Δεν υπάρχει άνθρωπος που γνώρισε τον Φώτη Καφάτο και δεν συνειδητοποίησε πολύ γρήγορα ότι ήταν γνήσιο παιδί της Κρήτης. Τον λάτρευε τον τόπο του και τον τιμούσε, όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα. Και χωρίς καμιά διάθεση να κάνουμε φτηνή ψυχολογία θα τολμήσουμε να πούμε ότι η Κρήτη υπαγόρευσε στον Φώτη Καφάτο την πορεία της ζωής του. Μιας ζωής που άρχισε ίσως στη φτωχότερη γωνιά της Ευρώπης τη χρονιά που ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αλλά αυτά που πιθανόν οι μοίρες στέρησαν, κυρίως στα πρώτα χρόνια της ζωής του, σε υλικά αγαθά τα επέστρεψαν αλλιώς. Η ευφυΐα του παιδιού λάμπει από νωρίς προς μεγάλη ικανοποίηση των γονέων που, όπως ο ίδιος έχει πει, είναι τα πρότυπά του. Ο πατέρας, Κώστας Καφάτος, είναι αυτοδημιούργητος. Με καταγωγή από το ορεινό χωριό Μοναστηράκι του Ρεθύμνου, φεύγει στις ΗΠΑ για σπουδές Φυτοπαθολογίας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ σε μια εποχή που δεν ήταν σύνηθες τα παιδιά να παίρνουν τον δρόμο της ξενιτιάς για να σπουδάσουν. Ο Κώστας Καφάτος παίρνει την αμερικανική υπηκοότητα, αλλά επιστρέφει για να βοηθήσει τον τόπο του. Το κάνει ως καθηγητής στη Γεωργική Σχολή των Ασωμάτων, αλλά κυρίως μέσω της προστασίας των καλλιεργειών της ελιάς. Με την αφοσίωση στη δουλειά του κατακτά τις καρδιές των συμπολιτών του που τον ονομάζουν «μέγα δακοκτόνο». Παντρεύεται τη δασκάλα Ελένη Ξηρουδάκη, η οποία προέρχεται από οικογένεια με βυζαντινές περγαμηνές και η οποία παύει να εργάζεται για να ασχοληθεί με την ανατροφή των τριών γιων της: του πρωτότοκου Αντώνη, του Φώτη και του «μεταπολεμικού» Μηνά.
Η οικογένεια ζει σε ένα μεγάλο σπίτι μέσα στα τείχη της Φορτέτσας του Ηρακλείου. Στον πόλεμο, το σπίτι επιτάσσεται από τους Γερμανούς που παραχωρούν δύο μικρά εξωτερικά δωμάτια στους ιδιοκτήτες. Ο πατέρας είναι αναγκασμένος να κρύβεται και τα παιδιά μεγαλώνουν με τη γιαγιά και τη μητέρα που τους δίνει τα πρώτα μαθήματα. Και ενώ τα παιδιά ζουν πολύ φτωχικά (η μητέρα θηλάζει τον Φώτη ως την Απελευθέρωση), είναι αναγκασμένα να μοιράζονται τον ίδιο κήπο με τον γερμανό αξιωματούχο που κάνει επίδειξη πλούτου ταΐζοντας το μικρό σκυλάκι του με όλου του κόσμου τα καλά.
Η Απελευθέρωση σημαίνει και την επιστροφή στην κανονικότητα. Τα χρήματα δεν είναι πολλά, αλλά η οικογένεια ανήκει στην κοινωνική ελίτ του Ηρακλείου και ο Φώτης εκτίθεται σε συζητήσεις για την ιστορία και την ποίηση, και έρχεται σε επαφή με την κλασική μουσική. Διαπρέπει στο σχολείο από την πρώτη ως την τελευταία μέρα, με τους καθηγητές του στο διάσημο λύκειο «Ο Κοραής» να κρατούν τα γραπτά του ως παραδείγματα για τις επόμενες τάξεις. Από τις μεγαλύτερες χαρές της παιδικής ηλικίας του Φώτη είναι οι εκδρομές στο πατρογονικό Μοναστηράκι, όπου έρχεται σε επαφή με τη λαϊκή σοφία των ηλικιωμένων συγχωριανών του, των οποίων τον έπαινο επιζητεί. Να πώς περιέγραψε ο ίδιος τα καθοριστικά για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του παιδικά χρόνια σε μια συζήτησή μας ένα καλοκαίρι στην αγαπημένη του Σούγια. «Κεντρικό σημείο της ζωής μου είναι η αγάπη της ιστορίας, των ριζών. Για μένα το Μοναστηράκι ήταν ίνδαλμα. Θαύμαζα τον τοπικό πολιτισμό, την αυστηρότητα των χωρικών, τη γήινη σοφία τους. Η οικογένειά μου ήταν αυστηρή. Και οι δύο γονείς μου ήταν της λογικής που έλεγε αγάπα το παιδί σου αλλά να μην το κατέχει! Ετσι, ενώ άκουγα γύρω μου, κυρίως από τους δασκάλους, ότι ήμουν έξυπνος και πως έπρεπε να σκέφτομαι πρωτότυπα, είχα στα αφτιά μου και τα λόγια των γονέων μου που δεν με άφηναν να κομπάσω ποτέ. «Αν έχεις ένα θείο δώρο, έχεις και ευθύνη να το καλλιεργήσεις, όχι μόνο για σένα, αλλά για όλη την οικογένεια» έλεγε η μητέρα μου. «Τους προγόνους ντράπου» έλεγε ο πατέρας μου. Και για μένα πρόγονοι δεν ήταν μόνο οι της οικογένειας αλλά και οι συγχωριανοί μου. Εκεί οι άνθρωποι έχουν έναν πολιτισμό εκατοντάδων χρόνων, είναι περήφανοι, δεν γονυπετούν, δεν χαρίζονται. Ενιωθα κομμάτι αυτής της ιστορίας και ήξερα από παιδί ότι έπρεπε να την τιμήσω. Και σήμερα που σου μιλώ, ο έπαινος του προέδρου του Χάρβαρντ δεν αξίζει για μένα περισσότερο από τον έπαινο του σοφού χωρικού».
Αυτή η ανατροφή που παραπέμπει στον Καζαντζάκη εξόπλισε τον Φώτη Καφάτο με τα φτερά που χρησιμοποίησε για να πετάξει. Με υποτροφία της εύπορης οικογένειας Σλουμπερζέ φεύγει για σπουδές στην Αμερική. «Είχα μια ασφάλεια πηγαίνοντας στην Αμερική και μια υπερηφάνεια, όχι μόνο για τον εαυτό μου, αλλά για τον κόσμο από τον οποίο προερχόμουν. Γνώριζα ότι εκεί που πήγαινα υπήρχαν πολλοί με ικανότητες σαν τις δικές μου, αλλά είχα την αίσθηση ότι μπορώ να καταφέρω τα πάντα επειδή μου είχαν διδάξει να κάνω πάντοτε αυτό που νόμιζα σωστό και επίσης να αναλαμβάνω τις ευθύνες των πράξεών μου» μου εκμυστηρεύθηκε εκείνο το απόγευμα στη Σούγια.
Το σωστό για τον Φώτη Καφάτο δεν έχει να κάνει μόνο με τα ακαδημαϊκά επιτεύγματά του, τα οποία είναι λίγο-πολύ γνωστά (μετά από τις σπουδές Ζωολογίας στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ, έρχονται το Μάστερ Βιολογίας και η διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Στη συνέχεια εκλέγεται επίκουρος καθηγητής, ενώ το 1969 γίνεται ο νεαρότερος τακτικός καθηγητής θετικών επιστημών διάσημου πανεπιστημίου). Εχει να κάνει κυρίως με τη στάση ζωής. Μιας δημιουργικής ζωής που απολαμβάνει τόσο ο ίδιος όσο και οι συνεργάτες του. Ο Αργύρης Ευστρατιάδης (ο οποίος έχει διαγράψει τη δική του λαμπρή πορεία στην ιστορία της διεθνούς μοριακής βιολογίας) έφτασε στο εργαστήριο του Φώτη το 1971 και υπήρξε στενός συνεργάτης του για πολλά χρόνια. Οπως μου έχει εκμυστηρευθεί στο παρελθόν, ποτέ δεν γνώρισε άλλον ερευνητή με τόση δεξιοτεχνία στα χέρια του. Ο Καφάτος χαιρόταν, λέει, να κάνει πειράματα στον πάγκο και είχε φοβερή προσήλωση και υπομονή. Σε λεπτεπίλεπτους χειρισμούς, δεν είχε ταίρι. Οταν δεν ήξερε κάτι, δεν φοβόταν ποτέ να ρωτήσει τους μαθητές του. Μάλιστα, είχε ξεκινήσει μια μόδα, πολύ «επικίνδυνη» για τα σημερινά δεδομένα, να βάζουν οι ερευνητές τα ονόματά τους σε δημοσιεύσεις ανάλογα με την προσφορά τους. Ετσι, σε μερικές περιπτώσεις, το όνομά του δεν ήταν τελευταίο, όπως συνηθίζεται ακόμη για τον διευθυντή ενός εργαστηρίου.
Και ενώ το πνεύμα του Καφάτου έλαμπε στις ΗΠΑ, στη χώρα μας επικρατούσαν τα σκοτάδια της δικτατορίας. Σύμφωνα με όσα έχει διηγηθεί στην παρέα της Σούγιας, αλλά και έχει γράψει ο Στέφανος Τραχανάς, το σπίτι του Καφάτου στη Βοστώνη φιλοξενεί κάθε δεύτερο Σάββατο τις συγκεντρώσεις της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας (που συζητεί τα τεκταινόμενα στην πατρίδα και σχεδιάζει δράσεις), ενώ στον πολύγραφο του εργαστηρίου του τυπώνονται τις νύχτες οι προκηρύξεις που μοιράζουν οι φοιτητές στα μέλη της ευρύτερης ελληνικής κοινότητας. Εχοντας την πεποίθηση ότι αξίζει κανείς να προσπαθήσει να αλλάξει το σύστημα εκ των έσω, αποδέχεται την πρόσκληση να διδάξει Μοριακή Βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Στα δέκα χρόνια που έμεινε εκεί (1972-1982) μπορεί να μην πέτυχε να αλλάξει το σύστημα από μέσα, έθεσε όμως τις βάσεις για την ανάπτυξη της Μοριακής Βιολογίας. Οι φοιτητές του εκείνης της εποχής, οι οποίοι στη συνέχεια στελέχωσαν όλα τα τμήματα Μοριακής Βιολογίας στη χώρα, θυμούνται ακόμη τον καθηγητή τους που ήταν σαν τη μύγα μες στο γάλα: με γενειάδα και χωρίς γραβάτα, προσηνής και καταδεκτικός, εμπνέει και επιβάλλεται χωρίς τυμπανοκρουσίες. Διοργανώνει εκδρομές και πεζοπορίες, βραδιές με μουσική και χορό, όπου πρωτοστατεί. Ο Στέφανος Τραχανάς μετέφερε στον επικήδειο λόγο του την περασμένη Τρίτη την ανάμνηση ενός από τους πρώτους φοιτητές του που τα λέει όλα: «Ο νέος καθηγητής Βιολογίας μάς καλεί στο σπίτι του! Καλεί τους φοιτητές στο σπίτι του! Και εκεί, καθισμένοι στο πάτωμα –καθώς μας ρωτάει τι θέλουμε να κάνουμε, πού θέλουμε να πάμε όταν τελειώσουμε –βλέπουμε ένα μικρό καραβάκι στο γραφείο του με το όνομα «Ελευθερία». Σκουντιόμαστε και αναγνωρίζουμε αυτό που τόσο πολύ μας έλειπε εκείνη την ανελεύθερη εποχή. Οτι ο καθηγητής ήταν «δικός μας»».
Ο Δικός τους καθηγητής θα αφήσει την Αθήνα για να υπηρετήσει τη γενέτειρα Κρήτη συμβάλλοντας στη δημιουργία του Πανεπιστημίου και του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ). Το πόσο κομβικής σημασίας υπήρξε αυτή η κίνηση φαίνεται από το γεγονός ότι η Ελλάδα μπήκε στον διεθνή χάρτη της Βιολογίας, μέσω Κρήτης.
Προσωπικά δεν είχα την τύχη να μαθητεύσω κοντά στον Φώτη Καφάτο. Υπήρξα μαθήτρια των πρώτων δικών του μαθητών, οι οποίοι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80 ήταν στην πλειονότητά τους νεαροί λέκτορες. Με κάποιον μαγικό τρόπο, μαζί με τα «γράμματα» που μας έμαθαν μας μετέφεραν και τον αμέριστο θαυμασμό τους για τον Δάσκαλο. Διάβαζα για μέρες προτού πάω να τον συναντήσω στη Χαϊδελβέργη, στην πρώτη μου αποστολή από την εφημερίδα τον Νοέμβρη του 1996. Και μπορεί εκείνος να με υποδέχθηκε χαμογελαστός, όπως ήταν η φυσική του κατάσταση, και να είπε «Καλώς την!», αλλά κατάφερε να κάνει τη ζωή μου δύσκολη, καθώς προσέθεσε στην αγγλική (περιστοιχιζόμασταν από ξένους) «Call me Fotis» (Λέγε με Φώτη). Τέτοιο ήταν το δέος μου για τον Καφάτο των φοιτητικών μου χρόνων που πέρασα τέσσερις ημέρες στη Χαϊδελβέργη, στραμπουλώντας την ελληνική και την αγγλική μαζί αρκεί να μη χρειαστεί να τον αποκαλέσω οτιδήποτε. Γιατί ούτε τη θέλησή του μπορούσα να αγνοήσω ούτε και να φέρω τον εαυτό μου να τον αποκαλέσει με το μικρό του όνομα. Και ας είχαμε χορέψει και τραγουδήσει μέχρι τα ξημερώματα στη βραδιά που είχε διοργανώσει σπίτι του για να γνωρίσω την ελληνική κοινότητα του Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου Μοριακής Βιολογίας, του οποίου τα ηνία είχε αναλάβει από το 1993.
Τα άρθρα που προέκυψαν από αυτή την επίσκεψη είναι αποκαλυπτικά του οραματιστή Φώτη Καφάτου (αποσπάσματα θα βρείτε στην τελευταία σελίδα του αφιερώματος, ενώ υπάρχουν ολόκληρα στο www.tovima.gr). Οραματιστή μεν, καθόλου Δον Κιχώτη δε! Γιατί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά που έκαναν τον Φώτη Καφάτο ηγέτη ήταν η προσήλωσή του στον στόχο. Επιτρέψτε μου να σας διηγηθώ ένα περιστατικό που συνέβη αργά ένα χειμωνιάτικο βράδυ του 2003, στο EMBL. Ο Καφάτος βγαίνει από το γραφείο του και με δύο χαρτιά στο χέρι φτάνει στη βιβλιοθήκη. «Πες μου τη γνώμη σου!» λέει δίνοντάς τα μου. Το πρώτο ήταν η αρνητική απάντηση σε ένα αίτημα χρηματοδότησης του EMBL από την ΕΕ. Η λιτή επιστολή έγραφε: «Αγαπητέ κύριε Καφάτο, πράγματι είναι πολύ σημαντικό να γίνει αυτό το έργο υποδομής. Ωστόσο, στον παρόντα χρόνο η ΕΕ δεν χρηματοδοτεί τέτοια έργα». Η απάντηση Καφάτου ξεκινούσε: «Αγαπητέ Τάδε, χαίρομαι που συμφωνούμε στο πολύ βασικό σημείο της σπουδαιότητας του έργου». Και συνέχιζε παραθέτοντας επιχειρήματα και κλείνοντας με ευχαριστίες για την αποδοχή τους! Περιττό να σας πω ότι το έργο χρηματοδοτήθηκε! Οσο για τη σπουδαιότητά του, ποτέ δεν θα μπορούσε να την είχε φανταστεί ο αξιωματούχος της ΕΕ που πιθανότατα σήμερα κομπάζει για την επιτυχία του υποσταθμού του EMBL στο Χίνξτον της Αγγλίας.
Επιστημονική διπλωματία; Ισως… Ικανότητα να βλέπει τα σημεία σύγκλισης και να μην ερίζει αλλά να επιζητεί τη συνεργασία; Σίγουρα! Οπως μου είπε εκείνο το βράδυ όταν του επισήμανα το σχεδόν τελεσίδικο της επιστολής: «Αυτός δεν είναι εκεί για να οραματίζεται. Εμείς όμως που έχουμε όραμα πρέπει να του το δείξουμε». Με το όραμα του ERC, του οργάνου που θα χρηματοδοτούσε τους ευρωπαίους ερευνητές επί τη βάσει της αριστείας και μόνο, πήγε στην καγκελάριο Μέρκελ που ήταν εντελώς αντίθετη με την ιδέα το 2005. Και όπως παραδέχονται όλοι, χάρη στον Φώτη Καφάτο, δύο χρόνια αργότερα (και με πολύ κόπο από τη μεριά του), το όραμα υλοποιήθηκε.
Αν το σημερινό άρθρο μας έχει στόχο να φωτίσει τα υλικά από τα οποία ήταν φτιαγμένη η μεγαλοσύνη του Φώτη Καφάτου, η προσπάθειά μας θα έμενε τραγικά ημιτελής αν δεν αναφερόμασταν στη Σάρα, τη σύζυγο και μητέρα των κοριτσιών τους, της Λενιώς και της Μυρτώς. Εκείνη ήταν δευτεροετής φοιτήτρια και εκείνος τελείωνε το Μάστερ του όταν γνωρίστηκαν. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και κράτησε μια ζωή. Κυρίως επειδή οι δυο τους μοιράζονταν τις ίδιες αξίες. Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί ο επισκέπτης στα σπίτια των Καφάτων είναι η παντελής έλλειψη επιτήδευσης. Αν υπάρχει κάτι σε πλεόνασμα, είναι τα βιβλία και οι πίνακες. Και παντού, στη Χαϊδελβέργη, στην Κρήτη, στη Βοστώνη ή στο Λονδίνο, ένα μεγάλο τραπέζι, από αυτά που ανοίγουν για να φιλοξενούν πολλούς ανθρώπους, να ανάβει η συζήτηση, να αρχίζουν τα ριζίτικα. Η λιτότητα της ζωής και η παντελής αδιαφορία για τα εφήμερα υπήρξε κοινή τους πεποίθηση. Και αν εκείνος ήταν αφοσιωμένος στην επιστήμη του, εκείνη συνειδητά και χωρίς ποτέ να παραπονεθεί επέλεξε να θυσιάσει τη δική της καριέρα για την οικογένεια και για να γίνει το παράθυρό του στον κόσμο των ιδεών και της τέχνης που ο ίδιος δεν είχε χρόνο να παρακολουθεί. Κρατώ ακόμη στη μνήμη μου το συνωμοτικό, σχεδόν παιδικό χαμόγελο που φώτισε το πρόσωπό του ένα απόγευμα στη Σούγια, όταν εκείνη φάνηκε στον δρόμο και εκείνος κοιτώντας την από μακριά είπε εντελώς αυθόρμητα: «Είμαι πολύ τυχερός που παντρεύτηκα τη Σάρα».
Και εμείς πολύ τυχεροί που σε γνωρίσαμε, Φώτη!

Σταθμοί ζωής

1940: Γεννιέται στις 16 Απριλίου στο Ηράκλειο της Κρήτης. Δεύτερος γιος του γεωπόνου Κώστα Καφάτου και της δασκάλας Ελένης Ξηρουδάκη.

1958: Ολοκληρώνει με άριστα τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Λύκειο Κοραής.

1958: Φεύγει στις ΗΠΑ με υποτροφία Schlumberger. Σπουδάζει ζωολογία στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ της Νέας Υόρκης με δάσκαλο τον διάσημο Thomas Eisner (με τον οποίο διατηρεί φιλία ως το τέλος της ζωής τού Eisner τo 2001).

1961: Αρχίζει σπουδές Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

1965: Ολοκληρώνει το διδακτορικό του στο Χάρβαρντ και αμέσως γίνεται επίκουρος καθηγητής.

1969: Γίνεται ο νεότερος τακτικός καθηγητής θετικών επιστημών στο Χάρβαρντ. Διατηρεί τη θέση αυτή ως το 1994.

1972: Γίνεται καθηγητής Βιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διατηρεί τη θέση αυτή για δέκα χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων θέτει τις βάσεις για την ανάπτυξη της Μοριακής Βιολογίας στην Ελλάδα.

1982: Γίνεται καθηγητής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη του Ινστιτούτου Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ), τμήμα του οποίου είναι και το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του οποίου γίνεται πρόεδρος μέχρι το 1993.

1993: Αναλαμβάνει τα ηνία του Ευρωπαϊκού Εργαστηρίου Μοριακής Βιολογίας (European Molecular Biology Laboratory, EMBL), θέση που διατηρεί ως τη συνταξιοδότησή του το 2005.

2005: Μεταφέρει το εργαστήριό του στο Ιmperial College του Λονδίνου, όπου γίνεται καθηγητής Ανοσογενομικής. Ταυτόχρονα εργάζεται για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ερευνας (Εuropean Research Council-ΕRC).

2007: Εκλέγεται πρώτος πρόεδρος του νεοσυσταθέντος Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ερευνας, θέση από την οποία παραιτείται το 2010.

2017: Πεθαίνει ήσυχος στον ύπνο του στη γενέτειρά του.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ