H ινδή πολιτικός Ιντιρα Γκάντι γεννήθηκε στο Αλαχαμπάντ της επαρχίας Ουτάρ Πραντές και ήταν κόρη και μοναδικό παιδί του Παντίτ Γιαβαχαρλάλ Νεχρού, πρώτου πρωθυπουργού της ανεξάρτητης Ινδίας. H Ιντιρα δεν είχε συγγένεια με τον Μαχάτμα Γκάντι και το επώνυμό της ήταν του συζύγου της και επίσης πολιτικού Φερόζ Γκάντι.



H Γκάντι σπούδασε στην πατρίδα της, καθώς και στην Ελβετία και στην Αγγλία, και από νεαρή ηλικία έζησε σε έντονα πολιτικοποιημένο οικογενειακό περιβάλλον όπου κυριαρχούσαν οι ιδέες για την ανεξαρτησία της Ινδίας, που ήταν τότε αγγλική αποικία. H Γκάντι ανέπτυξε από νωρίς σχέση συνεργασίας με τον πατέρα της, του οποίου δεν άργησε να γίνει το δεξί χέρι. Μέλος του κυβερνώντος κόμματος του Κογκρέσου η Γκάντι εκλέχθηκε το 1959 στην τιμητική θέση της προέδρου του για ετήσια θητεία.


Οταν ο Νεχρού πέθανε το 1964, ο Μπαχαντούρ Σάστρι που τον διαδέχθηκε στην πρωθυπουργία διόρισε την Γκάντι υπουργό Πληροφοριών και Ραδιοφωνίας. Με τον αιφνίδιο θάνατο του Σάστρι το 1966 η Γκάντι αναδείχθηκε αρχηγός του κόμματος του Κογκρέσου και ως εκ τούτου πρωθυπουργός. H Γκάντι παρέμεινε στην πρωθυπουργία ως το 1977 και επανήλθε σε αυτήν από το 1980 ως τον θάνατό της το 1984.


Ως πρωθυπουργός η Ιντιρα Γκάντι είχε θέσει δύο προτεραιότητες: την ανεξάρτητη στάση της Ινδίας στην εξωτερική πολιτική (η ίδια αναδείχθηκε ηγετική μορφή του κινήματος των Αδεσμεύτων) και τις σοσιαλιστικές μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της χώρας. Προσπάθησε να συνεχίσει το πρόγραμμα εκβιομηχάνισης που είχε εγκαινιάσει ο πατέρας της και, μολονότι αταλάντευτη αντικομμουνίστρια, αποκατέστησε στενές σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση. Εθνικοποίησε πολλές μεγάλες τράπεζες, εφάρμοσε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις και έλαβε μέτρα κατά της πείνας, η οποία μάστιζε τις πενόμενες μάζες, και κατά του αναλφαβητισμού.


Νίκη και αμφισβήτηση


Σε όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργίας της η Γκάντι αντιμετώπισε ισχυρή αντίδραση τόσο από τους πολιτικούς αντιπάλους της όσο και από τους εσωκομματικούς εχθρούς της δεξιάς πτέρυγας του κόμματος του Κογκρέσου, το οποίο έτσι οδηγήθηκε στη διάσπαση.


H Γκάντι διέθετε εξαιρετικές ικανότητες πολιτικής στρατηγικής αλλά και διακατεχόταν από ασίγαστη δίψα για εξουσία. Ως γυναίκα που κατείχε το ανώτατο κυβερνητικό αξίωμα σε μια χώρα άκρως πατριαρχική διέψευσε κάθε πρόβλεψη ότι θα ασκούσε την εξουσία με αδύναμο χέρι και αποδείχτηκε αφάνταστα μαχητική χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που διέθετε για να εδραιώσει τη θέση της.


H Γκάντι κέρδισε τις εκλογές του 1967 με ισχνή πλειοψηφία, αλλά στις επόμενες, του 1971, πέτυχε σαρωτική νίκη επί του αντιπάλου της συνασπισμού των συντηρητικών κομμάτων. Στα τέλη του ίδιου χρόνου η Ινδία επενέβη στρατιωτικά υπέρ του Ανατολικού Πακιστάν που επεδίωκε την ανεξαρτησία του από το Δυτικό, και οι ινδικές ένοπλες δυνάμεις νίκησαν γρήγορα και αποφασιστικά τις πακιστανικές, πράγμα που οδήγησε στη δημιουργία της ανεξάρτητης δημοκρατίας του Μπανγκλαντές.


H επέμβαση στο Πακιστάν προκάλεσε μείωση της δημοτικότητας της Γκάντι, ενώ η αντιπολίτευση χαρακτήρισε το αποτέλεσμα των εκλογών του 1971 προϊόν βίας και νοθείας και στη χώρα προκλήθηκε σοβαρή πολιτική αναστάτωση. Το 1975 το Ανώτατο Δικαστήριο του Αλαχαμπάντ δικαίωσε την αντιπολίτευση εκδίδοντας καταδικαστική απόφαση η οποία υποχρέωνε την Γκάντι να εγκαταλείψει την έδρα της στο κοινοβούλιο και να παραμείνει εκτός πολιτικής σκηνής επί έξι χρόνια.


Κατάσταση έκτακτης ανάγκης


Σε αυτή την απόφαση η Γκάντι αντέδρασε με τρόπο τουλάχιστον συζητήσιμο. Κάνοντας χρήση δικαιώματος που της παρείχε το σύνταγμα ανέλαβε έκτακτες εξουσίες, κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, περιόρισε δραστικά τις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες και εξαπέλυσε κύμα διώξεων κατά των αντιπάλων της φυλακίζοντας πολλούς από αυτούς. Ακόμη ανέστειλε τη λειτουργία πολλών τοπικών κοινοβουλίων, απαγόρευσε τη δράση 20 και πλέον πολιτικών κομμάτων και διέκοψε την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες. Ελαβε επίσης σειρά αντιλαϊκών μέτρων, μεταξύ των οποίων και η στείρωση του πληθυσμού σε ευρεία κλίμακα με σκοπό τον έλεγχο των γεννήσεων. Τέλος, φρόντισε να ψηφιστούν πολλοί νόμοι και τροπολογίες του συντάγματος που θα την προστάτευαν από τον κίνδυνο δικαστικής δίωξης μετά την άρση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης.


H κατάσταση έκτακτης ανάγκης διήρκεσε ενάμιση χρόνο. Το 1977, πέφτοντας έξω στους υπολογισμούς της ως προς την κατάσταση της δημοτικότητάς της, η Γκάντι προκήρυξε τις εκλογές που είχαν αναβληθεί για τόσο μεγάλο διάστημα. Ηττήθηκε κατά κράτος. Οι φόβοι πολλών παρατηρητών ότι σε περίπτωση εκλογικής της ήττας η Γκάντι δύσκολα θα παρέδιδε την εξουσία, δεν επαληθεύτηκαν. Μετά τις εκλογές η Γκάντι εγκατέλειψε την πρωθυπουργία.


Λίγο μετά τις εκλογές το κόμμα του Κογκρέσου διασπάστηκε. Οι αποχωρήσαντες οπαδοί της Γκάντι ίδρυσαν νέο κόμμα προσθέτοντας στον τίτλο του το αρχικό του ονόματός της: Κογκρέσο (I). H ίδια, μολονότι έμεινε για σύντομο διάστημα στη φυλακή κατηγορούμενη για διαφθορά, τον Νοέμβριο του 1978 εκλέχθηκε στο κοινοβούλιο.


Πάλι στην πρωθυπουργία


Το κόμμα του Κογκρέσου (I) άρχισε βαθμιαία να ανακτά τη δημοτικότητά του, ενώ στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος ανέκυψαν τριβές που το οδήγησαν στην έκπτωση από την εξουσία. Τρία χρόνια μετά την ήττα της η Γκάντι είδε το κόμμα της του Κογκρέσου (I) να θριαμβεύει πάλι στις εκλογές του Ιανουαρίου 1980. H Γκάντι ξανάγινε πρωθυπουργός. Μαζί της εκλέχθηκε στο κοινοβούλιο και ο γιος της Σαντζάι Γκάντι που έγινε ο κυριότερος σύμβουλός της και τον οποίον η Γκάντι τον προόριζε για διάδοχό της. Ολες οι εκκρεμούσες κατηγορίες κατά των Γκάντι, μητέρας και γιου, μπήκαν στο αρχείο.


Μολονότι η νέα της θητεία στην πρωθυπουργία υπήρξε πολύ λιγότερο απολυταρχική από την προηγούμενη, η Γκάντι είχε τώρα να αντιμετωπίσει άλλου είδους προβλήματα. Δέχτηκε βαρύ πλήγμα όταν ο Σαντζάι έχασε τη ζωή του σε αεροπορικό δυστύχημα, και ενώ ετοίμαζε τον δεύτερο γιο της, Ρατζίβ, ως διάδοχό της στην ηγεσία του κόμματος, οι χωριστικές τάσεις που εμφανίστηκαν στη χώρα κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1980 απειλούσαν την πολιτική ενότητα της Ινδίας. Αρκετά κρατίδια ζητούσαν μεγαλύτερο βαθμό ανεξαρτησίας απέναντι στην κεντρική εξουσία αλλά ο μεγαλύτερος κίνδυνος προερχόταν από τη θρησκευτική μειονότητα των σιχ της Πενταποταμίας (Punjab), οι οποίοι επιχείρησαν με τη χρήση βίας να εδραιώσουν την αυτονομία της κοινότητάς τους απέναντι στην πλειονότητα των ινδουιστών.


Ο μοιραίος ρόλος των σιχ


H κατάσταση έγινε ιδιαίτερα απειλητική όταν βαριά οπλισμένοι σιχ κατέλαβαν στο Αμριτσάρ το Χρυσό Τέμενος, τον ιερότερο από τους χώρους λατρείας τους. Φοβούμενη εκτός των άλλων και ενδεχόμενη εκδήλωση υποστήριξης του κινήματος των σιχ από το Πακιστάν, τον Ιούνιο του 1984 η Γκάντι διέταξε την ανάληψη στρατιωτικής δράσης για την πάταξη των στασιαστών του Χρυσού Τεμένους. H Επιχείρηση Γαλάζιο Αστέρι, όπως ονομάστηκε η επέμβαση των ινδικών στρατιωτικών μονάδων στο Χρυσό Τέμενος, κόστισε τη ζωή σε πολυάριθμους σιχ: άλλοι υπολογίζουν τον αριθμό των θυμάτων σε λίγο περισσότερα από 400 και άλλοι σε αρκετές χιλιάδες. Χιλιάδες πάντως ήταν τα θύματα των παντοειδών διωγμών που ακολούθησαν, με συλλήψεις, απαγωγές και βασανιστήρια και με επιδρομές και καταστροφές σε ιερούς χώρους των σιχ.


Λίγους μήνες αργότερα, στις 31 Οκτωβρίου του 1984, στον κήπο της δύο σιχ σωματοφύλακές της άνοιξαν πυρ κατά της πρωθυπουργού και η Ιντιρα Γκάντι έπεσε νεκρή από τις αμέτρητες σφαίρες που της έριξαν.


KEIMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ