Στη Μαδρίτη και στο Πριγκιπάτο θα παιχτεί το πρώτο μέρος της πράξης των ημιτελικών του Τσάμπιονς Λιγκ. Συναντήσεις πολλών αστέρων, με θέαμα και δυνατές μονομαχίες στο χορτάρι από τέσσερις ομάδες που έχουν αποδείξει πως δίκαια διεκδικούν την παρουσία τους στον τελικό της 3ης Ιουνίου στο Κάρντιφ.
Το ντέρμπι της Μαδρίτης, ανάμεσα στη Ρεάλ και στην Ατλέτικο, τις βρίσκει να παλεύουν σε διαφορετικά μέτωπα και να έχουν να ξεπεράσουν σημαντικά ζητήματα προκειμένου να διαχειριστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο αυτή τη σειρά των αγώνων.
Η ομάδα του Ζινεντίν Ζιντάν θα πάει στους ημιτελικούς έχοντας υποστεί την ήττα από την Μπαρτσελόνα στο clasico, την πρώτη εφετινή, στο «Μπερναμπέου». Είναι σοβαρό πλήγμα για τους Μερένγκες που πλέον βλέπουν τον δρόμο προς την κατάκτηση του πρωταθλήματος να στενεύει, έστω κι αν έχουν ένα ματς λιγότερο από την Μπαρτσελόνα. Από την άλλη πλευρά, η εντός έδρας ήττα της Ατλέτικο στο πρόσφατο ματς με τη Βιγιαρεάλ φορτώνει με πίεση τους παίκτες και τον Ντιέγκο Σιμεόνε καθώς κινδυνεύουν να χάσουν από τη Σεβίλλη την τρίτη θέση που οδηγεί απευθείας στους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ.
Στην ομάδα του Ζινεντίν Ζιντάν προστέθηκε ακόμα ένα χτύπημα. Ο τραυματισμός του Γκάρεθ Μπέιλ, ο οποίος θα χάσει και τα δύο παιχνίδια με την Ατλέτικο. Κι αυτό ακριβώς καλείται να διαχειριστεί ο γάλλος τεχνικός στην πιο κρίσιμη φάση της αγωνιστικής περιόδου. Οι εναλλακτικές του Ζιντάν; Μία περίπτωση είναι ο 21χρονος Μάρκο Ασένσιο, ή ακόμα και ο Ισκο, στην περίπτωση που ο προπονητής της Ρεάλ θελήσει να προσθέσει περισσότερο ισχύ στη μεσαία γραμμή προκειμένου να ελέγξει την κατοχή της μπάλας.
Ο Ντιέγκο Σιμεόνε έχει μάθει πολλά από τις αναμετρήσεις με τη Ρεάλ τα τελευταία τρία χρόνια. Ετσι ίσως αντιμετωπίσει με περισσότερη σοφία τα εφετινά παιχνίδια. Αλλωστε μπορεί και η ιστορία να χρωστά κάτι στους Ροχιμπλάνκος, που βρέθηκαν τρεις φορές στο παρελθόν με τα χέρια απλωμένα στο τρόπαιο αλλά την τελευταία στιγμή το άρπαξαν η Μπάγερν και η Ρεάλ. Ισως, η Ατλέτικο να είναι και η ομάδα που το θέλει περισσότερο.
Στις 28 Μαΐου, θα διεξαχθεί στο Μονακό το περίφημο Γκραν Πρι της Φόρμουλα 1, υπό τα βλέμματα διάσημων προσωπικοτήτων του διεθνούς τζετ-σετ. Αυτή τη χρονιά όμως, οι Μονεγάσκοι έχουν στραμμένη την προσοχή τους στο ποδόσφαιρο και στις μάχες με τη Γιουβέντους στα ημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο της διοργάνωσης, θα βρούμε τη Μονακό στον τελικό του 2004, στο Γκελζενκίρχεν, όταν ηττήθηκε από την Πόρτο 3-0. Εκείνη τη χρονιά, με πρώτο σκόρερ στην Ευρώπη τον Φερνάντο Μοριέντες (9 γκολ), η Μονακό είχε αποκλείσει στα προημιτελικά τη Ρεάλ και στα ημιτελικά την Τσέλσι. Βασικός ήταν και ένας έλληνας ποδοσφαιριστής, ο Ακης Ζήκος.
Αυτό έχουν στο μυαλό τους τώρα ο Λεονάρντο Ζαρντίμ και οι ποδοσφαιριστές της, γνωρίζοντας βεβαίως πως μπροστά τους έχουν τη Γιουβέντους, μια ομάδα που είναι σε εξαιρετική αγωνιστική κατάσταση και διαθέτει την κορυφαία άμυνα στη διοργάνωση (μόλις δύο γκολ παθητικό). Η καλύτερη επίθεση κόντρα στην πιο δυνατή άμυνα και ο ενθουσιασμός απέναντι στην εμπειρία. Κάπως έτσι μπορούμε να περιγράψουμε τις αναμετρήσεις των δύο ομάδων. Η Γηραιά Κυρία, πέντε στροφές πριν από το τέλος, έχει διαφορά οκτώ βαθμών από τη δεύτερη Ρόμα και ετοιμάζεται να πανηγυρίσει την κατάκτηση ενός ακόμα τίτλου. Από την άλλη πλευρά, η Μονακό δίνει μάχη για να σπάσει την κυριαρχία της Παρί Σεν Ζερμέν και στην Ευρώπη απέκτησε τεράστια αυτοπεποίθηση μετά την πρόκριση επί της Μάντσεστερ Σίτι.
Στη Γιουβέντους θα βρούμε έναν παίκτη που θέλει όσο τίποτα το τρόπαιο του Τσάμπιονς Λιγκ. Ο Τζιανλουίτζι Μπουφόν δεν θα μπορούσε να περιμένει τίποτα καλύτερο από αυτό, λίγο πριν αποφασίσει να σταματήσει την καριέρα του. Μονακό και Γιουβέντους έχουν συναντηθεί άλλες δύο φορές σε νοκ άουτ παιχνίδια της διοργάνωσης. Και τις δύο υπερίσχυσε η ιταλική ομάδα. Την περίοδο 2014-2015 (προημιτελικά), η Γιουβέντους νίκησε 1-0 στο Τορίνο και πήρε ισοπαλία στο Μονακό, ενώ το 1997-98 (ημιτελικά) επικράτησε 4-1 στην έδρα της και ηττήθηκε 3-2 στο Πριγκιπάτο. Θυμίζουμε ότι η μετακίνηση από το Τορίνο προς το Μονακό και αντίστροφα δεν είναι δύσκολη καθώς η απόσταση ανάμεσα στις δύο πόλεις είναι κάτι περισσότερο από 200 χιλιόμετρα και η διάρκεια του ταξιδιού (οδικώς) είναι περίπου τρεις ώρες.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ