Πολλαπλασιάζονται οι διακρίσεις στις «φυλές» των γιατρών του ΕΣΥ, με τους λειτουργούς του Ιπποκράτη να εμφανίζονται προβληματισμένοι και διχασμένοι για τις νέες εργασιακές σχέσεις που δρομολογεί το υπουργείο Υγείας.
Η εξίσωση των όρων απασχόλησης σε όλους τους γιατρούς που εργάζονται στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας, βάζοντας παράλληλα «λουκέτο» στο ιδιωτικό ιατρείο των πανεπιστημιακών έως το τέλος του έτους, έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις, με τις αντιδράσεις να κλιμακώνονται.

Εργαζόμενοι τριών ταχυτήτων
Μοιραία, έχουν δημιουργηθεί εντός του ΕΣΥ τρεις ταχύτητες που διευρύνουν το χάσμα. Οι πανεπιστημιακοί γιατροί έχουν λάβει ήδη θέση μάχης για τις προωθούμενες αλλαγές των πανεπιστημιακών νοσοκομείων, καθώς η πρόταση σχεδίου νόμου του υπουργείου Υγείας περιλαμβάνει ρυθμίσεις όπως η δυνατότητα ανάπτυξης και κλινικών ΕΣΥ στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία. Παράλληλα, δίνει το «πράσινο φως» για τη θέσπιση πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης για τα μέλη ΔΕΠ που αποτελεί αιτία πολέμου για τους πανεπιστημιακούς γιατρούς.
Και ενώ η μεγάλη μερίδα των περίπου 16.000 (δημόσιων) νοσοκομειακών γιατρών γυρνά την πλάτη της σε κάθε ευέλικτη σχέση εργασίας, προασπιζόμενη τον δημόσιο χαρακτήρα του ΕΣΥ, δεν λείπουν και εκείνοι –με πρωταγωνιστές τους συντονιστές διευθυντές –που κλείνουν το… μάτι σε ρυθμίσεις που θα άνοιγαν τον ιδιωτικό δρόμο και στους δημόσιους γιατρούς.
Πάντως, ο επικεφαλής της Ανεξάρτητης Συνδικαλιστικής Κίνησης Επιστημών Υγείας στην Ομοσπονδία των πανεπιστημιακών (ΠΟΣΔΕΠ), καθηγητής Ιατρικής Φυσικής – Ακτινοφυσικής κ. Στάθης Ευασταθόπουλος, επισημαίνει ότι δεν υπάρχουν (ούτε πρέπει να υπάρχουν) αντίπαλα στρατόπεδα εντός του ΕΣΥ, δεδομένου ότι κοινός στόχος όλων είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της κοινωνίας –δηλαδή των ασθενών.
Παρά ταύτα, ο ίδιος επιμένει ότι υπάρχουν διακριτοί ρόλοι ανάμεσα στις πανεπιστημιακές κλινικές και στις κλινικές του ΕΣΥ. «Το θεσμικό πλαίσιο θα έπρεπε να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση –να προασπίσει δηλαδή τον εκπαιδευτικό ρόλο των πανεπιστημιακών νοσοκομείων και κλινικών ώστε να καταρτίσουν επιστημονικά τους νέους γιατρούς. Δυστυχώς, τα προωθούμενα μέτρα κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση, παραβλέποντας το εκπαιδευτικό έργο και δίνοντας αποκλειστική έμφαση στο κλινικό έργο».
Οι δημόσιες τοποθετήσεις στελεχών της οδού Αριστοτέλους υπογραμμίζουν την παραπάνω στοχοπροσήλωση, καθώς μεταξύ άλλων προβάλλουν το επιχείρημα ότι η εργασιακή εξίσωση όλων των γιατρών του ΕΣΥ οδηγεί σε αύξηση του προσωπικού λύνοντας έτσι οριστικά το πρόβλημα της μη προσαρμογής της χώρας μας σε όσα επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο για το ωράριο των νοσοκομειακών γιατρών.
Από την άλλη, σύμφωνα με τους περίπου 1.000 πανεπιστημιακούς που υπηρετούν στο ΕΣΥ, οι ρυθμίσεις που προβλέπονται στο σχέδιο νόμου αποτελούν «καταστροφή στην εκπαίδευση των φοιτητών», αφήνοντας παράλληλα αιχμές για «εξυπηρέτηση συντεχνιακών συμφερόντων των συντρόφων» της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας.

Ψαλίδα διακρίσεων
Το πλέον αιχμηρό… αγκάθι του σχεδίου νόμου που «δηλητηριάζει» τις ισορροπίες εντός του ΕΣΥ είναι η διάταξη που αφορά «την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση» των πανεπιστημιακών γιατρών, επαναφέροντας έτσι το καθεστώς που είχε δημιουργηθεί το 2001, με τον τότε υπουργό Υγείας Αλέκο Παπαδόπουλο να επαναλαμβάνει ότι «το ανήθικο προνόμιο των πανεπιστημιακών θα πρέπει να τελειώσει οριστικά»
Παρά την αποφασιστικότητα που επιδείκνυε η τότε ηγεσία του υπουργείου Υγείας, το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα δεν εκδόθηκε ποτέ. Χρονολογία-σταθμός είναι και το 2011, όταν δόθηκε στους πανεπιστημιακούς η δυνατότητα να διατηρήσουν τα ιδιωτικά ιατρεία τους, με προϋπόθεση τη συμμετοχή τους στα απογευματινά ιατρεία του ΕΣΥ –μέτρο που τόνωσε τα ταμεία των νοσοκομείων.
Ομως σύμφωνα με την ΑΣΚΕΥ η νέα διάταξη που προωθείται δεκαεπτά χρόνια μετά, αναμένεται να δημιουργήσει κύμα μαζικής φυγής των πανεπιστημιακών γιατρών.
Επιπλέον, οι καθηγητές των Ιατρικών Σχολών της χώρας διερωτώνται για τη σκοπιμότητα του μέτρου. «Σε μια περίοδο που η κρίση κορυφώνεται… η κυβέρνηση σκοπεύει να μειώσει με αυτή τη διάταξη τη φορολογική της βάση και τα φορολογικά έσοδα μη επιτρέποντας σε μια σημαντική κατηγορία υψηλά εξειδικευμένων και άξιων γιατρών να ασκεί ελεύθερο επάγγελμα, και άρα να πληρώνει φόρους».
Επιπλέον, οι εκπρόσωποι των πανεπιστημιακών γιατρών κάνουν λόγο για «συρματόπλεγμα περιορισμών», ιδίως όταν η «πλήρης και αποκλειστική απασχόληση» δεν ισχύει για καμία άλλη κατηγορία πανεπιστημιακών, ανοίγοντας ακόμη περισσότερο την ψαλίδα των διακρίσεων.
Καζάνι που βράζει το δημόσιο νοσοκομείο

Σε εμφύλιο εξελίσσεται και η διάσταση των απόψεων εντός της δεξαμενής των περίπου 16.000 δημοσίων γιατρών. Η Ενωση Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας και Πειραιά (ΕΙΝΑΠ) επικροτεί τις προωθούμενες ρυθμίσεις του υπουργείου Υγείας ζητώντας την «άμεση καθιέρωση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης για όλους τους γιατρούς που εργάζονται στα δημόσια νοσοκομεία», κατονομάζοντας όλες τις… προνομιούχες «φυλές» του ΕΣΥ –δηλαδή τους πανεπιστημιακούς – στρατιωτικούς γιατρούς από το πρώην ΙΚΑ που έχουν το δικαίωμα ιδιωτικού έργου.

Στην ίδια ανακοίνωση κάνουν λόγο για μη ισότιμη θέση των γιατρών του ΕΣΥ στις πανεπιστημιακές κλινικές. Επικαλούνται μάλιστα το εξής παράδειγμα: «Μπορεί να υπάρχει επίκουρος καθηγητής που να προΐσταται κλινικής και διευθυντές του ΕΣΥ να υπάγονται ιεραρχικά σε αυτόν. Αυτό συνεπάγεται τη μείωση των δυνατοτήτων επιστημονικής εξέλιξης των γιατρών ΕΣΥ», συμπληρώνοντας ότι οι δημόσιοι γιατροί που εργάζονται στις πανεπιστημιακές κλινικές αντιμετωπίζονται εκ των προτέρων ως επιστήμονες «μειωμένης ικανότητας».
Στην αντίπερα όχθη, ο πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Διευθυντών ΕΣΥ κ. Νίκος Μαρουδιάς προειδοποιεί ότι «οι καλύτεροι γιατροί του ΕΣΥ ή αποχωρούν ή συνταξιοδοτούνται χωρίς καμία νέα προκήρυξη ή νέο διορισμό. Η πιθανότητα κλεισίματος των ιατρείων των πανεπιστημιακών θα συνοδευτεί με αποχωρήσεις των πιο ικανών και των πιο σπουδαίων και θα είναι πλήγμα για το ΕΣΥ». Αλλωστε, η τάση φυγής από τα δημόσια νοσοκομεία δεν αφορά μόνον τους πανεπιστημιακούς γιατρούς. Τα τελευταία χρόνια η απαξίωση του ΕΣΥ αναγκάζει ολοένα περισσότερους λειτουργούς του Ιπποκράτη, οι οποίοι υποστήριξαν επί δεκαετίες με πάθος το ΕΣΥ, να το εγκαταλείψουν.
Ανάμεσα σε αυτούς και ο μαιευτήρας-γυναικολόγος κ. Γιώργος Φαρμακίδης, ο οποίος μετά από 17 χρόνια στο νοσοκομείο «Ελενα Βενιζέλου», ένιωσε να τον διώχνει το επαγγελματικό του… σπίτι. Σημειωτέον δε ότι το 1998 εγκατέλειψε την πολλά υποσχόμενη ακαδημαϊκή του καριέρα στις ΗΠΑ με στόχο να βάλει ένα «λιθαράκι» στο ΕΣΥ. Η αποχώρησή του ήταν αποτέλεσμα των «ασφυκτικών» συνθηκών εργασίας και της κατάρρευσης της δυνατότητας να αναπτυχθεί σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον γιατρό και στον ασθενή του. «Δεν είχα τη δυνατότητα να αναλάβω τον τοκετό εκείνων των γυναικών τις οποίες παρακολουθούσα και με είχαν επιλέξει ως προσωπικό τους γιατρό, εάν δεν εφημέρευα. Ομως, οι ασθενείς πρέπει να έχουν το δικαίωμα επιλογής» σημειώνει ο κ. Φαρμακίδης.
Η απώλεια αυτή θα γίνει βαθύτερη εάν στο κύμα φυγής προστεθούν και οι πανεπιστημιακοί γιατροί. Και αυτό διότι λόγω της ιατρικής τους κατάρτισης και έρευνας σε πολύ συγκεκριμένα νοσήματα (π.χ. καρκίνος) αποτελούν «πυξίδα» για εκείνους τους ασθενείς που χρειάζονται εξειδικευμένη φροντίδα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ