από metereologos.gr
Παρασκευή 20 Ιουλίου 2018
 
 

H πρόκληση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος

* Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι μια πρόκληση για τη συνταγματική θεωρία που καλείται να ξεπεράσει ιδεολογικές και εννοιολογικές αγκυλώσεις προκειμένου να επεξεργαστεί θεωρητικά έναν νέο τύπο Συντάγματος που πρότεινα να χαρακτηριστεί «διακυβερνητικό Σύνταγμα»
H πρόκληση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 ως τη Συνθήκη της Νίκαιας το 2001, η πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση έκανε αλλεπάλληλα και σχετικά γρήγορα βήματα. Τι είναι, λοιπόν, σε σχέση με όλα αυτά, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα ή μάλλον η Συνθήκη για ένα Ευρωπαϊκό Σύνταγμα; Ενα ακόμη συμβατικό βήμα ή μια αλλαγή του πλαισίου αναφοράς της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν ότι η χρήση του όρου «Σύνταγμα» είναι καταχρηστική καθώς δεν νοείται Σύνταγμα χωρίς κρατική κυριαρχία, δηλαδή χωρίς μια Ευρωπαϊκή Ενωση που να διαθέτει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά ενός ομοσπονδιακού κράτους, πράγμα που προφανώς δεν συμβαίνει. Οι οπαδοί της αντίληψης αυτής θα αποδέχονταν την ύπαρξη ενός Ευρωπαϊκού Συντάγματος μόνο αν αυτό ήταν προϊόν μιας πρωτογενούς συντακτικής διαδικασίας, αν δηλαδή απέρρεε από τον λεγόμενο Ευρωπαϊκό Δήμο που θα έπρεπε να εκφραστεί μέσα από ένα πανευρωπαϊκό συντακτικό δημοψήφισμα.

Ανήκω σε αυτούς που πιστεύουν ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση ούτε μπορεί ούτε χρειάζεται να υποταχθεί στη γνωστή ως τώρα τυπολογία τόσο του κρατικού φαινομένου (ενιαίο κράτος - ομοσπονδιακό κράτος - συνομοσπονδία κρατών) όσο και των διεθνών οργανισμών που λειτουργούν διακρατικά ή, όπως συνήθως λέγεται πλέον, «διακυβερνητικά». Συνεπώς η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ενωσης στην έννοια και στη μορφή του Συντάγματος είναι ένα ουσιώδες θεσμικό και πολιτικό βήμα. Είναι μια κίνηση άλλης τάξης από αυτές που είχαν προηγηθεί στο Μάαστριχτ, στο Αμστερνταμ και στη Νίκαια.

Ενα βήμα που δεν αλλάζει τα πολιτικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της Ευρωπαϊκής Ενωσης, προσφέρει όμως κάτι πολύ περισσότερο από μια καλύτερη και συστηματικότερη κωδικοποίηση του πρωτογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Προσφέρει την υπαγωγή στη βασική διάκριση μεταξύ αφενός μεν του ευρωπαϊκού συνταγματικού, αφετέρου δε του ευρωπαϊκού κοινού δικαίου, που συνεπάγεται πάρα πολλά κρίσιμα και πρακτικά πράγματα ως προς τη νομοπαραγωγική, δηλαδή την πολιτική λειτουργία της Ενωσης, ως προς τη μέθοδο ερμηνείας του Ευρωπαϊκού Συντάγματος και ως προς τον έλεγχο της συνταγματικότητας του παραγώγου δικαίου της Ενωσης.

Εκτός όμως από αυτά τα μορφολογικά, συστηματικά και μεθοδολογικά ζητήματα, η προσχώρηση της Ενωσης στην έννοια του Συντάγματος συνοδεύεται από τη ρητή και πλήρη ενσωμάτωση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στην έννομη τάξη της Ενωσης. Συνοδεύεται επίσης από συμβολισμούς και συμπαραδηλώσεις που ανάγονται στα βασικά ιστορικά, θεσμικά και θεωρητικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας και του κοινωνικού κράτους δικαίου που συγκροτούν τα θεμέλια του ευρωπαϊκού νομικού και πολιτικού πολιτισμού.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι η αποδοχή του Ευρωπαϊκού Συντάγματος καλύπτει τα μεγάλα πολιτικά και δημοκρατικά ελλείμματα της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά ότι τα αναδεικνύει με ακόμη πιο έντονο τρόπο, καθιστώντας πλέον επιτακτική προτεραιότητα της Ενωσης την πολιτικοποίησή της. Δηλαδή, την οργάνωση σε νέες, περισσότερο διαφανείς, λειτουργικές και αποτελεσματικές βάσεις των σχέσεων της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τους πολίτες και τις κοινωνίες, δηλαδή με τους λαούς, των κρατών-μελών. Γιατί, αν η Ενωση θέλει να είναι, να εμφανίζεται και να λειτουργεί ως ένωση κρατών αλλά και ως ένωση λαών (όπως εισηγήθηκε ο Δημήτρης Τσάτσος και δέχθηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), τότε αυτό πρέπει να είναι εύκολα αντιληπτό από τον ευρωπαίο πολίτη σε όλες τις αποφάσεις, τις δράσεις και τις πρωτοβουλίες της Ενωσης.

Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι συνεπώς μια πολλαπλή πρόκληση. Είναι, πρώτον, μια πρόκληση για τη συνταγματική θεωρία που καλείται να ξεπεράσει ιδεολογικές και εννοιολογικές αγκυλώσεις προκειμένου να επεξεργαστεί θεωρητικά έναν νέο τύπο Συντάγματος που πρότεινα να χαρακτηριστεί «διακυβερνητικό Σύνταγμα». Εναν τύπο Συντάγματος που διαρρυθμίζει όχι πρωτογενείς αλλά εκχωρημένες από τα κράτη-μέλη αρμοδιότητες διαμορφώνοντας έτσι έναν χώρο που μπορεί να μη διαθέτει πρωτογενή κυριαρχία αλλά διαχειρίζεται μεγάλες ποσότητες κυριαρχίας που εκχωρούν τα κράτη-μέλη αναθέτοντας αρμοδιότητές τους στα όργανα της Ενωσης.

Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είναι, όμως, δεύτερον και κυριότερο, μια πολύ μεγάλη συμβολική και πολιτική πρόκληση για τις κυβερνήσεις, τα κοινοβούλια, τις πολιτικές δυνάμεις, τις κοινωνίες και τους πολίτες όλων των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης συνολικά. Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση συγκροτείται και λειτουργεί ως μηχανισμός διακρατικών, δηλαδή διακυβερνητικών διευθετήσεων στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών, συγκροτείται και λειτουργεί ως διοικητικό σύστημα στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου Υπουργών, συγκροτείται και λειτουργεί ως σύστημα θεσμών πίεσης και ελέγχου στο επίπεδο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Δικαστηρίου, του Ελεγκτικού Συνεδρίου κ.ο.κ., αλλά δεν συγκροτείται και δεν λειτουργεί ως ένα σύγχρονο και διαφανές πολιτικό σύστημα πανευρωπαϊκής κλίμακας.

Αυτό εκδηλώνεται με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο στη σχέση και στην κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Συμβουλίου Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και εν τέλει επηρεάζει όλον τον κατάλογο των μεγάλων προβλημάτων της Ενωσης: από το ύψος των ιδίων πόρων ως τις κατευθύνσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και από την αντίληψη που επικρατεί ως προς το Σύμφωνο Σταθερότητας ως τις παραλυτικές αμηχανίες της λεγομένης Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας και Αμυνας, μέσα σε έναν κόσμο που δεν υφίσταται απλώς «ασύμμετρες απειλές» αλλά είναι ο ίδιος βαθιά ασύμμετρος.

Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί απλώς και μόνο η εναρκτήρια πράξη μιας μεγάλης πανευρωπαϊκής πολιτικής προσπάθειας για την πολιτικοποίηση της Ενωσης, που θα της επιτρέψει έτσι να διαδραματίσει και τον ρόλο που ιστορικά της ανήκει στην «πολιτικοποίηση της παγκοσμιοποίησης», δηλαδή στη διαμόρφωση των θεσμικών και πολιτικών προϋποθέσεων μιας παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης, μέσα από έναν άλλου τύπου ΟΗΕ. Αν αυτό δεν αρχίσει να συμβαίνει, η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι καταδικασμένη σε έναν βηματισμό μικρής κλίμακας και αμυντικού χαρακτήρα και σε μια σταδιακή μείωση του ειδικού της βάρους σε διεθνές επίπεδο.

Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα να μην είναι μόνο τυπικό αλλά και ουσιαστικό. Να μην εκληφθεί μόνο ως «πολιτικό Σύνταγμα» αλλά και ως «οικονομικό και κοινωνικό Σύνταγμα» της Ενωσης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας πρέπει να ερμηνεύεται και να εφαρμόζεται ως ένα Σύμφωνο Σταθερότητας, Ανάπτυξης, Πλήρους Απασχόλησης και Κοινωνικής Συνοχής. H δική μας Ευρώπη, δηλαδή η κοινωνική Ευρώπη, δεν είναι μόνο ένα σύστημα παροχών και εγγυήσεων του κοινωνικού κράτους αλλά είναι και πρέπει να παραμείνει ένα ολοκληρωμένο μοντέλο οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, ανθεκτικό και μέσα στις σημερινές μεταβιομηχανικές και μετανεωτερικές συνθήκες, αντιξοότητες και απειλές. Ενα μοντέλο βασισμένο στη δυτικοευρωπαϊκού τύπου δημοκρατία, στους θεσμούς του κράτους δικαίου, στον απόλυτο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στις εγγυήσεις του κοινωνικού κράτους, στην πολιτισμική ισοτιμία και πολυφωνία, στο διανοητικό κεφάλαιο, στην καινοτομία και στην ποιότητα.

H πρόκληση συνεπώς του Ευρωπαϊκού Συντάγματος είναι πρωτίστως πολιτική και άρα πρέπει να μας αναγκάσει να σκεπτόμαστε πολιτικά, δηλαδή ιστορικά και πρακτικά, όχι μόνο στη δική μας τοπική, περιφερειακή και εθνική κλίμακα αλλά και στη μεγάλη κλίμακα της Ευρώπης και του κόσμου.

Ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος είναι πρώην υπουργός, βουλευτής Θεσσαλονίκης του ΠαΣοΚ, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου. Από τις εκδόσεις Σάκκουλα κυκλοφορεί το βιβλίο του «H πρόκληση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος».



ΡΕΠΟΡΤΑΖ περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.