Τώρα, στην πορεία για τη συνάντηση με τον Αλφειό, μένουν πίσω, κάτω από το χωριό Ατσίχολος, το κομψό παλιό εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα, ένα πέτρινο γεφύρι, η Μονή Καλαμίου και η Αρχαία Γόρτυς.

Ενα τέτοιο τοπίο το απολαμβάνεις με όλες τις αισθήσεις σου, αργά και ηδονικά. Με φυσικά μέσα, με τα πόδια. Από πού ξεκινάς; Η πιο εύκολη διαδρομή είναι από τη Μονή Φιλοσόφου. Το μονοπάτι περνά δίπλα από το Κρυφό Σχολειό και κατηφορίζει ως την κοίτη του Λούσιου. Οι πεζοπόροι περνούν πάνω από το τσιμεντένιο γεφύρι και ανηφορίζουν το φιδωτό μονοπάτι ως τη Μονή Προδρόμου. Λειτουργεί εκεί, κρεμασμένη σαν χελιδονοφωλιά στον απότομο βράχο, από το 1167 και έχει πολλά πράγματα να δείξει, μεταξύ των οποίων και τοιχογραφίες της κρητικής σχολής του 16ου αιώνα. Εκεί οι πεζοπόροι ξεκουράζονται και μετά κατηφορίζουν ξανά προς το ποτάμι, περνούν απέναντι και περπατούν στην όχθη του στο ανοιχτό πλέον φαράγγι διακρίνοντας τα παλιά ασκηταριά στους κάθετους βράχους στην αντίπερα όχθη, ως το εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα (11ος αιώνας). Περπατούν περίπου δυόμισι ώρες από τη Μονή Φιλοσόφου ως εδώ.

Οι γειτονιές των αετών

«Λάμπει ο ήλιος στα βουνά, λάμπει και στα λαγκάδια, λάμπει και στ’ Αρκουδόρεμα, στο έρμο Λιμποβίσι, οπού είν’ οι κλέφτες οι πολλοί, οι Κολοκοτρωναίοι…» λέει ένα παλιό δημοτικό τραγούδι. Και ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά, ο Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης, διηγείται ότι «… από τα 1553 όπου εφάνηκαν εις τα μέρη μας Τούρκοι, ποτέ δεν τους ανεγνώρισαν, αλλ’ ήσαν εις αιώνιον πόλεμον», για να συμπληρώσει ότι δεν θυμάται κανέναν από τους προγόνους του να είχε πεθάνει από φυσικό θάνατο.

Η Διήγηση Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής που υπαγόρευσε ο σπουδαίος Ελληνας στον Γεώργιο Τερτσέτη είναι ένα οδοιπορικό σε αυτά τα μέρη: Βυτίνα, Λιμποβίσι, Αλωνίσταινα, Στεμνίτσα, Δημητσάνα, Ζυγοβίτσι, Λαγκάδια, Μαγούλιανα, έρχονται και ξανάρχονται στη Διήγηση, έρχονται και ξανάρχονται στις πινακίδες στους δρόμους. Και το πνεύμα του Γέρου πλανάται πάνω από τον τόπο και βάζει τον θρύλο να εγκατασταθεί στους μοναχικούς οικισμούς και στα ελατοσκέπαστα βουνά.

Από τη Δημητσάνα ο δρόμος πηγαίνει προς Στεμνίτσα και συνεχίζει για Χρυσοβίτσι (14 χλμ.) ακολουθώντας την πινακίδα προς Τρίπολη. Ο δρόμος ανεβαίνει σε διαδοχικά οροπέδια στεφανωμένα με ελατοδάσος. Παραβλέπουμε την πινακίδα προς Βυτίνα (20 χλμ.) και συνεχίζουμε ευθεία.

Ενα χιλιόμετρο πριν από το Ζυγοβίτσι πηγαίνουμε αριστερά για το Λιμποβίσι (7 χλμ.). Συναντάμε πρώτα την Παναγιά του Αρκουδορέματος και μετά τη βρύση. Παραβλέπουμε δεξιά τον δρόμο για Αλωνίσταινα (το χωριό από όπου καταγόταν η Ζαμπία Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, η οποία κατατρεγμένη γέννησε στο Ραμαβούνι της Παλαιάς Μεσσηνίας τον Θεοδωράκη το 1770) και συνεχίζουμε για το Λιμποβίσι που βρίσκεται λίγο μετά (36 χλμ. από τη Δημητσάνα). Εδώ, επάνω στα θεμέλια του σπιτιού των Κολοκοτρωναίων κτίστηκε ένα νέο οίκημα, ανάμεσα στα ερείπια, για να θυμίζει την εστία αυτής της αδούλωτης γενιάς. Παίρνουμε πίσω τον δρόμο που μας έφερε εδώ και πηγαίνουμε δεξιά για τη ζωντανή Ελάτη (1.220 υψόμετρο), ξεχωρίζοντας και συστάδες μελανόδερμων πεύκων, και το εγκαταλελειμμένο Πυργάκι. Ο δρόμος (18 χλμ. από το Λιμποβίσι) βγαίνει στον αυτοκινητόδρομο που αριστερά πάει για Δημητσάνα και δεξιά για Λεβίδι και εθνικό δρόμο Κορίνθου- Τρίπολης. Στο ύψος της Βυτίνας ο δρόμος ανηφορίζει δεξιά για Αλωνίσταινα (9 χλμ.) και Πιάνα (1 χλμ. μετά).

ΠΡΟΣΒΑΣΗ

Η Δημητσάνα απέχει οδικώς από την Αθήνα 214 χλμ.

ΔΙΑΜΟΝΗ
Στη Δημητσάνα,στα ξενοδοχεία Εν Δημητσάνη (τηλ.27950 31748, www.endimitsani.gr), στο κλασικό Δημητσάνα (τηλ.27950 31518, www.dimitsanahotel.gr), στο Κoustenis Village (τηλ.27950 31445, (www.koustenisvillage.gr), στους ξενώνες Λουσίου Νύμφες (τηλ.27950 31525, www.lousiou-nymphes.gr), Θεονύμφη (τηλ.27950 29215, www.theonimfi.gr), Εναστρον (τηλ.27950 31684, www.xenonasenastron.gr), Καζάκου (τηλ.27950 29215, www.xenonaskazakou.gr), Αμανίτες (τηλ.27950 31090, www.amanites.gr), Προσέληνος (τηλ.27950 31675, www.proselinos.gr).

ΦΑΓΗΤΟ
Στη Δημητσάνα, στις ταβέρνες Δρυμώνας, Θόλος, Κιούπι, Λημέρι του Τρύπα. Στην Παναγιά (μετά τη Ζάτουνα, 15 χλμ.από τη Δημητσάνα) στην ταβέρνα Ζέρζοβα για πραγματικό αγριογούρουνο, κόκορα κοκκινιστό, κατσίκι λαδορίγανη, χυλοπίτες, κολοκυθόπιτα, «κανονικές» πατάτες κ.ά. Στην Καρκαλού (3 χλμ.από τη Δημητσάνα), στην ταβέρνα Λατούφι για γίδα στιφάδο στον φούρνο και αρνάκι με άγρια χόρτα και φέτα. Στο Χρυσοβίτσι, στο Στέκι του Μοριά για κουνέλι στον φούρνο και χοιρινό χασάπικο με μελιτζάνες.