Μετρούν μόνο λίγους μήνες ζωής, είναι μικρούλια, αφρατούλια, με ροδαλά μαγουλάκια –κοινώς σκέτες γλύκες, διότι όλα τα μωρά είναι σκέτες γλύκες –και έχουν ως μοναδική ενασχόληση το «μαμ, κακά και νάνι» –έτσι τουλάχιστον συνηθίζουμε να πιστεύουμε. Θα σας πληροφορήσουμε λοιπόν ότι ανάμεσα στο… μαμ, στα κακά και στο νάνι, τα ανθρωπάκια των ολίγων μηνών εργάζονται πυρετωδώς για να κατακτήσουν δεξιότητες, αξίες, γενικώς για να κατανοήσουν τον κόσμο που τα περιβάλλει. Ολοένα και περισσότερες μελέτες αποδεικνύουν τις μωρουδίστικες «υπερ-ικανότητες» που δεν βάζει ο (ενήλικος) νους.
Εμείς συλλέξαμε ορισμένες από τις πιο πρόσφατες που εμφανίστηκαν μέσα σε αυτή τη χρονιά –το συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο της αναπτυξιολογίας ανθεί αποδεικνύοντας πόσο καθοριστική για την ανάπτυξη και τη ζωή ενός ανθρώπου είναι η βρεφική ηλικία –και σας τις παραθέτουμε. Οχι για να φουσκώσετε από υπερηφάνεια (όπως λίγο-πολύ κάνουν κάποια στιγμή όλοι οι γονείς, θείοι, παππούδες, γιαγιάδες) για τις εκπληκτικές ικανότητες του εκπληκτικού βρέφους σας.
Αλλά για να συνειδητοποιήσετε (όπως πρέπει και όλοι μας που είμαστε γονείς, θείοι, παππούδες, γιαγιάδες) ότι ήδη από τη βρεφική ηλικία τα μικρά ανθρωπάκια που ήρθαν για να φωτίσουν τη ζωή σας χρειάζονται τη μεγαλύτερη δυνατή στήριξη και καθοδήγηση, τα δικά σας «φώτα», ώστε να πατήσουν με όσο πιο σταθερά βήματα μπορούν τα πόδια τους στον κόσμο μας και να χτίσουν τον (ελπίζουμε καλύτερο από αυτόν που τους παραδίδουμε) δικό τους κόσμο.

Δίγλωσσα από… κούνια

Είναι δύο γλώσσες πολλές για το μυαλουδάκι ενός μωρού; Οχι, απαντά η επιστήμη. Μελέτη που διεξήχθη από διεθνή ομάδα ερευνητών και δημοσιεύθηκε τον περασμένο Αύγουστο στην επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences» έδειξε ότι ως τους 20 μήνες ζωής τα παιδιά που μεγαλώνουν ακούγοντας δύο γλώσσες είναι ήδη σε θέση να ξεχωρίζουν διαφορές μεταξύ λέξεων σε αυτές. «Δεν σκέφτονται απλώς ότι οι λέξεις «dog» και «chien» (σ.σ.: σκύλος στα αγγλικά και στα γαλλικά αντίστοιχα) αποτελούν δύο μόνο εκδοχές του ίδιου πράγματος. Γνωρίζουν ότι αυτές οι δύο λέξεις ανήκουν σε διαφορετικές γλώσσες» εξήγησε η Κέισι Λιου-Γουίλιαμς, επίκουρη καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Princeton Baby Lab, εκ των συγγραφέων της μελέτης. Προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματά τους οι ερευνητές έδειξαν σε 24 βρέφη που μεγάλωναν σε… αγγλογαλλικό περιβάλλον στο Μόντρεαλ καθώς και σε 24 δίγλωσσους ενηλίκους (που χρησιμοποιήθηκαν ως ομάδα ελέγχου) ζεύγη φωτογραφιών κοινών αντικειμένων.
Οι συμμετέχοντες –μικροί και μεγάλοι –άκουγαν ενώ έβλεπαν τις φωτογραφίες απλές προτάσεις είτε σε μια από τις δύο γλώσσες είτε σε ένα μείγμα των δύο γλωσσών μέσα στην ίδια πρόταση. Οι ερευνητές με ειδικές συσκευές… παρακολούθησης των ματιών των εθελοντών κατέγραφαν για πόση ώρα παρέμενε σταθερό το βλέμμα τους σε μια φωτογραφία ενόσω άκουγαν συγχρόνως μια πρόταση, καθώς και τη διαστολή της κόρης των ματιών τους (η διάμετρος της κόρης του ματιού μαρτυρεί πόσο σκληρά «εργάζεται» ο εγκέφαλος και τελικώς πόση «γνωστική προσπάθεια» καταβάλλει το άτομο για να κατανοήσει αυτό που βλέπει και ακούει). Είδαν λοιπόν ότι τόσο τα βρέφη όσο και οι ενήλικοι εμφάνιζαν διαστολή της κόρης του ματιού όταν άκουγαν προτάσεις στις οποίες εναλλάσσονταν οι λέξεις μεταξύ των δύο γλωσσών καθώς και ότι μικροί-μεγάλοι χρειάζονταν λιγότερο χρόνο γνωστικής επεξεργασίας όταν άκουγαν λέξεις στην «κυρίαρχη» από τις δύο γλώσσες, εκείνη δηλαδή που αποτελούσε την κύρια γλώσσα που άκουγαν μέσα στην ημέρα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα ευρήματα αυτά δείχνουν ότι τα παιδιά που μεγαλώνουν σε «δίγλωσσο περιβάλλον» δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα σύγχυσης των δύο γλωσσών.
Αντιθέτως, ακόμη και από πολύ μικρή ηλικία ενεργοποιούν το λεξιλόγιο της γλώσσας που χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν κάθε φορά. Παράλληλα, τα αποτελέσματα ίσως δίνουν και μια εξήγηση για το «γνωστικό πλεονέκτημα» που έχει φανεί από πλήθος μελετών ότι έχουν τα δίγλωσσα άτομα. Και αυτό διότι ήδη από… κούνια τα άτομα αυτά ακολουθούν μια διαδικασία επεξεργασίας δύο γλωσσών με αποτέλεσμα να διαθέτουν πιο εκπαιδευμένο στη σύνθεση και στην επεξεργασία εγκέφαλο.

Μετρ στις πιθανότητες

Ολόκληρη τη ζωή μας χρειάζεται να λαμβάνουμε αποφάσεις ζυγίζοντας τις πιθανότητες διαφορετικών γεγονότων και προσαρμόζοντας έτσι τις επιλογές μας. Από πότε όμως ξεκινούμε να διαθέτουμε αυτή την ικανότητα; Από… έξι μηνών, ανέφεραν πρόσφατα ερευνητές του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ για τις Ανθρώπινες Γνωστικές Επιστήμες και τις Επιστήμες του Εγκεφάλου (MPI CBS) στη Λειψία της Γερμανίας και το Πανεπιστήμιο της Ουψάλα στη Σουηδία.
Το ανακάλυψαν μέσω ενός πειράματος στο οποίο μωρά ηλικίας έξι, 12 και 18 μηνών παρακολούθησαν βιντεάκια στα οποία «πρωταγωνιστούσαν» ένα μηχάνημα που πετούσε μπαλάκια και δύο καλάθια στα οποία έπεφταν τα μπαλάκια –στο ένα καλάθι έπεφταν μπλε μπαλάκια και στο άλλο κίτρινα. Τα περισσότερα από τα μπαλάκια ήταν μπλε και λίγα μόνο κίτρινα –τελικώς ήταν 625 φορές λιγότερο πιθανό να επιλέξει το μηχάνημα κίτρινο μπαλάκι για να πετάξει στο καλάθι σε σύγκριση με μπλε.
Οπως προέκυψε, τα μωρά, ακόμη και από την ηλικία των έξι μηνών, κοιτούσαν για περισσότερη ώρα το καλάθι με τα κίτρινα μπαλάκια, εκείνο δηλαδή της πιο απίθανης επιλογής. Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό πιθανώς συνέβαινε επειδή καταλάβαιναν ότι το πιο σπάνιο γεγονός ήταν και σημαντικότερο. Μάλιστα, για να διασφαλίσουν ότι η επιλογή των μωρών δεν αφορούσε το ίδιο το χρώμα –για παράδειγμα, ότι τα παιδιά προτιμούσαν να κοιτούν το έντονο κίτρινο σε σύγκριση με το μπλε –οι επιστήμονες επανέλαβαν το πείραμα και με μπαλάκια άλλων χρωμάτων, όπως πράσινο και κόκκινο. Σε όλες τις περιπτώσεις τα βρέφη επικεντρώνονταν στο… απίθανο.
Οπως σημείωσε η νευροεπιστήμονας στο MPI CBS και επικεφαλής της μελέτης Εζγκι Καϊχάν, «φαίνεται ότι ήδη από τους έξι μήνες ζωής τα μωρά είναι σε θέση να εξάγουν πληροφορίες από το περιβάλλον σχετικά με τη σειρά των γεγονότων καθώς και με την πιθανότητα να λάβει χώρα ένα γεγονός σε σύγκριση με ένα άλλο».

Τα μωρά γνωρίζουν ότι τα αγαθά κόποις κτώνται

Από πολύ μικρή ηλικία, μόλις στους 15 μήνες ζωής, ο άνθρωπος καταλαβαίνει την αξία της σκληρής δουλειάς, ανέφεραν πριν από δύο μήνες ερευνητές του Ινστιτούτου Τεχνολογίας της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) με δημοσίευσή τους στην επιθεώρηση «Science». Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι μωρά που έβλεπαν έναν ενήλικο να παλεύει να φέρει εις πέρας ένα καθήκον προτού το επιτύχει, προσπαθούσαν και εκείνα περισσότερο να φέρουν εις πέρας το δικό τους καθήκον –να πατήσουν το κουμπί σε ένα παιχνίδι για να το κάνουν να δουλέψει, σύμφωνα με το πείραμα –σε σύγκριση με μωρά που έβλεπαν τον ενήλικο να τα καταφέρνει εύκολα, χωρίς προσπάθεια. Είδαν μάλιστα ότι τα βρέφη πιάνουν εύκολα το νόημα –αρκεί να δουν μια-δυο φορές τους ενηλίκους να προσπαθούν σκληρά για κάτι. Τα ευρήματα αυτά, κατά τους ερευνητές, μπορούν να λειτουργήσουν ως «πυξίδα» για τους γονείς ώστε να διδάξουν από νωρίς την αξία της προσπάθειας στα παιδιά τους. «Υπάρχει κάποια πίεση στους γονείς να κάνουν τα πάντα να φαίνονται εύκολα και να μη δείχνουν ότι αποτυγχάνουν μπροστά στα παιδιά τους» σημείωσε η Λόρα Σουλτς, καθηγήτρια Γνωστικής Επιστήμης στο ΜΙΤ και επικεφαλής της μελέτης, και προσέθεσε: «Τα νέα ευρήματα μαρτυρούν ότι ίσως δεν είναι κακό να δείχνουμε στα παιδιά μας ότι εργαζόμαστε σκληρά για να πετύχουμε τους στόχους μας».

Παίζουν τις λέξεις στα δάχτυλα (ακόμη και αν δεν τις λένε)

Βγάζουν άναρθρες κραυγούλες (πολλές φορές χωρίς σταματημό) και συχνά έχουν ακατάσχετη λογοδιάρροια… εις τη μωρουδιστική –όσο γλυκό και αν φαίνεται αυτό σε πρώτη ανάγνωση, καμιά φορά η βρεφική λογοδιάρροια μπορεί να τρελάνει τον ήδη τρελαμένο από την αϋπνία γονιό. Αϋπνοι γονείς, διαβάστε για να χαρείτε (και να κάνετε περισσότερη υπομονή): η επιστήμη σάς διαβεβαιώνει τώρα ότι πίσω από την ακατάληπτη αυτή βρεφική «διάλεκτο» κρύβεται μια απρόσμενα καλή κατανόηση λέξεων ήδη από την ηλικία των έξι μηνών! Ερευνητές του Πανεπιστημίου Ντιουκ είχαν ανακαλύψει ήδη από το 2012 ότι μωρά έξι ως εννέα μηνών κατανοούν (έστω και βασικά) λέξεις που αφορούν την τροφή και τα μέρη του σώματος.
Τον περασμένο μήνα η ίδια ομάδα με δημοσίευσή της στην επιθεώρηση «Proceedings of the National Academy of Sciences» ανέφερε ότι ακόμη και σε αυτές τις τόσο μικρές ηλικίες τα μωρά μπορούν επίσης να κατανοήσουν τη συσχέτιση μεταξύ ζευγαριών λέξεων –για παράδειγμα, ότι οι λέξεις στο ζεύγος «αυτοκίνητο» και «καρότσι» συνδέονται μεταξύ τους περισσότερο από τις λέξεις στο ζεύγος «αυτοκίνητο» και «χυμός». Το εντυπωσιακό αυτό συμπέρασμα εξήχθη μέσω της χρήσης ειδικού λογισμικού το οποίο παρακολουθεί το βλέμμα των μωρών και καταγράφει τη διαστολή της κόρης των ματιών τους (η μέθοδος αυτή είναι η συχνότερα χρησιμοποιούμενη –και λογικό –σε αυτές τις ηλικίες στις οποίες δεν είναι δυνατή η λεκτική επικοινωνία).
Σε ένα δεύτερο πείραμα η ερευνητική ομάδα από το Ντιουκ θέλησε να δει κατά πόσον οι επιδόσεις του κάθε μωρού στο εργαστήριο συνδέονταν με το πόσο οι γονείς μιλούσαν στα βρέφη μέσα στο σπίτι. Φάνηκε καθαρά ότι όσο περισσότερο και παραστατικότερα μιλούσαν οι γονείς καθημερινά στα παιδιά τόσο καλύτερη και ταχύτερη κατανόηση διαφορετικών λέξεων αυτά είχαν. Ποιο είναι το μήνυμα; Μιλάτε πολύ ακόμη και στο έξι μηνών μωρό σας διότι έτσι το βοηθάτε να χτίσει από νωρίς την καλύτερη δυνατή (λεκτική) σχέση με το περιβάλλον του.

Εχουν «ενήλικη» μνήμη (μετά τη σιέστα)

Ενας μεσημεριανός υπνάκος κάνει μωρά έξι ως οκτώ μηνών «εξπέρ» στην κατανόηση της έννοιας λέξεων. Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξαν επιστήμονες του Ινστιτούτου για τις Ανθρώπινες Γνωστικές Επιστήμες και τις Επιστήμες του Εγκεφάλου του Μαξ Πλανκ στη Λειψία (MPI CBS), όπως ανέφεραν τον περασμένο Αύγουστο στην επιθεώρηση «Current Biology».
Συγκεκριμένα οι ερευνητές ανακάλυψαν πως όταν τα μωρά άκουγαν κάποιες νέες λέξεις και μετά κοιμούνταν έστω για ένα μισάωρο αυξάνονταν σημαντικά οι πιθανότητες να είναι σε θέση να διαχωρίσουν μεταξύ του σωστού και του λάθους όρου για ένα αντικείμενο όταν πια είχαν ξυπνήσει. Οταν μάλιστα κοιμούνταν για 50 λεπτά, εμφάνιζαν κατανόηση λέξεων τέτοια που ήταν αντίστοιχη με αυτήν που διαθέτουν μόνο μεγαλύτερα παιδιά ή οι ενήλικοι. Οπως σημείωσε η δρ Αντζελα Φριντερίτσι, διευθύντρια του MPI CBS και κύρια συγγραφέας της μελέτης, «τα παιδιά κατακτούν την έννοια λέξεων και την αποθηκεύουν στη μακροπρόθεσμη μνήμη τους πολύ νωρίτερα από ό,τι πιστεύαμε. Παρότι οι δομές του εγκεφάλου που σχετίζονται με αυτού του τύπου τη μνήμη δεν έχουν ωριμάσει πλήρως, χρησιμοποιούνται από τα πολύ μικρά παιδιά σε αρκετά σημαντικό βαθμό». Η ερευνήτρια προσέθεσε ότι «μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου, όταν ο εγκέφαλος του μωρού αποσυνδέεται από τον έξω κόσμο, είναι σε θέση να φιλτράρει και να αποθηκεύσει τις ουσιώδεις συνδέσεις μεταξύ λέξεων και εννοιών». Μάθετε λοιπόν στο μωράκι σας νέα πράγματα πριν από τη… σιέστα του και αφήστε τον ύπνο να κάνει μετά τη δική του (καθοριστικής σημασίας) δουλειά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ