ΜΟΝΑΧΟ
ΡΑΝΤΕΒΟΥ στο Μόναχο με τον…Μιχάλη Χριστοφοράκο. Εμφανώς ταλαιπωρημένος από τη σχεδόν δίχρονη περιπέτεια,
αδυνατισμένος, ο άλλοτε ισχυρός άνδρας της Siemens Ηellas, μετά την κατάθεσή του στους οκτώ έλληνες βουλευτές που επιχείρησαν να τον ανακρίνουν στην Εισαγγελία Μονάχου, συνάντησε «Το Βήμα της Κυριακής». Δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολο να απομονώσουμε έστω
για λίγο έναν από τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης που με τη φυγή του τον Μάιο του 2009 προκάλεσε πολιτικό σεισμό και κάποιοι εκτιμούν ότι σηματοδότησε και την πρώτη ήττα για τη ΝΔ στις ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009.

O Μ. Χριστοφοράκος κοιτάζει έκπληκτος όταν του τίθεται η ερώτηση: «Κάποιοι σας έχουν καταχωρίσει περισσότερο ως Γερμανό και λιγότερο ως Ελληνα.Θέλετε τελικά να επιστρέψετε;» . Και απαντά ενοχλημένος: «Θέλω να γυρίσω στη χώρα μου, φυσικά και θέλω να επιστρέψω». Αρνείται κατηγορηματικά να απαντήσει σε ερωτήσεις για την ουσία της υπόθεσης, αφού λέει ότι κάτι τέτοιο απαγορεύεται ρητά από τους δικηγόρους του σε Γερμανία και Ελλάδα. Και την επομένη της κατάθεσής του, όταν συνομιλεί με «Το Βήμα», επιμένει: «Είπα την αλήθεια στους έλληνες βουλευτές».

Σε ένα τυπικό γερμανικό καφέ, κοντά στην πλατεία της Οπερας του Μονάχου, όπου συνομιλούμε, η επόμενη ερώτηση έρχεται αυθόρμητα: «Μα πότε θα μιλήσετε επιτέλους;». «Μα δεν μου το επιτρέπουν οι δικηγόροι μου» απαντά και τονίζει ότι «θα το κάνωόταν εκείνοι μου δώσουν το πράσινο φως και φυσικά όταν το αποφασίσω και εγώ ο ίδιος», κρατώντας πάντως ως επτασφράγιστο μυστικό το ποιος είναι ο έλληνας συνήγορός του. Το πρόσωπό του «σκιάζει» όταν καλείται να θυμηθεί τη σχεδόν τετράμηνη παραμονή του στις φυλακές υψίστης ασφαλείας του Στάτελχαντ. Επικοινώνησε μόνο δύο φορές με τα παιδιά του εκείνο το διάστημα.

Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος θεωρεί ότι το ταξίδι των ελλήνων βουλευτών στο Μόναχο «δεν ήταν χωρίς αποτέλεσμα» , όπως λέει. Η άποψή του είναι ότι ο πολιτικός κόσμος θα πρέπει να είναι ευχαριστημένος διότι είχε την ευκαιρία να ακούσει την αλήθεια. «Εσείς δεν το πιστεύετε;» ρωτάει. «Παρακολουθείτε όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα;» αντιρωτώ. «Περισσότερο απ΄ ό,τι προτού φύγω για τη Γερμανία» απαντά και φαίνεται αποφασισμένος να διεκδικήσει την επιστροφή του στη χώρα μας.

Η πρώτη συνάντηση με τον Μιχάλη Χριστοφοράκο έγινε στην είσοδο της Εισαγγελίας Μονάχου εννέα ώρες μετά την κατάθεσή του. Κατέβηκε από την κύρια είσοδο, παρ΄ ότι γνώριζε ότι τον περίμενε εκεί έλληνας δημοσιογράφος που πραγματικά είχε περάσει ένα δύσκολο παγωμένο πρωινό, μεσημέρι και απόγευμα στα σκαλιά στης Εισαγγελίας. Πρώτος βγήκε ο δικηγόρος του κ. Βολφ Σίλερ, ο οποίος κοίταξε σχεδόν εχθρικά όταν ξεκίνησαν οι ερωτήσεις προς τον πελάτη του. «Καμία δήλωση» είπε αυστηρά και άκουσε σχεδόν με φρίκη να εξελίσσεται ένας τυπικός διάλογος μεταξύ του δημοσιογράφου και του πολυσυζητημένου άλλοτε ισχυρού μάνατζερ της γερμανικής εταιρείας.

«Κατέβηκα διότι έμαθα ότι περιμένατε πολλή ώρα στο κρύο» είπε ευγενικά, ξεκαθαρίζοντας όμως αμέσως ότι «δεν πρόκειται να πω οτιδήποτε για την ουσία της κατάθεσής μου». Τη σκυτάλη των δηλώσεων ανέλαβε αμέ σως ο δικηγόρος του, ο οποίος είπε ότι «η γερμανική νομοθεσία απαγορεύει και στους δικηγόρους των εμπλεκομένων σε τέτοιες υποθέσεις να μιλήσουν για την ουσία των μαρτυρικών καταθέσεων».

«Μάθαμε ότι ο πελάτης σας αρνείται πως έδωσε χορηγίες σε κόμματα. Τότε πώς εξηγείται και η ομολογία του κ. Τσουκάτουαλλά και η δήλωση Μαντέλη περί χορηγιών;» τον ρώτησα. «Είστε μάλλον πολύ έμπειρη δημοσιογράφος για να ρωτάτε και να πιστεύετε ότι θα απαντήσω εδώ για την ουσία της υπόθεσης» απάντησε έντονα ο κ. Βολφ, προσθέτοντας ότι ο πελάτης του «είναι πρόθυμος να εμφανιστεί όταν του ζητηθεί ξανά από την Εξεταστική Επιτροπή». Ο Μιχάλης Χριστοφοράκος επενέβη μάλλον πυροσβεστικά σε εκείνο το σημείο και φάνηκε να ανακουφίζεται όταν άλλος έλληνας δημοσιογράφος που επίσης παραβρισκόταν στη σκηνή τον ρώτησε για την πορεία του… Ολυμπιακού, για την οποία πάντως ήταν πλήρως ενήμερος! Οι πρώτες επαφές του Μιχάλη Χριστοφοράκου με έλληνες βουλευτές αλλά και δημοσιογράφους τον έκαναν ασφαλώς σοφότερο. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο και για την ελληνική κοινή γνώμη.

Τι (δεν) είπε στους έλληνες βουλευτές της Εξεταστικής
Χωρίς κατάθεση από τον Μιχάλη Χριστοφοράκο κινδύνευσαν να φύγουν από το Μόναχο οι οκτώ βουλευτές της Εξεταστικής Επιτροπής της Ελληνικής Βουλής για το σκάνδαλο της Siemens. Και αυτό διότι το πρώτο θέμα που έθεσε η εισαγγελέας Μπόιμλερ-Χέσελ στον 7ο όροφο της Εισαγγελίας και προτού αρχίσει η κατάθεσή του ήταν η ιδιότητα με την οποία επρόκειτο να καταθέσει: «Θα πρέπει να γνωρίζετε» φέρεται να είπε η γερμανίδα εισαγγελέας «ότι ο κ. Χριστοφοράκος δεν είναι κατηγορούμενος για τη γερμανική Δικαιοσύνη και του επιτρέπεται να καταθέσει μόνο ως μάρτυρας».

Παρών ήταν και ο εφέτης κ. Γ.Χριστοδούλου, ο οποίος γνωστοποίησε βέβαια τη δυνατότητα του άλλοτε ισχυρού άνδρα της Siemens Ηellas να επικαλεστεί τη νομοθεσία Καστανίδη και να έχει ελαφρυντικά, αλλά ομολόγησε ότι «τα πράγματα δεν είναι απλάαφού εκκρεμούν σε βάρος του εντάλματα και έχει διώξεις για βαριά αδικήματα». Τότε ο δικηγόρος του Χριστοφοράκου Βολφ Σίλερ δήλωσε ότι «κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν συμφωνώ να καταθέσει ο πελάτης μου». Τότε παρενέβη ο ίδιος ο Μιχάλης Χριστοφοράκος, ο οποίος δήλωσε ότι θα απαντήσει σε όσες ερωτήσεις τού επιτρέπεται. Η πλέον χαρακτηριστική απάντησή του ήταν στην ερώτηση αν έδωσε χορηγίες σε ανώτερους αξιωματούχους του Ελληνικού Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ή παροχές, δώρα και χορηγίες σε έλληνες πολιτικούς. Απάντησε ότι «ουδέποτε έδωσα τέτοιες χορηγίες ή δώρα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας». Απανωτές ερωτήσεις υποβλήθηκαν για το αν είχε στενές προσωπικές σχέσεις με πολιτικούς και ιδιαίτερα με την οικογένεια Μητσοτάκη. Ερώτηση έγινε και για το πολυσυζητημένο ταξίδι του με τον κ. Μ. Λιάπη στη Γερμανία. Απάντησε ότι «είχα τις κοινωνικές σχέσεις που υπαγόρευαν οι θέσεις μου. Γνώριζα και πολιτικούς από την εποχή που ήμασταν συμμαθητέςαλλά και αυτούς που ήταν γονείς συμμαθητών των παιδιών μου».

Ιδιαίτερη συζήτηση έγινε και για το επίμαχο ημερολόγιό του. Είπε ότι «δεν κρατούσα ημερολόγιο,αλλά αυτό γινόταν από τις δύο ιδιαιτέρες μου,που σημείωναν πράγματα από τη δουλειά.Δεν είχα επίσης κανένα αρχείο». Η κατάθεση Χριστοφοράκου περιείχε πολλά «δεν» και άλλα τόσα «όχι». Κάποιες ερωτήσεις, πάντως, δεν απαντήθηκαν καθόλου, ούτε θετικά ούτε αρνητικά.