Είναι τέσσερα γράμματα που μπορεί σε εσάς να μοιάζουν αδιάφορα, για κάποιες γυναίκες όμως αποτελούν ένα (κυριολεκτικώς) ζωτικής σημασίας κεφάλαιο του μέλλοντός τους –μία από αυτές τις γυναίκες είναι και η πασίγνωστη ηθοποιός Αντζελίνα Τζολί η οποία πριν από τέσσερα χρόνια υπεβλήθη σε προληπτική διπλή μαστεκτομή και δύο χρόνια αργότερα και σε αφαίρεση ωοθηκών εξαιτίας των τεσσάρων αυτών γραμμάτων, συγκεκριμένα των BRCA, που «κουβαλούν» μέσα τους μια βαριά γενετική κληρονομιά, ικανή να πυροδοτήσει καρκίνο σε μικρές ηλικίες. Δύο γονίδια λοιπόν, τα BRCA1 και ΒRCA2, ορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη ζωή περίπου μιας στις 200 γυναίκες που φέρουν μεταλλάξεις τους και εδώ έρχεται η επιστήμη να βοηθήσει όλες αυτές τις γυναίκες να λάβουν τις πιο ωφέλιμες για εκείνες σημαντικές αποφάσεις με βάση την καλύτερη δυνατή γνώση.

Προς αυτήν την κατεύθυνση μια νέα διεθνής μελέτη, η πρώτη του είδους της σε τέτοιο εύρος, με επικεφαλής τον κύπριο καθηγητή στην Ερευνα και Πρόληψη του Καρκίνου στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ κ. Αντώνη Αντωνίου, αποκαλύπτει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια μέχρι σήμερα τα γονίδια BRCA και τον κίνδυνο που εγκυμονούν για τις γυναίκες που φέρουν μεταλλάξεις τους. Η ενδελεχής αυτή ερευνητική δουλειά η οποία συνεχίζεται ελπίζεται ότι κάποια ημέρα θα οδηγήσει σε πιο εξατομικευμένες παρεμβάσεις, «μεταλλάσσοντας» την ιατρική πρακτική αλλά και τη ζωή πολλών γυναικών προς το καλύτερο.

Η νέα μελέτη η οποία δημοσιεύθηκε στην έγκριτη επιθεώρηση της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας (JAMA) στις 20 Ιουνίου έχει δύο βασικά πλεονεκτήματα σε σχέση με όσες είχαν διεξαχθεί ως σήμερα για τα BRCA1 και ΒRCA2, όπως εξηγεί μιλώντας προς «Το Βήμα» ο δρ Αντωνίου: «Ως τώρα οι μελέτες ήταν αναδρομικές, αυτό σημαίνει ότι περιελάμβαναν γυναίκες που είχαν ήδη αναπτύξει καρκίνο, με αποτέλεσμα το δείγμα να μην είναι ουσιαστικώς αντιπροσωπευτικό όλων των γυναικών που φέρουν μεταλλάξεις στα δύο γονίδια. Οι πιο αξιόπιστες επιδημιολογικές μελέτες είναι οι προοπτικές, εκείνες στις οποίες παρακολουθούνται σε μάκρος χρόνου γυναίκες που φέρουν μεταλλάξεις στα δύο γονίδια αλλά είναι υγιείς κατά την έναρξη της έρευνας. Πρώτη φορά διεξαγάγαμε λοιπόν μια τέτοια προοπτική μελέτη και μάλιστα τόσο μεγάλη –περιελάμβανε 10.000 γυναίκες από 19 χώρες σε Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία (σ.σ. δεν περιλαμβανόταν η χώρα μας) -, όταν κάποιες που είχαν διεξαχθεί ως σήμερα είχαν περιλάβει λιγότερες από 65 εθελόντριες που διαγνώστηκαν με καρκίνο του μαστού». Οι γυναίκες ενεγράφησαν στη μελέτη από το 1997 ως το 2011 και συνολικά η έρευνα διήρκεσε μέχρι το 2013 με μέσο χρόνο παρακολούθησης τα πέντε έτη. «Χρειάστηκαν 20 χρόνια σκληρής δουλειάς για να εξαχθούν όλα αυτά τα πολλά και πολύπλοκα αποτελέσματα εξαιτίας του ότι η έρευνα ήταν προοπτική. Απαραίτητη ήταν επίσης η μεγάλη και μακροχρόνια δέσμευση από τις εθελόντριες ώστε να διευκολύνουν τους επιστήμονες να συλλέξουν τα δεδομένα – οι εθελόντριες είναι και οι μεγαλύτερες ηρωίδες αυτής της ερευνητικής δουλειάς» λέει ο δρ Αντωνίου.
Ποσοστά κινδύνου… ακριβείας
Η εξονυχιστική όμως και κοπιαστική ανάλυση έπιασε τόπο καθώς ξεκαθάρισε περισσότερο από ποτέ το τοπίο για τις γυναίκες με μεταλλάξεις στα δύο «επικίνδυνα» γονίδια. Κατ’ αρχάς έδειξε με τη μεγαλύτερη ακρίβεια ως σήμερα τον κίνδυνο καρκίνου και ωοθηκών που αντιμετωπίζουν οι «φέρουσες» μεταλλαγμένα BRCA1 και ΒRCA2. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα, το 72% των γυναικών με μεταλλάξεις του γονιδίου BRCA1 θα εμφανίσουν καρκίνο του μαστού και το 44% καρκίνο των ωοθηκών ως τα 80 έτη τους. Σε ό,τι αφορά τις γυναίκες με μεταλλάξεις του BRCA2, το 69% εξ αυτών θα αναπτύξουν καρκίνο του μαστού και το 17% καρκίνο των ωοθηκών ως την ηλικία των 80.
Οι ερευνητές προσδιόρισαν επίσης για πρώτη φορά το πότε ο κίνδυνος για την εμφάνιση του καρκίνου κορυφώνεται. Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως προέκυψε, αυξάνεται ταχέως στις νέες ηλικίες: στις γυναίκες με μεταλλαγμένο BRCA1 είναι μεγαλύτερος γύρω στις αρχές της δεκαετίας των 40 ετών και μετά παραμένει στάσιμος ενώ σε εκείνες με μεταλλάξεις του BRCA2 ο μέγιστος κίνδυνος εμφανίζεται περίπου μια δεκαετία αργότερα, στις αρχές της δεκαετίας των 50 και μετά επίσης παραμένει στάσιμος. Σύμφωνα με τον κύριο Αντωνίου «το εύρημα αυτό είναι σημαντικό από πολλές απόψεις. Κατ’ αρχάς θα επιτρέψει πιο εξατομικευμένες παρεμβάσεις που θα λαμβάνουν υπόψη τους και τη ζωή της κάθε γυναίκας, όπως το ως πότε θα μπορούσε να τεκνοποιήσει. Κατά δεύτερον όμως είναι πολύτιμο και για τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες. Παλαιότερα νομίζαμε ότι στις πιο μεγάλες γυναίκες με μεταλλάξεις στα BRCA ο κίνδυνος μειώνεται σημαντικά. Τώρα βλέπουμε ότι παραμένει υψηλότερος από ό,τι πιστεύαμε, άρα και αυτές οι γυναίκες χρειάζονται περισσότερη και τακτικότερη παρακολούθηση».

Το βάρος του οικογενειακού ιστορικού
Δεν έχουν όμως όλες οι γυναίκες με μεταλλάξεις των δύο γονιδίων τον ίδιο κίνδυνο για καρκίνο, όπως είδαν οι ερευνητές. «Κλειδί» φάνηκε να αποτελεί το οικογενειακό ιστορικό: με άλλα λόγια, αν μια γυναίκα με μεταλλαγμένο BRCA είχε συγγενή πρώτου βαθμού με καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών αντιμετώπιζε αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο σε σχέση με μια άλλη γυναίκα που έφερε επίσης μεταλλάξεις αλλά δεν είχε τόσο κοντινή συγγενή η οποία να είχε νοσήσει. Οπως μάλιστα επισημαίνει ο επικεφαλής της μελέτης «η πρόοδος της τεχνολογίας στην αλληλούχηση του γονιδιώματος έχει ήδη φέρει στο φως πολύ περισσότερες γυναίκες σε σύγκριση με το παρελθόν οι οποίες φέρουν μεταλλάξεις στα BRCA1 και BRCA2 ενώ δεν εμφανίζουν οικογενειακό ιστορικό. Αναμένεται στο μέλλον να εντοπισθούν ακόμη περισσότερες καθώς φαίνεται να ανοίγει ο δρόμος για έλεγχο του γενικού πληθυσμού. Σχετική συζήτηση έχει ανοίξει κυρίως στις ΗΠΑ με στόχο τον καλύτερο εντοπισμό των γυναικών «υψηλού κινδύνου» και την πιο πρώιμη παρέμβαση σε αυτές τις ομάδες».
Σημαντικό ρόλο όμως στον κίνδυνο να νοσήσει μια γυναίκα παίζει και η θέση στην οποία βρίσκεται η μετάλλαξη μέσα στο γονίδιο, το σημείο δηλαδή όπου έχει γίνει κάποιο λάθος στην «ορθογραφία» των βάσεων του DNA. «Ανακαλύψαμε ότι όταν οι μεταλλάξεις βρίσκονταν στο κέντρο των γονιδίων ο κίνδυνος για καρκίνο του μαστού ήταν μικρότερος σε σχέση με το αν οι μεταλλάξεις βρίσκονταν στις άκρες των γονιδίων» αναφέρει ο κ. Αντωνίου.
Ο ερευνητής υπογραμμίζει ότι «για πρώτη φορά σε μια προοπτική μελέτη τόσο μεγάλου εύρους τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ο κίνδυνος καρκίνου σε γυναίκες με μεταλλάξεις στα γονίδια BRCA1 και BRCA2 εξαρτάται τόσο από την ακριβή μετάλλαξη που φέρει η κάθε γυναίκα όσο και από το οικογενειακό ιστορικό της».

Στόχος τεστ εξατομικευμένου κινδύνου
Το επόμενο βήμα για την ερευνητική ομάδα –το οποίο έχει ήδη γίνει –είναι η ανάλυση… της άλλης μισής ιστορίας (πέρα από τη γενετική) που συνδέεται με τον καρκίνο και δεν είναι άλλη από τους περιβαλλοντικούς παράγοντες. «Βρισκόμαστε ήδη σε διαδικασία ανάλυσης παραγόντων όπως ο Δείκτης Μάζας Σώματος των γυναικών, η κατανάλωση αλκοόλ, η λήψη ορμονικών αντισυλληπτικών, ο αριθμός των τέκνων, ο θηλασμός κ.ά. Αναμένουμε αποτελέσματα αυτής της προοπτικής ανάλυσης μέσα στο επόμενο έτος» λέει ο δρ Αντωνίου. Απώτερος στόχος είναι το να δημιουργηθεί ένα τεστ εξατομικευμένου κινδύνου το οποίο θα περιλαμβάνει όλους αυτούς τους παράγοντες και θα δείχνει τελικώς με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τον κίνδυνο καρκίνου επιτρέποντας στην κάθε γυναίκα με μεταλλάξεις στα δύο γονίδια να λαμβάνει τις καλύτερες δυνατές αποφάσεις για το μέλλον της. Διότι όταν τα γονίδια αποτελούν «εχθρό», η επιστήμη μπορεί να γίνει ένας καλός «σύμμαχος» ζωής και μελέτες σαν και αυτή το αποδεικνύουν.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ