Την 1η Μαΐου του 1899 ο κόσμος γνώρισε ένα από τα πιο «θαυματουργά» προϊόντα στη φαρμακευτική ιστορία. Η μάλλον ασήμαντη ως τότε γερμανική εταιρεία Bayer κυκλοφόρησε το νέο παυσίπονο – αντιφλεγμονώδες – αντιπυρετικό της με την ονομασία Aspirin σαρώνοντας έκτοτε όλες τις αγορές του πλανήτη. Αφού ανακούφισε γενεές επί γενεών και παρά τη σχετική κάμψη που γνώρισε με την εμφάνιση της παρακεταμόλης και της ιβουπροφένης, η ασπιρίνη σήμερα όχι μόνο εξακολουθεί να ανθεί αλλά κατακτά και νέους θεραπευτικούς τομείς.
Ολο και περισσότερες μελέτες ανακαλύπτουν οφέλη της στην προστασία από καρδιαγγειακές παθήσεις και πολλούς καρκίνους. Οπως ωστόσο συμβαίνει συχνά με τις μεγάλες «βεντέτες», έτσι και αυτή έχει πίσω της έναν μακρό πολύκροτο βίο, διανθισμένο με πάθη, μίση, υποψίες σκανδάλων και έντονες αντιδικίες –κυρίως για τις πολύφερνες πατέντες και τα πνευματικά δικαιώματα.
Aπό τα βάθη της αρχαιότητας


Οι θεραπευτικές ιδιότητες της δραστικής ουσίας της ασπιρίνης –του σαλικυλικού οξέος –ήταν γνωστές από τα βάθη της αρχαιότητας. Φάρμακα με βάση φυτά που περιέχουν την ουσία αυτή (με πιο γνωστή την ιτιά) αναφέρονται σε αιγυπτιακούς παπύρους από τη 2η χιλιετία π.Χ. ενώ ο Ιπποκράτης είχε «συνταγογραφήσει» στα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα μια σκόνη από τον φλοιό και τα φύλλα της ιτιάς για την ανακούφιση των πονοκεφάλων, των πόνων και του πυρετού. Η φυτικής προέλευσης «σαλικυλική» φαρμακευτική προσέγγιση για τα παραπάνω συμπτώματα αποτέλεσε έκτοτε σταθερή αξία, περνώντας από την κλασική αρχαιότητα στον Μεσαίωνα και στους νεότερους χρόνους.
Ως τον 19ο αιώνα ωστόσο η ουσία δεν είχε παραχθεί συνθετικά. Η πρώτη επιτυχημένη απόπειρα για την παραγωγή συνθετικού ασετυλσαλικυλικού οξέος έγινε από τον Γάλλο Σαρλ Φρεντερίκ Ζεράρ το 1853. Στις επόμενες δεκαετίες ακολούθησαν και άλλες, καμία όμως δεν είχε καταλήξει σε ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Οι περισσότερες δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν σε μεγάλη κλίμακα –και άρα δεν ήταν χρήσιμες για την παρασκευή φαρμάκων –ενώ καμία τους δεν παρήγαγε καθαρό, σταθερό ασετυλσαλικυλικό οξύ. Ενας χημικός της Bayer κατόρθωσε να λύσει και τα δυο αυτά προβλήματα στα τέλη του ίδιου αιώνα. Κανείς όμως, όπως υποστηρίζουν πλέον ορισμένοι, δεν μπορεί να πει με απόλυτη βεβαιότητα ποιος ακριβώς ήταν αυτός.
Η Bayer ήταν την εποχή εκείνη μια μικρή βιομηχανία χρωμάτων και φαρμάκων η οποία μόλις άρχιζε να δίνει μεγαλύτερο βάρος στον φαρμακευτικό τομέα της ιδρύοντας δυο νέα τμήματα –ένα για την ανάπτυξη φαρμάκων και ένα για τη δοκιμή τους. Στο τμήμα των δοκιμών ήταν επικεφαλής ο Χάινριχ Ντρέζερ ενώ ο διακεκριμένος πρώην πανεπιστημιακός καθηγητής Χημείας Αρτούρ Αϊχενγκρυν ήταν επικεφαλής στο τμήμα της έρευνας όπου το 1894 είχε προσληφθεί ένας νεαρός χημικός, ο Φέλιξ Χόφμαν. Οι τρεις αυτοί επιστήμονες είναι οι «άνθρωποι-κλειδιά» πίσω από τη δημιουργία της ασπιρίνης. Και οι τρεις έχουν διεκδικήσει έμμεσα ή άμεσα την πατρότητά της. Επίσημος νικητής έχει ανακηρυχθεί ο Χόφμαν, σχετικά πρόσφατα ωστόσο κάποιοι άρχισαν να αμφισβητούν τη νίκη του. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Η επίσημη εκδοχή


Η επίσημη εκδοχή της Bayer θέλει τον Φέλιξ Χόφμαν να βρίσκει την τέλεια συνταγή για τη σύνθεση του ασετυλοσαλικυλικού οξέος το 1897. Σύμφωνα μάλιστα με την πλέον διαδεδομένη «ανεκδοτολογική φημολογία» ο νεαρός χημικός εργάστηκε επισταμένως για αυτόν τον σκοπό θέλοντας να ανακουφίσει τον πατέρα του ο οποίος έπασχε από ρευματισμούς και έπαιρνε σαλικυλικό νάτριο –ένα άλλο φάρμακο με βάση το σαλικυλικό οξύ που χορηγείτο ευρέως εκείνη την εποχή αλλά είχε ισχυρές παρενέργειες, κυρίως στο γαστρεντερικό σύστημα. Γεγονός πάντως είναι ότι η συνταγή αναπτύχθηκε εκείνη τη χρονιά στο τμήμα της έρευνας και, βάσει της διαδικασίας, εστάλη στο τμήμα των δοκιμών προκειμένου να λάβει έγκριση για να κυκλοφορήσει στην αγορά.
Υστερα από μια κάποια καθυστέρηση –λέγεται ότι ο Αϊχενγκρυν άσκησε πιέσεις μέσω του διευθυντή της Bayer ώστε να πειστεί ο Ντρέζερ να κάνει τις δοκιμές –το φάρμακο κρίθηκε ικανοποιητικό και τελικά βγήκε στην αγορά την 1η Ιανουαρίου του 1899 με την ονομασία Aspirin σε μορφή σκόνης (το λευκό χαπάκι που γνωρίζουμε κυκλοφόρησε αργότερα, την 1η Ιανουαρίου του 1915).
Η σχετική μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από την επίσημη κυκλοφορία έφερε μόνο την υπογραφή του Ντρέζερ, χωρίς καμία αναφορά στους επιστήμονες του τμήματος της έρευνας. Ως επικεφαλής των δοκιμών, ο Ντρέζερ ήταν επίσης ο μόνος ο οποίος απέκτησε πνευματικά δικαιώματα επί του νέου φαρμάκου.
Αν και αρχικά φερόταν ως ο μοναδικός «υπεύθυνος», ο διευθυντής του τμήματος δοκιμών αναγνώρισε τελικά ότι η εφεύρεση της ασπιρίνης δεν ήταν δική του και την απέδωσε στον Χόφμαν. Αυτή ήταν και η επίσημη «γραμμή» που υιοθέτησε έκτοτε η Bayer και έτσι ο νεαρός χημικός αναγνωρίστηκε παγκοσμίως ως ο εφευρέτης του φαρμάκου που τις δεκαετίες που ακολούθησαν έσωσε ζωές στην πανδημία της ισπανικής γρίπης και απάλυνε τους πόνους εκατομμυρίων ανθρώπων. Το 2002 μάλιστα το όνομά του εισήχθη στο αμερικανικό «Hall of Fame» των εφευρετών.
Η αμφισβήτηση


Τέσσερα χρόνια πριν ωστόσο ο αποκλειστικός –αν όχι και ο κύριος –ρόλος του Χόφμαν στην εφεύρεση της ασπιρίνης είχε αμφισβητηθεί σοβαρά. Η αρχή αυτής της «ανατροπής» ανάγεται πολύ νωρίτερα. Το 1949, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Αρτούρ Αϊχενγκρυν είχε γράψει ένα άρθρο με τίτλο «50 χρόνια ασπιρίνη».
Σε αυτό υποστήριζε για πρώτη φορά ότι είχε συμμετάσχει περισσότερο από ενεργά τόσο στις δοκιμές του φαρμάκου όσο και στην ανάπτυξή του –έλεγε μάλιστα ότι ο Χόφμαν πέτυχε τη σύνθεση του ασετυλοσαλικυλικού οξέος ακολουθώντας τις δικές του οδηγίες.
Αρχικά κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στα λεγόμενα του Αϊχενγκρυν, ο οποίος από το 1908 είχε φύγει από την Bayer και είχε ανοίξει μια δική του φαρμακοβιομηχανία σημειώνοντας αρκετές επιτυχίες ώσπου να διωχθεί ως Εβραίος από το ναζιστικό καθεστώς. Το 1998 όμως ένας ιστορικός, ο Γουόλτερ Σνίντερ του Τμήματος Φαρμακευτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Στραθκλάιντ στη Γλασκώβη, δημοσίευσε μια μελέτη στην οποία υποστήριζε ότι επανεξέτασε όλα τα στοιχεία και ότι αυτά φαίνονται να στηρίζουν τους ισχυρισμούς του γερμανοεβραίου χημικού.
Η Bayer απάντησε άμεσα με ανακοινωθέν εμμένοντας στην επίσημη εκδοχή της υπέρ του Χόφμαν ενώ κάποιοι ιστορικοί της επιστήμης αμφισβήτησαν τη μελέτη του δρος Σνίντερ. Αλλοι ωστόσο δεν έχουν πειστεί και θ εωρούν ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.
Καλή και κακή


Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ένα πλήθος ερευνών για τη χρήση της ασπιρίνης, οι περισσότερες εκ των οποίων έχουν δείξει ότι βοηθά όχι μόνο στην αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων υγείας αλλά και την πρόληψη πολλών σοβαρών ασθενειών και παθήσεων. Είναι δεδομένο όμως ότι κανείς δε θα πρέπει να παίρνει ασπιρίνη χωρίς την έγκριση του γιατρού, γιατί η λήψη της δεν είναι ασφαλής για όλα τα άτομα ενώ μπορεί επίσης να αλληλεπιδράσει με άλλα φάρμακα και να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες.

HeliosPlus