Edward O. Wilson
Half-Earth
Εκδόσεις Norton, 2016, σελ 272

Στις αρχές Ιουλίου ένα παραδεισένιο κομμάτι γης στη Νότια Νήσο της Νέας Ζηλανδίας εντάχθηκε στο εθνικό πάρκο Abel Tasman. Επρόκειτο για την ευτυχή κατάληξη μιας αγοραπωλησίας η οποία ξεκίνησε όταν ο αρχικός ιδιοκτήτης της έκτασης, επιχειρηματίας Michael Spackman, έβαλε αγγελία για την πώλησή της. Τη γη διεκδικούσε ένας άλλος επιχειρηματίας, αλλά τελικά πέρασε στα χέρια των 40.000 Nεοζηλανδών οι οποίοι ενώθηκαν για να συμπληρώσουν το ποσό των 2,3 εκατ. δολαρίων Νέας Ζηλανδίας (ποσό που αντιστοιχεί σε 1,7 εκατ. δολάρια ΗΠΑ) που απαιτούνταν για την αγορά της. Στη συνέχεια η έκταση χαρίστηκε στο πάρκο, γεγονός που θα εξασφαλίσει δύο πράγματα: πρώτον, ότι η φύση θα μείνει ανέπαφη από ανθρώπων έργα και, δεύτερον, ότι θα μπορούν να την απολαμβάνουν όλοι!

Αφήστε τη (μισή) Γη στην ησυχία της!


Πρωτοβουλίες όπως αυτή των Νεοζηλανδών, αποφασισμένων να διατηρήσουν τη γη τους όσο πιο άφθαρτη γίνεται, είναι τόσο σπάνιες που περνούν στις διεθνείς ειδήσεις. Ωστόσο, θα έπρεπε να γίνονται ολοένα και συχνότερες αν θέλουμε να μην είμαστε το είδος που θα αφανίσει τον ίδιο του τον εαυτό, λέει ο 85χρονος εξελικτικός βιολόγος Edward O. Wilson στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Half-Earth». Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο αμερικανός επιστήμονας μας προτρέπει να αφήσουμε τουλάχιστον τη μισή Γη στην ησυχία της, γεγονός που θα εξασφαλίσει τη βιοποικιλότητα που είναι απαραίτητη και για τη δική μας επιβίωση.
Μπορεί η μισή Γη να μας φαίνεται μια «ακριβή τιμή» που πρέπει να πληρώσουμε, αλλά αν σκεφθεί κανείς ότι την άλλη μισή θα τη μοιράζονται περισσότερα από 10 εκατομμύρια διαφορετικά είδη, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για μια πολύ συμφέρουσα ανταλλαγή. Πολύ περισσότερο δε αν προστεθεί η εξασφαλισμένη σωτηρία του είδους. Μα, θα μου πείτε, πώς είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο;
Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό θα πρέπει να δούμε την επιχειρηματολογία του Wilson από την αρχή. Στην πραγματικότητα, το βιβλίο αυτό αποτελεί την ολοκλήρωση μιας τριλογίας που άρχισε με την έκδοση του «The social conquest of Earth», στο οποίο εξηγεί πόσο σπάνια είναι η προηγμένη κοινωνική οργάνωση μεταξύ των ειδών και πώς μόλις πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια (στα 3,8 δισ. χρόνια της ιστορίας του πλανήτη μας) αναδύθηκε η πλέον εκλεπτυσμένη κοινωνική οργάνωση μεταξύ των προγόνων μας κάπου στην Αφρική. Στο δεύτερο βιβλίο της τριλογίας, στο «The meaning of human existence», ο Wilson, ανατρέχοντας στην επιστημονική βιβλιογραφία που αφορά τα αισθητήρια όργανά μας και την ηθική μας υπόσταση, επιχειρεί να δείξει ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι για το περιβάλλον που έχουμε δημιουργήσει, αλλά είμαστε καλύτερα προσαρμοσμένοι για το περιβάλλον που μας δημιούργησε. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας τονίζει ότι δημιουργηθήκαμε για να ζούμε πιο κοντά στη φύση απ’ ό,τι έχουμε πετύχει δαμάζοντάς την και στην πορεία καταστρέφοντάς την.
Η εξουσία του παραμυθά


Αφού λοιπόν έχει εκθέσει τις αδυναμίες μας ως είδους, ο συγγραφέας κάνει τώρα την πρότασή του. Τολμηρή μεν αλλά αποτελεσματική, όπως λέει. Γιατί, όπως ξέρει πολύ καλά ο άνθρωπος που εμπνεύστηκε την αποδεκτή από τους συναδέλφους του Θεωρία της Νησιωτικής Βιογεωγραφίας, περιορισμένου μεγέθους προστατευόμενες περιοχές τείνουν να χάνουν είδη. Δηλαδή, τα εθνικά πάρκα δεν αρκούν! Είναι βέβαια δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα επιλέξουμε ένα ημισφαίριο και θα μετοικήσουμε όλοι σε αυτό προκειμένου να αφήσουμε χώρο και χρόνο στα υπόλοιπα είδη να αναπτυχθούν. Ωστόσο, θα ήταν λάθος μας να θεωρήσουμε το πόνημα του Wilson παραλήρημα. Αντίθετα, αξίζει να διαβαστεί καθώς αποτελεί τροφή για σκέψη ως προς τη θέση μας πάνω στη Γη και ως προς τις ευθύνες που μας αναλογούν.
Χαρακτηριστική είναι η πρώτη παράγραφος της εισαγωγής του: (σε ελεύθερη μετάφραση) «Τι είναι ο άνθρωπος; Παραμυθάς, μυθοποιός και καταστροφέας του ζωντανού κόσμου. Με σκέψη όπου αναμειγνύονται η λογική, το συναίσθημα και η θρησκεία. Ευτυχές ατύχημα της εξέλιξης των πρωτευόντων θηλαστικών στο τέλος του Πλειστόκαινου. Ο εγκέφαλος της βιόσφαιρας. Μέγας στη δύναμη της φαντασίας και στην ικανότητα εξερεύνησης, αλλά με τάση να είναι περισσότερο ο αφέντης παρά ο υπηρέτης ενός πλανήτη που φθίνει. Γεννημένος με την ικανότητα να επιβιώνει και να εξελίσσεται αέναα, ικανός να καταστήσει τη βιόσφαιρα αιώνια επίσης. Ταυτόχρονα υπερόπτης, απρόσεκτος, θανάσιμα ταγμένος να προτιμά τον εαυτό του, τη φυλή του και το άμεσο μέλλον. Πρόθυμος να υπακούσει σε όποιον θεωρεί ανώτερο ον και αδιάφορος στις κατώτερες μορφές ζωής».
Τόσο στη συνέχεια της εισαγωγής του όπως και σε ολόκληρο το βιβλίο ο Wilson εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούμε πια να αδιαφορούμε για την επίδρασή μας στο περιβάλλον. Αλλά δεν το κάνει με σκληρή γλώσσα, το κάνει με συναίσθημα και με καλαίσθητη πρόζα. Αρκεί να διαβάσει κανείς το κεφάλαιο 4, το οποίο τιτλοφορείται «Ελεγεία για τους ρινόκερους», για να αντιληφθεί τον ειλικρινή πόνο του συγγραφέα για την εξαφάνιση των μεγάλων αυτών θηλαστικών που ο πρωτόγονος άνθρωπος ζωγράφισε στα τείχη των σπηλαίων του και που ο σύγχρονος πέτυχε να αφανίσει τα δύο από τα πέντε είδη τους και να θέσει σε τροχιά εξαφάνισης τα υπόλοιπα. «Εκατομμύρια χρόνια εξελικτικής δόξας έφτασαν στο τέλος τους» σημειώνει ο Wilson αφού έχει περιγράψει πώς η μαύρη αγορά των κεράτων ρινόκερου (το οποίο χρησιμοποιείται στην κινεζική ιατρική με αμφίβολα αποτελέσματα) έχει εκθρέψει αμείλικτους κυνηγούς που αδυνατούν να τους σταματήσουν οι αρχές των χωρών στις οποίες υπάρχουν ακόμη λιγοστά ζώα.
Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς το βιβλίο του αμερικανού εξελικτικού βιολόγου. Πιθανότατα η πρότασή του θα αποδειχθεί ουτοπική. Ωστόσο, αν ο καθένας από εμάς αναλάβει τις ευθύνες του και αναλογιστεί τη θέση του στη Γη και σε σχέση με τα υπόλοιπα ζώα και φυτά που μας συντροφεύουν, ίσως και να μη χρειαστεί να καταφύγουμε σε δραστικά μέτρα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ