Το ενδιαφέρον της για την ιδιωτικοποίηση των κρατικών ΚΤΕΟ εξέφρασε πρόσφατα στο υπουργείο Υποδομών γνωστή γερμανική επιχείρηση που διαθέτει μακρά εμπειρία στον κλάδο της αυτοκίνησης. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του «Βήματος της Κυριακής», πρόκειται για εταιρεία η οποία έχει παρουσία χρόνων στην Ελλάδα και επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στα κρατικά ΚΤΕΟ των μεγαλύτερων ελληνικών πόλεων. Οπως πληροφορείται «Το Βήμα», το βασικό κίνητρο για το επενδυτικό ενδιαφέρον των Γερμανών είναι οι τοποθεσίες των δημόσιων ΚΤΕΟ, οι οποίες θεωρούνται προνομιακές, καθώς εντοπίζονται σε ιδιαίτερα προσβάσιμα σημεία των μεγάλων πόλεων.
Πρόθεσή τους είναι να εμπλακούν στο εγχείρημα με τη μέθοδο της Σύμπραξης Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) για την ιδιωτικοποίηση επιλεγμένων δημόσιων ΚΤΕΟ της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και άλλων μεγάλων ελληνικών πόλεων, με στόχο να τα εκσυγχρονίσουν, να τα αναδιοργανώσουν και να αναλάβουν τη λειτουργία τους.
Ειδικότερα, σύμφωνα με πηγές κοντά στο εγχείρημα, ο μειοδότης θα μπορούσε να προκύψει έπειτα από διεθνή διαγωνισμό από την Ειδική Γραμματεία ΣΔΙΤ του υπουργείου Ανάπτυξης. Ο ιδιωτικός φορέας σύμπραξης θα αναλάβει, έναντι τιμήματος ή ενοικίου, τις εγκαταστάσεις των ΚΤΕΟ, την άδεια λειτουργίας τους και θα τα δούλευε, με δυνατότητα να επιλέξει ελεύθερα το προσωπικό που θα κρατήσει. Μάλιστα, ο διαγωνισμός θα μπορούσε να «σπάσει» τα δημόσια ΚΤΕΟ σε γεωγραφικά «μπουκέτα». Από την πλευρά του, ο φορέας σύμπραξης θα δεσμευθεί για την εκτέλεση συγκεκριμένων επενδύσεων, κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει και κριτήριο για τον διαγωνισμό, και, φυσικά, για την εγγύηση της ποιότητας της υπηρεσίας.
Οπως είναι σε θέση να γνωρίζει «Το Βήμα», το γερμανικό ενδιαφέρον δεν περιλαμβάνει το σύνολο των 57 δημόσιων ΚΤΕΟ της χώρας. Και αυτό διότι τυχόν ανάληψη όλων θα απαιτούσε αρκετά εκατομμύρια ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και των εγκαταστάσεών τους, που είναι απαρχαιωμένες. Μάλιστα, σε αρκετές περιοχές ενδέχεται να μην αξίζει καν τον κόπο να διεκδικηθούν τα δημόσια ΚΤΕΟ, αφού τα ιδιωτικά υπερκαλύπτουν την τοπική ζήτηση.
«Κλειδί» ο έλεγχος


Πάντως βασική προϋπόθεση των Γερμανών είναι, όπως μεταδίδουν πηγές με γνώση της υπόθεσης, να λειτουργήσουν πλήρως ο έλεγχος και η εποπτεία της αγοράς. Ο πρώτος λόγος είναι ότι ένα μεγάλο ποσοστό οχημάτων, που ενδέχεται να φθάνει ως και το 40% του κυκλοφορούντος στόλου, έχει να περάσει χρόνια το κατώφλι οποιουδήποτε ΚΤΕΟ. Πρόκειται για έναν αριθμό που ενδέχεται να φθάνει ως και τα 2 εκατ. οχήματα.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η Ελλάδα παρουσιάζει ένα μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη που θέλει τη συντριπτική πλειονότητα των οχημάτων να παίρνει το «πράσινο φως» του τεχνικού ελέγχου, όταν στη Γερμανία ένα ποσοστό της τάξεως του 25% «κόβεται». Ετσι οι Γερμανοί συμπεραίνουν ότι υπάρχει περιθώριο για ανάπτυξης της αγοράς του τεχνικού ελέγχου στην Ελλάδα, κάτι που προκύπτει και από το γεγονός ότι ιδιωτικά ΚΤΕΟ τα οποία λειτουργούν υπό υποτυπώδεις συνθήκες στην επαρχία, είναι κερδοφόρα.
Συγκεκριμένα, παρ’ όλο που ο ρυθμός αύξησης των νέων οχημάτων έχει μειωθεί λόγω της κρίσης, υπολογίζεται ότι αν περάσουν και τα 6 εκατομμύρια κυκλοφορούντα οχήματα από τον διετή έλεγχο –με κόστος περίπου 40 ευρώ έκαστο -, το μέγεθος της αγοράς φθάνει τα 120 εκατ. ευρώ. Μάλιστα, δεδομένου ότι σήμερα από τα ΚΤΕΟ ελέγχεται μόλις το 60%-70% των οχημάτων, προκύπτει ένα κενό που μπορεί να αυξήσει το έργο τους.
Πολλά οφέλη


Τα οφέλη του κράτους, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, δεν θα είναι λίγα. Κατ’ αρχήν, σύμφωνα με το υπουργείο Υποδομών, αυτή τη στιγμή λειτουργούν μόλις 10 δημόσια ΚΤΕΟ (Ιωαννίνων, Κοζάνης, Φλώρινας, Φωκίδας, Γρεβενών, Τρικάλων, Αλεξανδρούπολης, Ορεστιάδας, Πύργου και Καβάλας), καθώς ήταν τα μοναδικά που προσαρμόστηκαν στις προϋποθέσεις λειτουργίας που ορίζονται από τον νόμο.
Μάλιστα, το καλοκαίρι του 2014 εκπνέει και η οριστική προθεσμία προκειμένου τα υπόλοιπα 47 δημόσια ΚΤΕΟ να υιοθετήσουν τις ελάχιστες προϋποθέσεις του νόμου, ειδάλλως θα κλείσουν. Μάλιστα, το Δημόσιο κάθε ημέρα χάνει χρήματα, αφού τα περισσότερα δημόσια ΚΤΕΟ δεν λειτουργούν, όμως οι εργαζόμενοί τους πληρώνονται κανονικά, το δε κόστος μισθοδοσίας ανέρχεται σε περίπου 5 εκατ. ευρώ κατ’ έτος. Το 2012, όταν ακόμη τα κρατικά ΚΤΕΟ είχαν περίοδο χάριτος ως προς την εφαρμογή του νόμου, διέθεταν μερίδιο αγοράς της τάξεως του 15%,
Αν αύριο το πρωί το Δημόσιο –ή κάποιος ιδιώτης επενδυτής –επιχειρούσε να εκσυγχρονίσει τα δημόσια ΚΤΕΟ, θα χρειαζόταν τουλάχιστον 10 εκατ. ευρώ επενδύσεων, προκειμένου οι υποδομές τους να ανταποκρίνονται στις απαιτούμενες τεχνικές προδιαγραφές.
Εμπειρα στελέχη της αγοράς παρατηρούν ότι αν οι Γερμανοί αποκτήσουν ένα μερίδιο αγοράς της τάξεως του 15%, θα επιτύχουν την απόσβεση της επένδυσής τους σε περίπου τέσσερα χρόνια από την εμπλοκή τους στο εγχείρημα.
Ωστόσο, όπως αναφέρουν, ρόλο-«κλειδί», προκειμένου να έχει οικονομικό νόημα αυτή η κίνηση, θα έχει η σωστή εποπτεία της αγοράς, καθώς αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για να αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού και να λειτουργήσουν σωστά οι επιχειρήσεις. Αυτό προϋποθέτει, συνεχίζουν, εντατικοποίηση των ελέγχων τόσο στους δρόμους όσο και σε όλα τα ΚΤΕΟ –ιδιωτικά και δημόσια –και αυστηρά πρόστιμα αν υπάρχουν παραβάσεις.
Οπως λένε, η αυστηροποίηση των κανόνων θα ενεργοποιήσει και τον ανταγωνισμό, αφού θα οδηγήσει τα ιδιωτικά ΚΤΕΟ στο γίνουν πιο «σφικτά» στους ελέγχους. Μάλιστα, προτείνουν οι έλεγχοι να γίνονται από ιδιωτικούς φορείς και το υπουργείο Υποδομών να διατηρήσει την εποπτεία του συνολικού συστήματος.
Σημειωτέον ότι η μεγάλη αλλαγή στα ΚΤΕΟ ήρθε επί υπουργίας του κ. Μάκη Βορίδη, ο οποίος υποβάθμισε τα κριτήρια αξιολόγησης της τεχνικής επάρκειας των ΚΤΕΟ από το ISO 17020 που δίδεται από Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης (ΕΣΥΔ) της Ελλάδας, με την απλούστερη πιστοποίηση του ISO 9001. Μάλιστα, κατοπινές απόπειρες να επιστρέψει το αυστηρότερο σύστημα της διαπίστευσης «σκόνταψαν» στις αντιδράσεις των δύο εκ των τριών συνδέσμων ιδιοκτητών ΚΤΕΟ.
Και άλλες πηγές εσόδων
Τα ΚΤΕΟ ενδέχεται να βρουν και άλλες πηγές εσόδων μέσω της επιδίωξης για βελτίωση της ποιότητας του κυκλοφορούντος στόλου. Μία μπορεί να έρθει από τον έλεγχο των επαγγελματικών οχημάτων, όπως για παράδειγμα των οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων (ADR) και των φορτηγών ευπαθών τροφίμων (ATP), στα οποία έχει καταγραφεί πλήθος ατυχημάτων τα προηγούμενα χρόνια.
Αλλωστε, αποτελεί κοινό μυστικό και έχει καταγγελθεί από τους φορείς των αυτοκινητιστών ότι πολλά βαρέα οχήματα δεν έχουν περάσει από πραγματικό έλεγχο, καθώς τα τεχνικά δελτία ελέγχου τους ταχυδρομούνται κατ’ οίκον. Η Πολιτεία έχει αποδεχθεί σιωπηρά το φαινόμενο μέσω υποτυπωδών ελέγχων στους δρόμους.
Μία δεύτερη κατηγορία πιθανών εσόδων είναι τα οχήματα έργου, τα οποία υπάγονται σε δεκάδες κατηγορίες, πλην όμως ελάχιστες εξ αυτών περνούν τις πύλες των ΚΤΕΟ. Και αυτό διότι οι περισσότερες φέρουν τις ειδικές πινακίδες ΜΕ (Μηχάνημα Εργου) με τις οποίες υποτίθεται ότι κινούνται μόνο σε εργοταξιακούς χώρους.
Οπως μεταδίδουν στελέχη της αγοράς, ο εκσυγχρονισμός του συστήματος των ΚΤΕΟ και η κουλτούρα της ποιότητας μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία πρόσθετης επαγγελματικής ύλης που θα διαχυθεί σε όλη την πυραμίδα των συναφών επαγγελμάτων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι υπάρχει ενδιαφέρον για τα δημόσια ΚΤΕΟ και από δεύτερη ξένη εταιρεία, ενώ εκτιμάται ότι θα ακολουθήσουν και άλλες επιχειρήσεις.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ