Σχεδόν 60.000 πρόσφυγες βρίσκονται σήμερα εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα. Πολλοί κουβαλούν τα σημάδια του πολέμου, της βίας και της καταπίεσης που έχουν υποφέρει στις χώρες καταγωγής ή και διέλευσής τους. Μεταξύ αυτών άνθρωποι που έχουν υποστεί διωγμό και βασανιστήρια λόγω των πολιτικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεών τους, της φυλής, του φύλου ή της σεξουαλικής τους ταυτότητας.

«Εκτός από τη γυμνή βία, χρησιμοποιούν και ψυχολογικά βασανιστήρια για να μη σου επιτρέπουν να κοιμάσαι. Δεν βλέπεις κανέναν, βλέπεις πάντα τα ίδια χρώματα. Ακούς τα βασανιστήρια των διπλανών. Τα ακούς ακόμα και στον ύπνο σου. Κοιμάσαι και ξυπνάς μαζί με αυτά» λέει πρόσφυγας που ζει στην Ελλάδα.

«Σήμερα η πληγή μου είναι ακόμα ανοιχτή, γι’ αυτό και κάθε φορά που πρέπει να πω την ιστορία μου, είναι για μένα πολύ δύσκολο. Κάθε φορά που θίγω το θέμα, όποτε το συζητάω με άλλους, με πονάει. Όσοι έζησαν παρόμοιες εμπειρίες με μένα, ξέρουν πολύ καλά πόσο δύσκολο είναι να προσπαθήσεις να εξηγήσεις μια τέτοια εμπειρία. Γιατί τα βασανιστήρια που έχεις υποστεί -τεράστια και τρομερά, που κάποιες φορές διαρκούν για πολύ καιρό-, κανείς δεν μπορεί να τα παραδεχτεί ούτε στους πολύ κοντινούς του ανθρώπους» αφηγείται άλλος πρόσφυγας.

Αυτούς τους ανθρώπους υποστηρίζουν το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, το Κέντρο Ημέρας ΒΑΒΕΛ, στο πλαίσιο του προγράμματος «Προμηθέας ΙΙ – Ενισχύοντας την Αποκατάσταση Θυμάτων Βασανιστηρίων στην Ελλάδα», και οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα, προσφέροντας ψυχολογική και ιατρική φροντίδα, νομική και κοινωνική συνδρομή με στόχο την αποκατάσταση της αξιοπρέπειας, της ασφάλειας και της ψυχικής και σωματικής τους υγείας.

Aπό τον Οκτώβριο του 2014 περισσότεροι από 400 άνθρωποι, επιζήσαντες βασανιστηρίων και ακραίας βίας, από 38 διαφορετικές χώρες, έλαβαν υποστήριξη από τη δι-επαγγελματική ομάδα των τριών οργανώσεων.


Οι μαρτυρίες των ανθρώπων αυτών, όπως τις κατέγραψαν οι τρεις οργανώσεις, σοκάρουν.

«Για ένα μήνα δεν είχα σηκωθεί από το κρεβάτι»

«Σε βάζουν μέσα και κατευθείαν σε γδύνουν, σε αφήνουν ολόγυμνο. Κλείνουν τα αυτιά σου. (…) Οι βρισιές, οι απειλές θανάτου, οι προσβολές των αστυνομικών είναι κάτι άλλο. Σε δένουν από τα πόδια σε ένα ξύλο, σε ανεβάζουν πάνω … και έτσι όπως είσαι ξεκινούν να σε δέρνουν κάτω από τα πόδια σου. Αυτό θα συνεχιστεί ώσπου να σκάσουν τα πέλματα σου.

»Μετά από αυτή την κλασική μέθοδο σε βάζουν στα πολύ παγωμένα νερά. Ύστερα σε βγάζουν από τα παγωμένα νερά και σε βάζουν σε ένα δωμάτιο σκέτο μπετό. Εκεί σε βάζουν σε αναμονή. Έτσι κι αλλιώς δεν είσαι στον εαυτό σου, όλο το κορμί σου τρέμει. Όλα τα δόντια σου … δηλαδή … όπως όταν κρυώνεις πολύ, τα δόντια σου χτυπιούνται…Εγώ για ένα μήνα μετά από τα βασανιστήρια δεν είχα σηκωθεί από το κρεβάτι… Έτσι κι αλλιώς τα πέλματα μου ήταν φουσκωμένα».

«Ζούσαμε σαν τα ζώα»

«Για να έρθω από την Τουρκία εδώ στην Ελλάδα, ήταν παρά πολύ δύσκολο. Ήταν πολύ δύσκολο πέρασμα. Διασχίσαμε το Αιγαίο Πέλαγος με ένα τόσο μικρό «μπαλόνι» (φουσκωτό) με 90 άτομα. Ήταν πραγματικά πολύ επικίνδυνο. Ήταν 5 Νοεμβρίου, η ημέρα των γενεθλίων μου. Διασχίσαμε τη θάλασσα στις 2.30. Ευτυχώς, απομακρυνθήκαμε μόνο 20 μέτρα. Ήταν η πρώτη φορά, είκοσι μέτρα μετά, το «μπαλόνι» αναποδογύρισε. Εγώ βρέθηκα στο νερό. Εξαιτίας των κραυγών ήρθε η αστυνομία, ήρθαν οι αστυνομικοί μας έπιασαν και μας έβαλαν φυλακή. Την ίδια ημέρα που βγήκαμε από τη φυλακή, στη μία η ώρα το μεσημέρι, στις τρεις, τρεισήμισι, βάλαμε πάλι τη βάρκα, αυτό το «μπαλόνι». Διασχίσαμε, στη μέση της θάλασσας, του Αιγαίου Πελάγους, ήταν πραγματικά πολύ άσχημα. Η μηχανή σταμάτησε να λειτουργεί, οι άνθρωποι άρχισαν να φωνάζουν. Τα κύματα άρχισαν να μας χτυπούν.Τελικά φτάσαμε στην ελληνική ακτή. Εγώ ήμουν στη Σάμο, εκεί στη Σάμο δεν είχαμε φαγητό, δεν μπορούσαμε να πλυθούμε, δεν υπήρχε τίποτα, ζούσαμε σαν τα ζώα.

»Στην Αθήνα μένω με 15 άτομα. Δεν έχουμε φαγητό. Καταλαβαίνεις; Ακόμα και για να έρθω εδώ. Έχω μόνο ένα εισιτήριο, το χρησιμοποίησα ήδη, είναι πολύ δύσκολο. Για να πάω στην Κατεχάκη (Υπηρεσία Ασύλου) πρέπει να έχω χρήματα για να πληρώσω το εισιτήριο. Αν πας στην Κατεχάκη στις οχτώ, γυρνάς στο σπίτι στις τέσσερις, πέντε η ώρα το απόγευμα».

«Κανείς δεν μπορεί να αρπάξει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια»

«Μέσα στη φυλακή υπήρξαν πολύ δύσκολες στιγμές… Μπορεί κανείς να αρπάξει τα πάντα από σένα εκτός από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που μένει μέσα σου. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο, τόσο δύσκολο που το να μιλάω γι’ αυτά με τρομάζει, με πονάει, και η συγκίνηση που έχω κάθε φορά που μιλάω από μέσα μου είναι σαν ένα τραύμα… Σήμερα ακόμα είναι μια ανοιχτή πληγή γι’ αυτό, το να λέω την ιστορία για μένα κάθε φορά είναι δύσκολο κάθε φορά που θίγω αυτό το θέμα, κάθε φορά που το συζητάω με άλλους, με πονάει. Γιατί όσοι έζησαν παρόμοιες εμπειρίες με μένα ξέρουν, τους είναι τόσο δύσκολο μόνο και μόνο να εξηγηθούν. Γιατί τα βασανιστήρια, τεράστια και τρομερά βασανιστήρια για μέρες, κανείς δεν μπορεί να τα παραδεχτεί ούτε στον πλησίον του.

»Δεν είδα μια φορά τον ήλιο, αυτό ήταν το χειρότερο, δεν ήξερα αν είναι νύχτα, αν είναι μέρα.

»Δεν υπάρχει μέρα που περνά που να μην θυμάμαι, δεν υπάρχει … έχει καταλαγιάσει λίγο, υπάρχει λίγη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό που ήμουν και αυτό που είμαι, είναι διαφορετικό. Μετά από όλα αυτά τα βασανιστήρια είχα γίνει σαν ένας τρελός, σαν κάποιος που δεν είναι φυσιολογικός και μόνο χάρη στις οργανώσεις που με βοήθησαν να κάνω άλλα πράγματα, που με πήγαν στο νοσοκομείο, με περιποιήθηκαν και σιγά σιγά τώρα αρχίζω να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου…

»Την εποχή εκείνη αυτό που μ’ ενδιέφερε δεν ήταν μόνο να αποκτήσω την κόκκινη κάρτα ήταν να δω πώς θα θεραπευτώ, πώς θα ανακτήσω ξανά τη σωματική και την ψυχική μου ακεραιότητα. Δεν με απασχολούσαν τόσο τα χαρτιά. Με απασχολούσε η σωματική και η πνευματική μου υγεία.

»Η ελληνική κοινωνία με δέχτηκε γιατί όταν είσαι σε μια χώρα υποδοχής όπου κατάφερες… να σβήσεις ορισμένες τεράστιες πληγές που προέκυψαν στη ζωή σου ήδη αυτή είναι μια χώρα που δεν μπορείς ποτέ να ξεχάσεις στην ιστορία σου ποτέ. Όταν ήρθα εδώ υπήρχαν φίλοι που μου έλεγαν ότι πρέπει να φύγουμε, να φύγουμε, είπα όχι, δεν θέλω να φύγω, θέλω να μείνω . Γιατί τόσα χρόνια που πέρασα εδώ, με φρόντισαν, άρχισα να ξαναβρίσκω τον εαυτό μου αν πάω κάπου αλλού, θα πρέπει πάλι να κάνω άλλο ένα βήμα, να ξεκινήσω ξανά από το μηδέν λοιπόν πιστεύω ότι είναι σημαντικό να μείνω… και να δω».

«Πόσο ακόμα θα στέκομαι στην ουρά;»

«Είμαι στην Ελλάδα τέσσερα χρόνια. Περιμένω στην ουρά για να φάω, να πλυθώ, να κοιμηθώ, για πάρω τα χαρτιά μου… περιμένω στην ουρά για να νιώσω άνθρωπος. Πόσο ακόμα, πες μου; Πόσα χρόνια ακόμα πρέπει να στέκομαι στην ουρά;».