Πορτρέτο του συγγραφέα ως νομάδα


Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ένας άγγλος άνδρας κυκλοφορούσε στις Σπέτσες λέγοντας πως είναι ο Μπρους Τσάτουιν. Ως «Τσάτουιν», ο νεαρός επέτυχε να σαγηνεύσει αρκετές νεαρές τουρίστριες μεταξύ Λαγουδέρας και Ντάπιας. Ανάμεσα στις κατακτήσεις του και μια Ολλανδέζα, η οποία στο τέλος του καλοκαιριού επέστρεψε στη χώρα της. Τον επόμενο χειμώνα διάβασε στις εφημερίδες ότι ο Μπρους Τσάτουιν υπέγραφε βιβλία του σε ένα βιβλιοπωλείο, όχι πολύ μακριά από την πόλη όπου διέμενε. Πανευτυχής έσπευσε να συναντήσει τον καλοκαιρινό της έρωτα ­ για να διαπιστώσει ότι είχε εξαπατηθεί.


Το ελληνικού χρώματος ανέκδοτο που αναφέρει η Σουζάνα Κλαπ στο βιβλίο της «Με τον Τσάτουιν ­ Προσωπογραφία ενός συγγραφέα» συνιστά γραφική απόδειξη ότι ο Τσάτουιν ανήκει στους συγγραφείς που έγιναν διάσημοι ζώντες ­ και των οποίων η φήμη έγινε ένα με το έργο τους. Στην περίπτωσή του, αυτό ήταν σχεδόν αναπόφευκτο. Οχι μόνο γιατί έζησε πολλές ζωές (από τους διαδρόμους του Σόθμπι ως τα υψίπεδα της ηπειρωτικής Αυστραλίας), αλλά γιατί στα ταξιδιογραφήματά του οργάνωσε με μυθοπλαστικό κριτήριο την αφήγηση των βιωμάτων του. Η Κλαπ ανασυνθέτει στο βιβλίο της κομμάτια από την προσωπικότητα του Τσάτουιν, αντλώντας από τη συναναστροφή της μαζί του και από τις αναμνήσεις των φιλικών του προσώπων ­ αλλά και κοιτώντας προσεκτικά μέσα στον καθρέφτη του έργου του.


Ο Τσάτουιν πέθανε τον Ιανουάριο του 1989, σε ηλικία 48 χρόνων, από AIDS. Εκκεντρικός όπως πάντα, αρεσκόταν να αποδίδει τα συμπτώματά του σε μια σπάνια εξωτική ασθένεια από την οποία είχε προσβληθεί στη Δυτική Κίνα: «Αναφέρονται δέκα περιστατικά σχετιζόμενα με αυτή την πάθηση: όλα αφορούν κινέζους χωρικούς και όλα υπήρξαν μοιραία». Είναι προφανές ότι ο συγγραφέας δεν άντεξε στον πειρασμό να μυθοποιήσει ακόμη και τον θάνατό του.


Ταξιδιώτης, γοητευτικός αφηγητής και εραστής του θαυμαστού, ο Τσάτουιν πρόλαβε να γράψει έξι βιβλία στο διάστημα της ζωής του. Κέρδισε την αναγνώριση με το πρώτο του έργο «Στην Παταγωνία». Ο ίδιος, σε ένα σύντομο δοκίμιό του για τον Αντρέ Μαλρό, υπεστήριζε ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες συγγραφέων: «Αυτοί που απομονώνονται και αυτοί που βρίσκονται σε κίνηση». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Τσάτουιν ανήκε στους δεύτερους ­ ότι το γράψιμό του κινητοποιείται από μια διαρκή ανησυχία, μιαν ανάγκη του ανοιχτού ορίζοντα. Παραφράζοντας τον Τζέιμς Τζόις, θα τολμούσε να πει κανείς ότι το βιβλίο της Κλαπ είναι ένα είδος «Πορτρέτου του συγγραφέα ως νομάδα».



«Φεύγω για Παταγωνία». Με το ολιγόλογο αυτό τηλεγράφημα, που έφθασε από τη Νέα Υόρκη στα γραφεία των «Sunday Times» στο Λονδίνο, ο Μπρους Τσάτουιν έδωσε τέλος στη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία και αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη συγγραφή. Δεν ήταν όμως η μόνη φορά που άφηνε μια καριέρα για να αρχίσει μια άλλη. Το νήμα της σύντομης ζωής του αποτελείται από τμήματα διαφορετικών χρωμάτων.


Η κλίση του Τσάτουιν για το γράψιμο ήταν εμφανής ήδη από το καλοκαίρι του ’58, όταν αποφοίτησε από το Μάρλμπορο, ένα από τα καλύτερα βρετανικά ιδιωτικά σχολεία. «Εχει αρχίσει να αναπτύσσει το χάρισμά του για τη λογοτεχνική έκφραση», σημείωνε ένας από τους καθηγητές του, «το χάρισμά του ίσως είναι φτενό, αλλά είναι τουλάχιστον γνήσιο». Εν τούτοις, η εξέλιξη του Τσάτουιν δεν ήταν ευθύγραμμη· ο μελλοντικός ταξιδιογράφος προτίμησε τις παρακαμπτηρίους.


Την ίδια χρονιά ο Τσάτουιν άρχισε να εργάζεται ως κλητήρας στον Σόθμπι. Από πολλές πλευρές στάθηκε τυχερός. Τα επόμενα χρόνια, η αγορά τέχνης γνώρισε μια απίστευτη ανάπτυξη, χάρη κυρίως στο ενδιαφέρον για τους ιμπρεσιονιστές, και ο Σόθμπι υπό τη διεύθυνση του πληθωρικού Πίτερ Γουίλσον μετατράπηκε από οίκο που ειδικευόταν στα παλαιά βιβλία σε έναν ισχυρότατο διεθνή οργανισμό. Η πρώτη δουλειά του Τσάτουιν ήταν η καταλογογράφηση των έργων, αλλά ο εικοσάχρονος νεαρός διέθετε ένα μοναδικό χάρισμα: διέθετε «μάτι», όπως λένε στον κόσμο της τέχνης. «Δεν ξέρω πώς ξέρω. Απλώς ξέρω», είχε πει στον πατέρα του ως έφηβος, όταν κοιτούσαν μαζί αντίκες σε ένα παλαιοπωλείο.


Οι καλοί του τρόποι, η ελκυστική εμφάνισή του και το αλάνθαστο «μάτι» του εξασφάλισαν στον Τσάτουιν μετεωρική άνοδο στον κόσμο των τεχνών. Οταν ο Σόμερσετ Μομ απεφάσισε να πουλήσει τη συλλογή πινάκων του (που περιελάμβανε έργα των Ρενουάρ, Ματίς, Πικάσο, Γκογκέν και Τουλούζ – Λοτρέκ), ο Τσάτουιν εστάλη από τον Γουίλσον στη Villa Mauresque, στη Νότια Γαλλία, με σαφείς εντολές να ελέγξει τα έργα, να γοητεύσει τον ηλικιωμένο συγγραφέα και να πλύνει τα μαλλιά του. Ο Μομ αφηγήθηκε στο τραπέζι μια προσωπική του ιστορία, όπου εμπλέκονταν ένας νεαρός ιερέας και ένας μικρός ελέφας. «Μπρους, άφησε τον Γουίλι να χαϊδέψει τα μαλλιά σου», είπε στον Τσάτουιν ο γραμματέας του Μομ Αλαν Σερλ. Η δημοπρασία πραγματοποιήθηκε στις 10 Απριλίου 1962 με τεράστια επιτυχία, αποδίδοντας συνολικά περισσότερες από 500.000 στερλίνες. «Αυτά είναι μάλλον πολλά χρήματα για να τα εισπράξει όλα ένας άνθρωπος», παρατήρησε ξερά ο Μομ, εκφράζοντας ίσως πνεύμα άλλων εποχών.


Ο Τσάτουιν βρέθηκε πάνω στο κύμα, ταξιδεύοντας από τη μια πρωτεύουσα στην άλλη. Στην Παρκ Αβενιου της Νέας Υόρκης, μια εύπορη κυρία του έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα, λέγοντας: «Δεν δείχνω τον Ρενουάρ μου σε ένα δεκαεξάχρονο!». Στο Παρίσι, ανέλαβε την καταλογογράφηση της συλλογής της Ελενα Ρουμπινστάιν, που περιελάμβανε από ζωγραφική του 20ού αιώνα ως πρωτόγονη αφρικανική τέχνη. Το 1966 ο Τσάτουιν είχε γίνει διευθυντής του Σόθμπι σε ηλικία 26 ετών. Η θέση του ήταν ασφαλής και η προαγωγή βέβαιη. Αλλά τα χρήματα ήταν λίγα και είχε αρχίσει να κουράζεται. Ο ίδιος περιγράφει την απόφασή του να παραιτηθεί: «Ενα πρωί ξύπνησα και δεν μπορούσα να δω. Στη διάρκεια της ημέρας η όραση επανήλθε στο αριστερό μάτι, όχι όμως και στο δεξιό. Ο οφθαλμίατρος που με εξέτασε είπε ότι δεν υπήρχε κάποιο οργανικό πρόβλημα, και έκανε την εξής διάγνωση: «Κοιτάτε πίνακες από πολύ κοντά», είπε. «Γιατί δεν τους ανταλλάσσετε με τον ανοιχτό ορίζοντα;»». Ο ασθενής ακολούθησε τη συμβουλή του και έφυγε για το Σουδάν.


Ο Τσάτουιν είχε παντρευτεί ένα χρόνο νωρίτερα την Ελίζαμπεθ Τσάνλερ, μια νεαρή Αμερικανίδα καλής οικογενείας της Ανατολικής Ακτής, απόφοιτο του Χάρβαρντ, που εργαζόταν ως γραμματέας του Γουίλσον στον Σόθμπι. Η κυρία Τσάτουιν δεν είχε αντίρρηση να παραιτηθεί ο σύζυγός της από τον Σόθμπι και τον ακολούθησε στο Εδιμβούργο όπου επεδόθη σε σπουδές αρχαιολογίας. Ο Τσάτουιν αρεσκόταν να περιγράφει τον εαυτό του ως «arhaelogue rate» ­ «αποτυχημένο αρχαιολόγο» ­, άλλωστε το ενδιαφέρον του για την τέχνη έμεινε αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του, όπως και το συλλεκτικό του πάθος. Το διάλειμμα του Εδιμβούργου δεν κράτησε πολύ και ο συγγραφέας αποδέχθηκε μια πρόταση να δουλέψει για το έγχρωμο περιοδικό των «Sunday Times».


Τα χρόνια εκείνα το «Sunday Times Magazine» είχε διευθυντή τον Μάγκνους Λινκλέιτερ, υψηλό προϋπολογισμό και μεγάλη αυτονομία. Ο ίδιος αναφέρει το διάστημα αυτό ως «περίοδο μεγίστης αλαζονείας και ανεξαρτησίας». Ο Τσάτουιν βρήκε εύκολα τη θέση του μέσα ένα πολύχρωμο και ταλαντούχο προσωπικό και άρχισε να ταξιδεύει διαρκώς. Στο Verrieres-les-Buissons πήρε συνέντευξη από τον Αντρέ Μαλρό και στην Ινδία παρακολούθησε την προεκλογική εκστρατεία της Ιντιρα Γκάντι: «Η γραμματέας της κυρίας Γκάντι τηλεφώνησε για να πει ότι θα πήγαινε στις τεσσερισήμισι το πρωί με αυτοκίνητο στο Αγροτικό Πανεπιστήμιο του Παρθναγκάρ, όπου η αστυνομία είχε ανοίξει πυρ εναντίον των διαδηλωτών. Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των θυμάτων ήταν ποικίλες, ξεκινώντας από τους 13 νεκρούς και φθάνοντας τους 400. «Πρέπει οπωσδήποτε να δείτε την κυρία σε δράση», είπε, «μη χάσετε αυτή την ευκαιρία»».


Η δουλειά του Τσάτουιν στους «Sunday Times» δεν ήταν πάντοτε δημοφιλής. Τα έξοδα των αποστολών του ήταν τεράστια και ο ίδιος επικοινωνούσε με τη σύνταξη μόνο όταν το έκρινε απαραίτητο. Η αιφνίδια αναχώρηση του Τσάτουιν για την Παταγωνία προκάλεσε ανακούφιση στους «Sunday Times». «Η Τσατουίνα πήρε πάλι τους δρόμους», σχολιάστηκε τότε· το υπονοούμενο αφορούσε την έλξη που αισθανόταν ο Τσάτουιν και για τα δύο φύλα. Η εφημερίδα τον διατήρησε στο προσωπικό της, όσο ο Λινκλέιτερ ήταν διευθυντής, αλλά ο Τσάτουιν είχε ήδη αποφασίσει να ασχοληθεί πλέον αποκλειστικά με τη λογοτεχνία. Μια νύχτα με πανσέληνο στο Αιγαίο


Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η έλξη που αισθανόταν ο Τσάτουιν για την Ορθοδοξία είχε ενταθεί. Στην Οξφόρδη τον κατηχούσε ένας ελληνορθόδοξος ιερέας και ο Τσάτουιν έλεγε ότι ήθελε να γίνει μοναχός στο Αγιον Ορος. Μέσα στο παραλήρημα του πυρετού, έλεγε ότι θα κλεινόταν «σαν μια σιωπηλή μαύρη γάτα» μες στους λευκούς τοίχους ενός μοναστηριού για να ξαναβρεί την υγεία του. Ο παπάς που τον διάβασε στην κηδεία του, στη Νότια Γαλλία, ήταν ελληνορθόδοξος.


Μετά τον θάνατο του Τσάτουιν, η γυναίκα του οργάνωσε μνημόσυνο στην ελληνική ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, στη Moscow Road, στο Δυτικό Λονδίνο. Η τελετή άρχισε στις 2.30 το απόγευμα, στις 14 Φεβρουαρίου του 1989 και η εκκλησία ήταν γεμάτη. Ολοι οι φίλοι του ήταν εκεί, ανάμεσά τους ο Μάρτιν Εϊμις, ο Πολ Θερού και ο Σάλμαν Ρούσντι, στου οποίου την πλάτη βάραινε ήδη ο ιρανικός φετφάς. «Ο Μπρους Τσάτουιν», γράφει η Κλαπ, «ήθελε να γράψει μια αγγλική όπερα, όπου δεν θα ακουγόταν ούτε μια αγγλική λέξη. Στην Αγία Σοφία έγινε ο ίδιος μέρος μιας όπερας. Οι αγγλόφωνοι μεταξύ των παρισταμένων μπορούσαν να αναγνωρίσουν μέσα σε μια θάλασσα ελληνικής γλώσσας μόνο μια οικεία επαναλαμβανόμενη λέξη: Μπρους».


Οσο και αν σφραγίστηκε από τον θάνατό του, η σχέση του Τσάτουιν με την Ελλάδα ήταν έντονη και θερμή σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Το σπίτι του Πάτρικ Λι Φέρμορ στην Καρδαμύλη ήταν γι’ αυτόν το καταλληλότερο μέρος για να γράφει και στις επιστολές του από εκεί έγραφε για τη θάλασσα και τα κυπαρίσσια. Ηταν επίσης τακτικός επισκέπτης των σπιτιών τού κατά οκτώ χρόνια πρεσβυτέρου του Τέντι Μίλινγκτον – Ντρέικ στην Πάτμο.


Οταν ο οικοδεσπότης (που πέθανε και αυτός αργότερα από AIDS) γιόρτασε τα πεντηκοστά γενέθλιά του, ανέβηκε με τον Τσάτουιν στο εκκλησάκι του προφήτη Ηλία, παίρνοντας μαζί τους εκλεκτό φαγητό και μπουκάλια κρασί για να δουν την πανσέληνο. Δύο λεπτά αφότου είχαν καθήσει, ο Τσάτουιν ανακοίνωσε ότι είχαν καθήσει από τη λάθος πλευρά. Οι ορειβάτες μάζεψαν τα τραπεζομάντιλα και τα τρόφιμα και μετακινήθηκαν πράγματι στη σωστή πλευρά, απολαμβάνοντας μια νύχτα σεληνόφωτος στο Αιγαίο. Ωραίος σαν πατρίκιος


«…Αν ο Μπρους Τσάτουιν ήταν καχεκτικός και μύωψ με λαδωμένα μαλλιά, ο βίος του θα ήταν διαφορετικός και η φήμη που θα είχε αποκτήσει, κατά πολύ μικρότερη. Οι περιγραφές της εξωτερικής του εμφάνισης παρεισφρούν συχνά στις αναλύσεις του έργου του· οι δημοσιευμένες σε εφημερίδες νεκρολογίες του βρίθουν από έκθαμβες αναφορές στο παράστημά του. Ορισμένες από τις αναφορές αυτές είναι ουδέτερες και μάλλον συμβατικές ­ «ξανθομάλλης, ωραίος» ­, αν και φαίνεται να τις διακρίνει η πεποίθηση ότι αποτελεί μεγάλο επίτευγμα να ασχολείται κανείς με το γράψιμο και να μη διαθέτει απωθητική εμφάνιση. Αλλες αναφορές φαίνεται να επικαλούνται το πεπρωμένο: η έκφραση «το κάλλος ενός πατρικίου» υπαινίσσεται ότι η εμφάνιση του Τσάτουιν δεν ήταν απλή σύμπτωση, αν και η αποκωδικοποίησή της υποδεικνύει απλώς ότι ο συγγραφέας ήταν «ψηλός και ξανθός»· η φράση «αφύσικη ομορφιά» τον παρουσιάζει περίπου ως εξωγήινο.


Υπάρχουν αναρίθμητες φωτογραφίες του Τσάτουιν: φωτοπρόσωπος με κόκκινα μάγουλα ως αγόρι· ψηλός και αδύνατος στους Sotheby’s. Ο Λόρδος Σνόουντον ­ που δημοσίευε φωτογραφίες στο περιοδικό των «Sunday Times» όταν ο Τσάτουιν εργαζόταν εκεί ­ φωτογράφησε το πρόσωπο του ταξιδιώτη ημιφωτισμένο, με έκφραση συνοφρυωμένη, και με δύο ορειβατικά άρβυλα, δεμένα με τα κορδόνια τους, κρεμασμένα γύρω από τον λαιμό του· ένα φωτογραφικό πορτρέτο του Τσάτουιν από την Τζέιν Μπον τον παρουσιάζει ως ευγενή, γαλήνιο άνδρα, με το πουκάμισο ανοιχτό στον λαιμό. Ενας άλλος φωτογράφος κατέγραψε το φωτεινό αλλά κάπως τραβηγμένο πρόσωπο του Τσάτουιν σε μαύρο φόντο: ήταν αυτή η φωτογραφία που αναδημοσίευσε η βρετανική εφημερίδα «The Independent» σε ένα άρθρο με θέμα τους καλλιτέχνες που πέθαναν από AIDS ­ ο Τσάτουιν έχει εμφάνιση Μεφιστοφελή. Σε μια φωτογραφία τραβηγμένη από τον φίλο του σχεδιαστή και φωτογράφο Ντέιβιντ Κινγκ, ο Τσάτουιν φαίνεται ευδιάθετος και χαμογελαστός. Βλέποντας ένα πορτρέτο του από τον Χάουαρντ Χότζκιν, ο Τσάτουιν χαρακτήρισε τον εαυτό του «όξινο πράσινο λεκέ».


Ολοι σχεδόν αναφέρουν τα μάτια του. Ηταν γαλάζια και έλαμπαν. Για τους περισσότερους ήταν το έμβλημα μιας ομορφιάς που δυσκολεύονταν να περιγράψουν. Ο έμπορος τέχνης Τζον Κάσμιν που τον γνώρισε όταν ήταν ακόμη νεαρός θεωρούσε ότι «ήταν ανυπόφορα ωραίος. Η φυσιογνωμία του σχεδόν σε πρόσβαλλε». Ωσότου αρρώστησε, έχοντας πια περάσει τα σαράντα, ο Τσάτουιν είχε την εμφάνιση τριανταπεντάρη ­ αν και ένας γνωστός του, που είχε πιει μαζί του τσάι στο Fortnum and Mason, παρατήρησε ότι στο πρόσωπό του σχηματίζονταν ρυτίδες όταν χαμογελούσε, και αναλογίστηκε τον Ντόριαν Γκρέι. Ο Τσάτουιν, που σπανίως προσπερνούσε βιτρίνα παραθύρου χωρίς να ελέγξει σε αυτήν το πρόσωπό του και περιποιείτο την εμφάνισή του ακόμη και όταν ταξίδευε στην ύπαιθρο, απολάμβανε την εξωτερική του εμφάνιση με τρόπο που υπέβαλλε μιαν αίσθηση ευζωίας. «Είχα την εντύπωση» λέει η Γκαμπριέλ Αναν που τον είχε γνωρίσει στην Ελλάδα «ότι τον ενδιέφερε να είναι ωραίος». Γιατί καλλωπιζόταν; «Οχι, γιατί έλαμπε»…».


Απόσπασμα από το βιβλίο «Με τον Τσάτουιν» της Σουζάνα Κλάπ


Από τις εκδόσεις Χατζηνικολή κυκλοφορούν τα βιβλία του Μπρους Τσάτουιν: «Στο μαύρο λόφο» (μετάφραση Τερέζας Βεκιαρέλη), «Ο αντιβασιλέας της Ουίντα» (μετάφραση Τάκη Κιρκή), «Ουτς» (μετάφραση Τερέζας Βεκιαρέλη), «Τα μονοπάτια των τραγουδιών» (μετάφραση Σοφίας Φιλέρη), «Στην Παταγωνία» (μετάφραση Τάκη Κιρκή), «Τι γυρεύω εδώ» (μετάφραση Τάκη Κιρκή). Από τις ίδιες εκδόσεις θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά η βιογραφία τής Σουζάνα Κλαπ.