Παραφράζοντας τον γνωστό στίχο του Διονύση Σαββόπουλου, που έχει παρατηρήσει ότι η Ελλάδα στα γήπεδα αναστενάζει, μπορούμε να πούμε πως εφέτος η ποδοσφαιρική Ελλάδα αναστενάζει στα αθλητικά δικαστήρια. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχει συμβεί το πρωτάθλημα να εξαρτάται από αθλητικούς δικαστές. Εχει ενδιαφέρον το πώς βλέπουν οι ποδοσφαιριστές το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ολοένα και περισσότερα παιχνίδια κρίνονται πλέον στα αθλητικά δικαστήρια.

Η ειλικρίνεια του Κάνιας

Οταν μιλάμε για ποδοσφαιριστές είναι λάθος να γενικολογούμε. Ο κάθε ποδοσφαιριστής έχει την άποψή του και οι γνώμες τους δεν είναι κοινές –διίστανται. Οταν ένα παιχνίδι κρίνεται στα δικαστήρια πρέπει να εξαιρέσουμε τις γνώμες των εμπλεκομένων στο παιχνίδι ποδοσφαιριστών. Οσοι χάνουν ένα ματς με απόφαση αθλητικού δικαστή παραπονιούνται συνήθως ότι κανείς δεν σέβεται τον ιδρώτα τους, όποιοι το κερδίζουν υπογραμμίζουν ότι οι κανόνες υπάρχουν για να τηρούνται. Συνήθως οι ποδοσφαιριστές ευθυγραμμίζονται με την υπερασπιστική γραμμή της ομάδας και προσπαθούν να πείσουν για τα δίκια της. Περιπτώσεις όπως αυτή του ισπανού ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ Αλμπερτ Κάνιας είναι σπάνιες. Ο Ισπανός φιλοξενήθηκε πριν από λίγες μέρες στο πρόγραμμα «El Larguero» του ισπανικού ραδιοφωνικού σταθμού Cadena Ser και παραδέχθηκε ότι ο ίδιος και οι συμπαίκτες του σοκαρίστηκαν όταν είδαν τον κ. Ιβάν Σαββίδη να εισβάλλει στο γήπεδο και να τους ζητεί να αποχωρήσουν. Του αξίζει ένα βραβείο για την ειλικρίνεια, αλλά παραμένει μια σπάνια εξαίρεση.


Ο Μπεργκ και ο Ζέκα

Οι ποδοσφαιριστές που δεν εμπλέκονται σε επίμαχους αγώνες μιλάνε σπάνια και όταν το κάνουν εκφράζουν συνήθως την απορία τους για το πώς ένα ματς διακόπηκε και οδηγήθηκε στον αθλητικό δικαστή. Συνήθως οι ποδοσφαιριστές θέλουν να επιβάλλονται οι αυστηρότερες των ποινών για περιπτώσεις που πραγματικά κινδυνεύει η σωματική τους ακεραιότητα. Πριν από τρία χρόνια δύο ποδοσφαιριστές του Παναθηναϊκού, ο Σουηδός Μάρκους Μπεργκ και ο Πορτογάλος Ζέκα, είχαν εντυπωσιάσει με την ειλικρίνειά τους μετά τη διακοπή ενός αγώνα ανάμεσα στον ΠΑΟ και στον Ολυμπιακό στη Λεωφόρο. Ο Μπεργκ είχε αρνηθεί να δικαιολογήσει τους οπαδούς του ΠΑΟ: «Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για να ξεπερνάμε τα όρια και να κάνουμε όσα κάνουν τους ανθρώπους να φοβούνται να πάνε στα παιχνίδια. Δεν μπορεί να ζούμε σε μια χώρα που οι άνθρωποι φοβούνται να φέρουν τα παιδιά τους στο γήπεδο ή τους αρνούνται να δουν τα ματς!» είχε πει και είχε προσθέσει ότι «ο φόβος να χτυπήσεις ή να τραυματιστείς όταν είσαι σε ένα γήπεδο που πέφτουν φωτοβολίδες, σε αναγκάζει να μένεις στο σπίτι σου. Αυτό δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει το έτος 2015. Το ποδόσφαιρο είναι για όλους και πρέπει να ενώνει τους ανθρώπους ανεξαρτήτως της ηλικίας, της φυλής, του χρώματος ή της πίστης τους». Κάποιος θα πει ότι ο Μπεργκ είναι Σουηδός, έχει άλλη κουλτούρα, δεν καταλαβαίνει τι θα πει Μεσόγειος, Βαλκάνια κ.τ.λ.

Οπαδοί εκτός ορίων

Ο Ζέκα, μιλώντας σε πορτογαλική εφημερίδα, ως αρχηγός του ΠΑΟ, δεν είχε βρει κι αυτός λόγια παρηγοριάς για όσους είχαν διαλύσει εκείνο το ντέρμπι: «Εμοιαζε με σκηνικό πολέμου αυτό που ζήσαμε. Ξέρω ότι και την περασμένη σεζόν υπήρχε αναταραχή, αλλά τότε ήταν διαφορετικά γιατί πιστέψαμε ότι στην εξέδρα κάποιοι θύμωσαν επειδή υπήρξαν προβοκάτσιες από την πλευρά των αντιπάλων» είχε πει, προσθέτοντας ότι «αυτή τη φορά ρίχτηκαν φωτοβολίδες στον αγωνιστικό χώρο πριν αρχίσει το ματς και ρίχτηκαν σε ποδοσφαιριστές του Ολυμπιακού. Είναι λυπηρό, αυτά δεν έπρεπε να συμβούν. Υπήρχαν πολλά παιδιά στο γήπεδο και η ελληνική κυβέρνηση ή η ομοσπονδία θα πρέπει να τα λάβουν σοβαρά υπόψη τους αυτά για να τα λύσουν μια για πάντα. Πρέπει να πάρουν δραστικές αποφάσεις και όχι μόνο γι’ αυτό το παιχνίδι. Είναι για το καλό του ποδοσφαίρου». Και οι δύο παίκτες, με τα όσα είχαν τότε δηλώσει, είχαν κάνει ξεκάθαρο ότι όταν οι οπαδοί, ακόμη και της δικής τους ομάδας, περνάνε τα όρια, οι τιμωρίες είναι επιβεβλημένες και δεν χωρά για αυτές καμία συζήτηση. Οι παίκτες γενικά σιχαίνονται τη βία, από όπου κι αν προέρχεται. Απλώς ο Μπεργκ και ο Ζεκα είχαν το κύρος να καταδικάσουν ενέργειες των οπαδών της δικής τους ομάδας –πράγμα σπάνιο.

Ο Τσόρι και το άδειο γήπεδο

Αν κάτι εκνευρίζει εξίσου τους ποδοσφαιριστές είναι και τα περίφημα ματς κεκλεισμένων των θυρών. Ο Τσόρι έχει πει ότι γνώρισε αυτή την εμπειρία για πρώτη φορά στην Ελλάδα και θεωρεί τη συγκεκριμένη ποινή απολύτως άθλια. «Μπορεί να υπάρξει μια τιμωρία του γηπέδου αν οι οπαδοί παραφέρονται, αλλά το άδειο γήπεδο δεν είναι τιμωρία, είναι κατάρα» είχε πει ο Αργεντινός μετά τον τελικό Κυπέλλου ΑΕΚ – Ολυμπιακός (2-1) στο άδειο ΟΑΚΑ προ διετίας. Για τον Τσόρι μια ομάδα θα μπορούσε να τιμωρηθεί και να αγωνιστεί χιλιόμετρα μακριά από την έδρα της, αλλά όχι χωρίς οπαδούς. «Το ποδόσφαιρο δεν είναι όμορφο χωρίς τους θεατές στην εξέδρα» έλεγε, προσθέτοντας ότι «ο θεατής δεν είναι ένας απλός υποστηρικτής, αλλά και κάποιος που σου δίνει κίνητρο να αγωνιστείς καλύτερα». Για τον Τσόρι οι ποδοσφαιριστές θα έπρεπε να αρνούνται να αγωνίζονται σε άδεια γήπεδα, όπως οι ηθοποιοί αρνούνται να δώσουν παράσταση σε άδεια θέατρα και οι τραγουδιστές δεν τραγουδάνε σε άδεια μαγαζιά.

Το ματς όμως πρέπει να γίνει…

Αντίθετος σε κάποιες αθλητικές ποινές είναι και ο Ντέμης Νικολαΐδης, που έχει γνωρίσει τον κόσμο του ελληνικού ποδοσφαίρου και ως ποδοσφαιριστής και ως παράγοντας. Ο Νικολαΐδης που προσπάθησε πάρα πολύ ως παράγοντας να απομακρύνει από το γήπεδο ακραία στοιχεία και συγκρούστηκε για αυτό ακόμα και με τους οργανωμένους οπαδούς της ομάδας του, της ΑΕΚ, πιστεύει πως στην Ελλάδα έχουμε αρκετά αυστηρές ποινές – τόσο αυστηρές που μερικές φορές είναι πρόβλημα η ίδια η εφαρμογή τους.

Δεν του άρεσε πάντως ποτέ όποια ποινή στερούσε από τον θεατή τη δυνατότητα να παρακολουθήσει ένα παιχνίδι: ο περίφημος μηδενισμός μιας ομάδας και η διακοπή ενός αγώνα πιστεύει πως τελικά απομακρύνουν τον κόσμο από το γήπεδο, διότι απλούστατα είναι ποινές που του στερούν τη δυνατότητα να χαρεί ποδόσφαιρο.

Ο Νικολαΐδης λέει ότι μια ομάδα μπορεί να τιμωρείται ακόμα και με αφαίρεση βαθμών αν η συμπεριφορά οπαδών, παραγόντων ή ποδοσφαιριστών ξεπερνά τα όρια, πλην όμως κάθε παιχνίδι πρέπει να γίνεται.

Σε μια πρόσφατη συζήτηση μου εξηγούσε ότι οι ποινές που έχουμε στην Ελλάδα σπάνια αλλάζουν τις συμπεριφορές των οπαδών. «Στη Γερμανία η ποινή να αγωνιστείς χωρίς θεατές στερεί από την ομάδα σημαντικά έσοδα και αποτελεί για έναν σύλλογο ντροπή. Εδώ, αν ο αντίπαλος τον οποίο αντιμετωπίζεις κεκλεισμένων των θυρών είναι αδύναμος, επί της ουσίας δεν υπάρχει ποινή: απλά οι κάτοχοι των διαρκείας εισιτηρίων χάνουν τη δυνατότητα να δουν ένα ματς» λέει ο Νικολαΐδης. Οσο για τις ματαιώσεις των αγώνων, είναι κάθετος: «Είναι λάθος» λέει «να συνηθίζουμε τον κόσμο στην ιδέα ότι η ομάδα του μπορεί να κερδίσει χωρίς να παιχτεί ποδόσφαιρο». Προσυπογράφω.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ