Παρασκευή 25 Απριλίου 2014
 
* 17 Νοεμβρίου 1974

Οι πρώτες εκλογές μετά τη χούντα

Τα πλεονεκτήματα του Καραμανλή, η απήχηση του Ανδρέα και η «άχρωμη» κριτική του Μαύρου
Οι πρώτες εκλογές μετά τη χούντα
Ο Ανδρέας Παπανδρέου στην προεκλογική συγκέντρωση του νεοσύστατου ΠαΣοΚ στο Ρέθυμνο
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Με αφορμή τις επικείμενες εκλογές «Το Βήμα» παρουσιάζει μια ιστορική αναδρομή όλων των εκλογικών αναμετρήσεων από την πτώση της χούντας - 30 χρόνια πριν - ως σήμερα. Αποκαλυπτικά ντοκουμέντα που δημοσιεύονται για πρώτη φορά ρίχνουν νέο φως στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Από την ορκωμοσία ως πρωθυπουργού του Κωνσταντίνου Καραμανλή τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου 1974, τη σαρωτική νίκη του Ανδρέα Παπανδρέου τον Οκτώβριο του 1981, την επικράτηση του Κώστα Σημίτη τον Ιανουάριο του 1996, ως την ανάδειξη του Γιώργου Παπανδρέου στην ηγεσία του ΠαΣοΚ ο αναγνώστης θα οδηγηθεί στο συναρπαστικό παρασκήνιο της πολιτικής ζωής, θα κατανοήσει τη στρατηγική των πολιτικών αρχηγών και θα ανακαλύψει τις εσωκομματικές έριδες και διαμάχες που προκάλεσαν πολιτικές θύελλες. Το κείμενο συνοδεύεται από λεπτομερείς πίνακες με όλα τα αποτελέσματα των εκλογών, όπου αναγράφονται τα ποσοστά των κομμάτων, οι ψήφοι που έλαβαν και οι έδρες που εξασφάλισαν στη Βουλή.


Τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Ιουλίου 1974 ο πρώην αρχηγός της EPE Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός. Από το 1963 ζούσε αυτεξόριστος στο Παρίσι. Η επιλογή του Καραμανλή ήταν το αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα (ο οποίος ήταν στενός συνεργάτης του Καραμανλή και απολάμβανε την εμπιστοσύνη του στρατού και της ηγεσίας του καθεστώτος) και του στρατηγού Γκιζίκη, ο οποίος είχε διορισθεί από τη χούντα Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Ο Αβέρωφ υπερκέρασε την τελευταία στιγμή τη συμφωνία να περάσει η εξουσία από κοινού στα χέρια των δύο μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων, με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο αρχηγό της EPE και πρωθυπουργό και τον Γεώργιο Μαύρο αρχηγό της Ενώσεως Κέντρου και αναπληρωτή πρωθυπουργό και υπουργό Εξωτερικών.

Ιστορική ημέρα για τη χώρα, αλλά και για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος αργότερα εξομολογήθηκε: «Συχνά σκεπτόμουν τη συγκίνηση που θα δοκίμαζα όταν θα ξαναπατούσα το έδαφος της πατρίδος. Και μπορώ να σας αποκαλύψω ότι με τη σκέψη αυτή εδάκρυζα προκαταβολικά. Και όμως ουδέποτε υπήρξα τόσο ψύχραιμος, ουδέποτε είχα τόση αυτοκυριαρχία όσο τη στιγμή που έφθανα στο αεροδρόμιο. Και αυτό, γιατί το αίσθημα των ευθυνών που επρόκειτο να αναλάβω ήταν τόσο έντονο ώστε να πνίγει, να εξαφανίζει κάθε άλλο αίσθημα».

Ο Καραμανλής πήγε αμέσως στο γραφείο του στρατηγού Γκιζίκη, όπου έθεσε δύο όρους προκειμένου να αναλάβει άμεσα την εξουσία. Πρώτον, ότι οι στρατιωτικοί θα επέστρεφαν στο έργο τους και, δεύτερον, ότι οι πολιτικοί θα υποστήριζαν απόλυτα τις κινήσεις του.

Οι όροι του έγιναν δεκτοί και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ορκίστηκε πρωθυπουργός στις 4 το πρωί, ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών. Είναι χαρακτηριστικό του κλίματος που επικρατούσε και της γενικότερης ανασφάλειας που ένιωθε ο Καραμανλής μετά την ορκωμοσία του το ότι σπανίως διέμενε στη σουίτα που είχε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία». Συνήθως κοιμόταν σε μια μικρή θαλαμηγό που ήταν αγκυροβολημένη ανοιχτά της Γλυφάδας, δίπλα σε ένα αντιτορπιλικό.

H κυβέρνηση που δημιούργησε ο Καραμανλής περιελάμβανε στελέχη των δύο μεγάλων προδικτατορικών κομμάτων, της EPE και της EK. H νέα κυβέρνηση νομιμοποίησε αμέσως το σύνολο των ελληνικών πολιτικών δυνάμεων και στις 2 Οκτωβρίου προκήρυξε εκλογές για τις 17 Νοεμβρίου 1974. Λίγες ημέρες νωρίτερα, στις 25 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύθηκε ο εκλογικός νόμος, καθιερώνοντας ως σύστημα την ενισχυμένη αναλογική.

* Οι πρώτες πρωτοβουλίες

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανέλαβε, την επομένη της ανάληψης της εξουσίας, πρωτοβουλίες προς δύο κατευθύνσεις: την εδραίωση της δημοκρατίας και την προετοιμασία της χώρας για τις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης και ταυτόχρονα την ανασυγκρότηση της Δεξιάς σε ευρύτερη βάση.

Δύσκολο το πρώτο, ευκολότερο το δεύτερο. Τα «σταγονίδια» της δικτατορίας δεν το έβαζαν κάτω! Είχαν αρχίσει την επομένη της έλευσης του K. Καραμανλή να συνωμοτούν.

Ο Σταύρος Ψυχάρης στο βιβλίο του «Οι 70 κρίσιμες ημέρες» μάς μεταφέρει στην κρίσιμη Κυριακή 11 Αυγούστου 1974 που έπαυσε η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας να είναι αιχμάλωτη των χουντικών: «"Ή τα τανκς ή εγώ..." είπε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το μεσημέρι της Κυριακής της 11ης Αυγούστου 1974 στους τέσσερις τότε επικεφαλής των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, τους οποίους είχε καλέσει "επειγόντως" σε σύσκεψη, στο γραφείο του Προέδρου της Δημοκρατίας. H δράση αυτή του K. Καραμανλή υπήρξε το αποκορύφωμα μιας δραματικής συγκρούσεως της Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητος (που είχε σχηματισθεί μετά την Αλλαγή της 23ης Ιουλίου 1974) με την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων τυπικά, αλλά ουσιαστικά με δυνάμεις που είκοσι σχεδόν ημέρες μετά την κατάρρευση της δικτατορίας παρέμεναν ανεξέλεγκτες και συνωμοτούσαν στο παρασκήνιο... Συγχρόνως, όμως, σήμανε και το πραγματικό τέλος του "στρατιωτικού καθεστώτος" που εγκαθιδρύθηκε στην Ελλάδα στις 21 Απριλίου 1967, με διάφορες μορφές άσκησε απόλυτη εξουσία στη χώρα, "παραδόθηκε" μετά την τραγωδία της Κύπρου, για να επιχειρήσει και πάλι να ανασυνταχθεί και να εμφανισθεί δυναμικότερο στο προσκήνιο. H σύσκεψη της 11ης Αυγούστου 1974 στο γραφείο του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας στρατηγού Φαίδωνος Γκιζίκη υπήρξε η πραγματική αφετηρία για την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Από την ώρα που ορκίστηκε πρωθυπουργός της Ελλάδος ο K. Καραμανλής, τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974, για να αρχίσουν έτσι τα πρώτα βήματα της δημοκρατίας, ως την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 1974, που με τη διενέργεια των βουλευτικών εκλογών έληξε και τυπικά η "παρένθεση" της δικτατορίας, πολλά συνέβησαν. Αλλά τα γεγονότα της Κυριακής 11 Αυγούστου καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την πορεία της Ελλάδος: εκείνη την ημέρα η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητος έπαυσε να είναι αιχμάλωτη...».

* H αφετηρία για τη δημοκρατία

Οι εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974 αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της σύγχρονης πολιτικής Ιστορίας της Ελλάδας. Ηταν η αφετηρία για την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών και τη μετάβαση σε μια νέα περίοδο πολιτικής σταθερότητας και εθνικής συμφιλίωσης.

H τουρκική εισβολή στην Κύπρο, στις 20 Ιουλίου 1974, αποτέλεσε την αρχή του γρήγορου τέλους της στρατιωτικής κυβέρνησης της Αθήνας. Αφού δόθηκε από τη χούντα η εντολή για γενική επιστράτευση και έγινε φανερή η έλλειψη όχι μόνο της ετοιμότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και της διάθεσης των ελλήνων πολιτών να υπακούσουν στις εντολές της στρατιωτικής κυβέρνησης, τα γεγονότα άρχισαν να αποκτούν ραγδαία εξέλιξη. Μία μόνο ημέρα μετά την τουρκική εισβολή, το Γενικό Επιτελείο Στρατού συνειδητοποίησε και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις δεν ήταν σε θέση να έρθουν σε πολεμική αντιπαράθεση με την Τουρκία. Ετσι, η στρατιωτική κυβέρνηση της Αθήνας άρχισε να αναζητεί επειγόντως μια πολιτική λύση στην τεράστια κρίση στην οποία είχε εμπλακεί.

H επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή από το εξωτερικό και η ανάληψη της εξουσίας από αυτόν στις 24 Ιουλίου, έπειτα από μια αποτυχημένη διαδικασία να αναλάβουν την εξουσία από κοινού τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, δηλαδή η EPE με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και η Ενωση Κέντρου με τον Γεώργιο Μαύρο, αποτέλεσε την αρχή της μεταβατικής περιόδου από τη δικτατορία στη δημοκρατία.

H πολιτική κατάσταση που ονομάζεται αλλαγή καθεστώτος αποτελεί, ανεξαρτήτως γεωγραφικών και χρονικών δεδομένων, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και κρίσιμες διαδικασίες στις οποίες μπορεί να εισέλθει ένα κράτος-έθνος. Υπάρχουν τρεις βασικές δυναμικές όταν ένα στρατιωτικό καθεστώς καταρρέει και ανοίγει το πεδίο για την εγκαθίδρυση μιας πολιτικής εξουσίας. Αυτές είναι η επαναφορά του πολιτικού ανταγωνισμού, η εύθραυστη κατάσταση της πολιτικής ζωής και η δομική επαναλειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

* H κρίσιμη διαδικασία

Υπάρχει ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο το οποίο πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Οτι η διαδικασία μετάβασης από ένα στρατιωτικό καθεστώς στους δημοκρατικούς θεσμούς δεν αποτελεί εγγύηση μιας επιτυχημένης και ασφαλούς αλλαγής. Αυτό που απαιτείται μετά την αρχική μετάβαση είναι μια άλλη διαδικασία, η σταθεροποίηση των δημοκρατικών θεσμών πέρα από σχεδόν κάθε αμφιβολία. Οι εκλογές, λοιπόν, της 17ης Νοεμβρίου του 1974 και οι πρωταγωνιστές τους πρέπει να παρατηρηθούν και να εξεταστούν κάτω από αυτό το πρίσμα και με βάση αυτά τα δεδομένα.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αφού ορκίστηκε πρωθυπουργός και συγκρότησε τη μεταβατική κυβέρνηση, ξεκίνησε να εφαρμόζει τη στρατηγική η οποία θα του άνοιγε τον δρόμο για την εκλογική νίκη. Εξαρχής τα πλεονεκτήματα του Καραμανλή έναντι των άλλων πολιτικών του αντιπάλων ήταν αρκετά και πολύ σημαντικά.

Πρώτα, ακόμη και σε ένα καθαρά συμβολικό επίπεδο, ο Καραμανλής απέκτησε ένα αρχικό προβάδισμα με την επιστροφή του από το εξωτερικό ως ένας «από μηχανής θεός» και την ανάληψη της εξουσίας εν λευκώ. Φυσικά, αυτό θα μπορούσε να έχει και το αντίθετο αποτέλεσμα και ο ίδιος να φανεί ως κάποιος που συνδιαλεγόταν με την καταρρέουσα χούντα και ο οποίος απολάμβανε την εμπιστοσύνη της στρατιωτικής κυβέρνησης. Για να αποφύγει μια τέτοια ιδεολογική συσχέτιση, ο Καραμανλής προέβη σε μια σειρά κινήσεων. Προκήρυξε εκλογές, νομιμοποίησε όλα τα κόμματα και αποφάσισε να ιδρύσει ένα νέο κόμμα, προκειμένου να εκσυγχρονίσει την ελληνική Δεξιά και να αλλάξει την εικόνα που είχε ως τότε.

* H φιλοσοφία της ΝΔ

Με την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας ο Καραμανλής θέλησε να μεταλλάξει την ελληνική Δεξιά από μια πολιτική παράταξη που χαρακτηριζόταν από έναν ισχυρό αντικομμουνισμό σε μια φιλελεύθερη κεντροδεξιά παράταξη, ακολουθώντας το παράδειγμα των συντηρητικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης.

Σε οργανωτικό επίπεδο, ο Καραμανλής σκόπευε να αλλάξει όχι μόνο τον τρόπο ανάδειξης των στελεχών της νέας πολιτικής παράταξης που εκπροσωπούσε πια την ελληνική κεντροδεξιά, στοχεύοντας στη δημιουργία μοντέρνων δημοκρατικών δομών, αλλά και τις «πηγές» προσέλκυσης αυτών των στελεχών. Ετσι, αναζήτησε και προσέλκυσε νέο αίμα ανάμεσα από νέους τεχνοκράτες αλλά και ήδη υπάρχοντες πολιτικούς από τον χώρο του Κέντρου.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής οραματίστηκε τη Νέα Δημοκρατία ως το μέσο το οποίο θα τον αναδείκνυε στην πολιτική εξουσία, όχι μόνο ως τον νέο πρωθυπουργό της χώρας αλλά και ως τον αναμορφωτή της σύγχρονης πολιτικής ζωής της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, ως εκείνον που επανέφερε και επανεγκαθίδρυσε το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα, εκσυγχρονίζοντας ολόκληρο το πολιτικό σκηνικό.

* Τα προεκλογικά πλεονεκτήματα

Το δεύτερο πλεονέκτημα το οποίο είχε ο Καραμανλής ήταν ότι καθώς ανέλαβε τη μεταβατική διαχείριση της εξουσίας είχε αυτομάτως αποκτήσει και την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ετσι, αποφάσισε να προχωρήσει γρήγορα στη διενέργεια εκλογών, όχι μόνο για να «ξορκίσει» το προηγούμενο στρατιωτικό καθεστώς που του είχε παραδώσει την εξουσία εν λευκώ, αλλά και για να μη δώσει τον χρόνο στους πολιτικούς του αντιπάλους, και κυρίως στο νεογέννητο ΠαΣοΚ του Ανδρέα Παπανδρέου και στη νόμιμη πια Αριστερά, να οργανωθούν καλύτερα για την επικείμενη προεκλογική διαδικασία.

Χρησιμοποιώντας αυτά τα πλεονεκτήματα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επεδίωξε να προσωποποιήσει την προεκλογική διαδικασία και να παρουσιάσει τον εαυτό του ως μοναδικό πραγματικό εγγυητή της πορείας της Ελλάδας προς τη δημοκρατία.

Από την άλλη μεριά, οι άλλες πολιτικές δυνάμεις αντέδρασαν με διαφορετικό τρόπο στις πολιτικές πρωτοβουλίες, κινήσεις και στρατηγικές του Καραμανλή και της Νέας Δημοκρατίας.

Eνδιαφέρoν παρουσιάζει η προεκλογική στρατηγική του νεοσύστατου ΠαΣοΚ, ενός κόμματος το οποίο από την πρώτη του εμφάνιση αναδιαμόρφωσε και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας. H χαρισματική προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, η πανεπιστημιακή του καριέρα και η ιδιαίτερη σχέση του με την Ενωση Κέντρου και τον ιδρυτή της αποτέλεσαν ιδιαίτερα χρήσιμες ιδιότητες για τη συγκρότηση ενός πολιτικού φορέα που συγκέντρωσε άτομα από διαφορετικές κατευθύνσεις, όπως στελέχη της Αριστεράς, αντικαθεστωτικούς, διανοούμενους, τεχνοκράτες και παλαιά στελέχη της Ενωσης Κέντρου.

* Η στρατηγική του Παπανδρέου

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, έχοντας συνειδητοποιήσει από την αρχή τα βασικά μειονεκτήματα του ΠαΣοΚ, όπως η έλλειψη εκλογικής εμπειρίας και οργάνωσης, καθώς και όλα εκείνα τα πλεονεκτήματα που είχε αποκτήσει ο Καραμανλής, χρησιμοποίησε μια πολυμορφική στρατηγική για να αντλήσει ψηφοφόρους και να αποδυναμώσει όσο μπορούσε την εκλογική δύναμη των πολιτικών αντιπάλων του.

Ετσι παρουσίασε το ΠαΣοΚ ως κόμμα «διαμαρτυρίας» δίνοντας πολύ μεγάλη έμφαση σε θέματα που από τη μία θα είλκυαν τους ψηφοφόρους και από την άλλη θα προκαλούσαν δυσκολίες στους χειρισμούς του Καραμανλή.

Πιο συγκεκριμένα, ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠαΣοΚ ζητούσαν επανειλημμένως και με έντονο τρόπο την παραδειγματική τιμωρία των υπευθύνων της επταετούς δικτατορίας, την κάθαρση στην ελληνική κοινωνία, την τελική επίλυση του πολιτειακού ζητήματος, τη σκληρή διαπραγμάτευση με την ΕΟΚ για τους όρους σύνδεσης και την ακύρωση των συμφωνιών των αμερικανικών βάσεων.

Στα συγκεκριμένα αυτά θέματα οι χειρισμοί του Καραμανλή και της εκλογικής κυβέρνησης ήταν ιδιαίτερα δύσκολοι και λεπτοί. H κατάσταση παρέμενε ακόμη πολιτικά εύθραυστη και ο Καραμανλής έκρινε ότι ήταν αναγκαίοι ορισμένοι συμβιβασμοί στα εσωτερικά και στα εξωτερικά θέματα προκειμένου να μην πιέσει τόσο τις καταστάσεις και δημιουργηθούν νέες απρόβλεπτες αντιδράσεις που θα οδηγούσαν τη μεταβατική περίοδο σε νέες πολιτικές απειλές.

Ετσι ο Καραμανλής δεν προχωρούσε σε μαζικές εκκαθαρίσεις στις Ενοπλες Δυνάμεις, έκρινε ότι το πολιτειακό ζήτημα και η δικαστική διαδικασία εναντίον των υπευθύνων της χούντας έπρεπε να περιμένουν μετά τη διενέργεια των εκλογών και την ανάδειξη μιας ισχυρής κυβέρνησης, ενώ θεωρούσε πως η απόσυρση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ ήταν ήδη σημαντική κίνηση δυσφορίας προς τη διεθνή κοινότητα για τα γεγονότα της Κύπρου.

Με αυτή την τακτική όμως ο Παπανδρέου ήλπιζε, πρώτον, να ικανοποιήσει το κλίμα δυσφορίας του ελληνικού λαού εναντίον των υπαιτίων της χούντας και της πολιτικής των ΗΠΑ και, δεύτερον, να ραγίσει την εικόνα που έχτιζε ο Καραμανλής για τον εαυτό του, δηλαδή ως του μοναδικού αξιόπιστου εγγυητή της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας, παρουσιάζοντάς τον αντιθέτως ως έναν πολιτικό που δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει τις αναγκαίες κινήσεις για να οδηγήσει τη χώρα στον δρόμο της δημοκρατίας και της ανεξαρτησίας από εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες.

Παράλληλα, καθώς το ιδεολογικό οπλοστάσιο του ΠαΣοΚ παρουσίαζε αρκετά κοινά στοιχεία με εκείνο των παραδοσιακών αριστερών δυνάμεων και σε κάποιον βαθμό με εκείνο της Ενωσης Κέντρου, ο Παπανδρέου εξαπέλυσε πολλές φορές επιθέσεις κατά την προεκλογική περίοδο εναντίον της Ενωσης Κέντρου και της Ενωμένης Αριστεράς με στόχο να καταλάβει το ΠαΣοΚ κάποιο κομμάτι των παραδοσιακών ψηφοφόρων τους και να τους υπερφαλαγγίσει ιδεολογικά και πολιτικά. Ειδικότερα συχνά κατηγορούσε την ηγεσία της EK/ΝΔ ως ηγεσία που συνεργάζεται με τον Καραμανλή και με μέρος του πολιτικού κατεστημένου πατώντας στην πολιτική συμμετοχή της στην εκλογική κυβέρνηση, ενώ την ηγεσία της EA την κατηγορούσε ως υποτονική και άτολμη.

* H επίθεση της Αριστεράς

H Ενωμένη Αριστερά προέβη σε μετωπική επίθεση εναντίον του ΠαΣοΚ. H ηγεσία της θεωρούσε ότι το νεοεμφανισθέν σοσιαλιστικό κόμμα του Παπανδρέου αποτελούσε κίνδυνο για το ιδεολογικοπολιτικό πεδίο το οποίο ως εκείνη τη στιγμή ανήκε εξ ολοκλήρου στην παραδοσιακή ελληνική Αριστερά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η EA να επικεντρώσει τα προεκλογικά πυρά της εναντίον του ΠαΣοΚ προκειμένου κατά πρώτον να ακυρώσει την αριστερή ρητορική του Παπανδρέου, κατά δεύτερον να υπερασπίσει το πολιτικό πεδίο που θεωρούσε ότι δικαιωματικά της ανήκε και κατά τρίτον να μη χάσει την πολιτική ευκαιρία που της δινόταν για πρώτη φορά από το 1936.

H EA, όμως, αν και είχε κατορθώσει να κατεβεί συνασπισμένη στον προεκλογικό αγώνα, εν τούτοις ταλανιζόταν από εσωτερικές έριδες μεταξύ των διαφόρων ιδεολογικών ρευμάτων που την αποτελούσαν, με αποτέλεσμα συχνά να υπάρχουν προγραμματικές και ιδεολογικές διαφορές μέσα στην ίδια της την ηγεσία.

* H ήπια κριτική της EK/ΝΔ

Από τη μεριά της, η Ενωση Κέντρου βάσισε την προεκλογική εκστρατεία της στη συσπείρωση όλων εκείνων των δυνάμεων που αποτελούσαν το παλαιό κέντρο και με τη συνεργασία των Νέων Δυνάμεων, που αποτελούνταν από αρκετά γνωστά αντικαθεστωτικά στελέχη, ήλπιζε να αυξήσει τη δύναμή της. Υπό τη σχετικά άχρωμη όμως ηγεσία του Γεωργίου Μαύρου η EK/ΝΔ άσκησε κάπως ήπια κριτική στον Καραμανλή, έχοντας συνεργαστεί μαζί του στη σύσταση της εκλογικής κυβέρνησης, και επικέντρωσε και εκείνη τα προεκλογικά πυρά της εναντίον του ΠαΣοΚ, το οποίο θεωρούσε τη μεγαλύτερη απειλή για την εκλογική απόδοσή της.

Σε κάθε περίπτωση, εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες, όπως η σκιά της επταετούς χούντας και η στρατιωτική απειλή της Τουρκίας, απετέλεσαν το ισχυρότερο εκλογικό χαρτί του Καραμανλή. Αυτοί οι παράγοντες, πέρα από την πραγματική βαρύτητα που έδιναν στην πολιτική ζωή, ασκούσαν και μια μεγάλη ψυχολογική πίεση στον ελληνικό πληθυσμό αυξάνοντάς του το αίσθημα ανασφάλειας που ήδη υπήρχε.

* H ψυχολογική πίεση

Ο ίδιος ο Καραμανλής χρησιμοποίησε όσο μπορούσε αυτή την ψυχολογική πίεση και ανασφάλεια του εκλογικού σώματος προβάλλοντας τον εαυτό του ως τον μοναδικό πολιτικό που θα μπορούσε όχι μόνο να επαναφέρει τη χώρα στον δρόμο των δημοκρατικών θεσμών αλλά και να εγγυηθεί την τελική σταθεροποίηση αυτών των θεσμών. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου, στην προσπάθειά του να ακυρώσει αυτή την τακτική του Καραμανλή, χωρίς όμως πραγματική επιτυχία, συχνά προέβαλλε την άποψη και την πεποίθηση πως δεν υπήρχε πλέον πραγματικός κίνδυνος επαναφοράς των στρατιωτικών στην εξουσία και ότι αυτό ήταν ένα ψυχολογικό δίλημμα που έθετε ο Καραμανλής στον ελληνικό πληθυσμό με στόχο την εκλογική νίκη.

Στην τελευταία μεγάλη διαδήλωση της Νέας Δημοκρατίας στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τόνισε: «H δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τα τανκς. Κινδυνεύει περισσότερο από τη δημαγωγία που οδηγεί στα τανκς». Δύο ημέρες αργότερα ο Καραμανλής εξελέγη πρωθυπουργός της Ελλάδας με συντριπτική πλειοψηφία.
Οι μονομάχοι

* H Νέα Δημοκρατία

H ανασύνταξη της Δεξιάς και η προετοιμασία για να κερδίσει τις εκλογές ήταν εύκολο εγχείρημα. H πλειονότητα του ελληνικού λαού αισθανόταν ακόμη ανασφάλεια και είχε δείγματα γραφής για να εμπιστευθεί στον K. Καραμανλή την ασφαλή μετάβαση από τη δικτατορία στη δημοκρατία.

Ο K. Καραμανλής ακολούθησε την ίδια διαδικασία που εφήρμοσε όταν διαδέχθηκε, μετά τον θάνατό του, τον στρατάρχη Παπάγο στην ηγεσία του Ελληνικού Συναγερμού. Τότε, 4 Ιανουαρίου 1956, ίδρυσε την Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση (EPE). Με την επιστροφή του από το Παρίσι, όπου κατέφυγε μετά την εκλογική ήττα του 1963, επιχειρεί να δώσει νέα εικόνα στη Δεξιά. Στις 4 Οκτωβρίου ανακοινώνει την ίδρυση της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ).

Ο Καραμανλής επιχείρησε να εκσυγχρονίσει την ελληνική πολιτική Δεξιά ιδρύοντας ένα νέο κόμμα, τη Νέα Δημοκρατία. H στρατηγική εκσυγχρονισμού είχε τρία επίπεδα:

α. Στο ιδεολογικό επίπεδο θέλησε να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα για την πολιτική Δεξιά, μακριά από τον στείρο αντικομμουνισμό που είχε σημαδέψει τη Δεξιά για 40 χρόνια και ο οποίος αποτελούσε το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της EPE τις δεκαετίες του '50 και του '60. H νέα ιδεολογική ταυτότητα που ήθελε ο Καραμανλής για τη Δεξιά ήταν αυτή μιας φιλελεύθερης, κεντροδεξιάς παράταξης, στα πρότυπα των σύγχρονων συντηρητικών κομμάτων της Ευρώπης.

β. Στο οργανωτικό επίπεδο η γέννηση της ΝΔ «διαφημίστηκε» ως μια νέα εποχή για την ελληνική Δεξιά και την ελληνική πολιτική. Σημαδεύτηκε κυρίως από την εγκατάλειψη της δομής του κόμματος «ευγενών». H ΝΔ επρόκειτο να είναι, σύμφωνα με τα σχέδια του Καραμανλή, ένα μοντέρνο μαζικό κόμμα, δημοκρατικά δομημένο, ικανό να αντεπεξέλθει στη νέα πραγματικότητα της ελληνικής πολιτικής σκηνής και να ελκύσει, και σε μαζικό και σε στελεχιακό επίπεδο, την υποστήριξη των νέων και δυναμικών κοινωνικών στρωμάτων που δημιουργήθηκαν από την ξαφνική και γρήγορη κοινωνική και οικονομική αλλαγή των προηγούμενων 25 ετών.

Ετσι, σύμφωνα με τον αρχηγό της ΝΔ, το κόμμα επρόκειτο να ανανεωθεί με στελέχη από τα νέα κοινωνικά στρώματα που περιελάμβαναν πολλούς κοινωνικά εξελίξιμους νέους, καλύτερα εκπαιδευμένους και εκλεπτυσμένους επαγγελματίες.

Πολιτικά η αναζήτηση νέου αίματος στράφηκε προς δύο διαφορετικές ομάδες: μέσα από τη Δεξιά, στους νέους τεχνοκράτες που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό και είχαν σημαντική οργανωτική εμπειρία, πολύ συχνά στον ιδιωτικό τομέα· έξω από τους κόλπους της Δεξιάς, σε εδραιωμένους πολιτικούς του παλαιού κέντρου, το πολιτικό πεδίο του οποίου το νέο κόμμα ήλπιζε να καταλάβει για να μεταμορφωθεί σε μια σύγχρονη κεντροδεξιά παράταξη.

Στην ιδρυτική διακήρυξη της Νέας Δημοκρατίας αναφέρεται μεταξύ άλλων: «H ΝΔ υπόσχεται ότι η ελεύθερη οικονομία στην οποία πιστεύει δεν μπορεί να αποκλείσει τη διεύρυνση του οικονομικού τομέως τον οποίο ελέγχει το κράτος. H ιδιωτική πρωτοβουλία δεν μπορεί να βρει τη δικαίωσή της χωρίς παράλληλη συμμετοχή των ευρύτερων λαϊκών τάξεων στην κατανομή του εθνικού προϊόντος. (...) H ΝΔ δεν θα φεισθεί κόπων και θυσιών για να καταστήσει την Ελλάδα ισχυρή και απρόσβλητη. Με εκσυγχρονισμένες τις Ενοπλες Δυνάμεις, η ανεξαρτησία της Ελλάδος θα κατοχυρωθεί. Και θα είναι σεβαστή από όλους, χωρίς την ανάγκη άλλων προστατών εκτός από τους συλλογικούς οργανισμούς στους οποίους θα μετέχει με την ελεύθερη βούλησή της και σύμφωνα με τα πάγια συμφέροντα του Ελληνισμού, στα οποία περιλαμβάνεται και η μοίρα της Κύπρου».

* Το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, γιος του «Γέρου της Δημοκρατίας» Γεωργίου Παπανδρέου, έμεινε μακράν των μεταδικτατορικών παρασκηνίων και έξω από την κυβέρνηση Καραμανλή. Είχε επιφυλάξεις και αμφιβολίες για τη μεταδικτατορική πορεία της χώρας. Είχε χαρακτηρίσει τη μεταβολή «αλλαγή φρουράς» υπαγορευμένη και ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Ο Γιάννης Αλευράς, ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, ο Αντώνης Λιβάνης - είχα και εγώ τηλεφωνική επαφή μαζί του - τον έπεισαν ότι πρέπει να γυρίσει. Σε τρεις εβδομάδες βρισκόταν στην Αθήνα.

Πολλοί πίστευαν ότι θα ακολουθούσε τον δρόμο του K. Καραμανλή να ανασυγκροτήσει την Ενωση Κέντρου υπό νέο όνομα και έμβλημα. Από την επομένη της επιστροφής του πολλοί φίλοι του-στελέχη της Ενωσης Κέντρου ήλθαν σε επαφή μαζί του και επιχείρησαν να τον πείσουν να αναλάβει την ηγεσία και τον εκσυγχρονισμό της κεντρώας παράταξης.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε ήδη αποφασίσει να χαράξει μια νέα πορεία. Οσοι βρεθήκαμε το πρώτο βράδυ της επιστροφής του στο εστιατόριο του ξενοδοχείου «Καστρί» συνειδητοποιήσαμε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν ένιωθε την παραμικρή ιδεολογική συγγένεια με ό,τι είχε απομείνει από την προδικτατορική Ενωση Κέντρου. Αλλωστε και πριν από τη δικτατορία είχε αρχίσει να διαφοροποιείται ερχόμενος σε σύγκρουση ακόμη και με τον πατέρα του!

Στις 3 Σεπτεμβρίου, σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, εξαγγέλλει την ίδρυση του Πανελληνίου Σοσιαλιστικού Κινήματος, του ΠαΣοΚ. Κίνημα και όχι Κόμμα. Ριζοσπαστικές και προωθημένες αρχές και διακηρύξεις, ελάχιστα στελέχη από τα παλιά και πολλοί αγωνιστές της αντίστασης.

Στην ιδρυτική διακήρυξη του ΠαΣοΚ αναφέρονται: «Βασικός κυριαρχικός στόχος του Κινήματος είναι η δημιουργία πολιτείας απαλλαγμένης από ξένο έλεγχο ή επεμβάσεις, πολιτείας απαλλαγμένης από έλεγχο ή επιρροή της οικονομικής ολιγαρχίας, πολιτείας ταγμένης στην προστασία του έθνους και στην υπηρεσία του λαού. H εθνική ανεξαρτησία είναι αναπόσπαστα δεμένη με τη λαϊκή κυριαρχία, με τη δημοκρατία σε κάθε φάση της ζωής του τόπου, με την ενεργό συμμετοχή του πολίτη σε όλες τις αποφάσεις που τον αφορούν. Μα είναι ταυτόχρονα συνυφασμένη με την απαλλαγή της οικονομίας μας από τον έλεγχο του ξένου μονοπωλιακού και ντόπιου μεταπρατικού κεφαλαίου που διαμορφώνει την οικονομική, την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική μας πορεία σύμφωνα με τα συμφέροντα όχι του λαού αλλά της οικονομικής ολιγαρχίας. Και βέβαια πρέπει η Ελλάδα να αποχωρήσει και από το στρατιωτικό και από το πολιτικό ΝΑΤΟ. Και βέβαια πρέπει να ακυρωθούν όλες οι διμερείς συμφωνίες που έχουν επιτρέψει στο Πεντάγωνο να μετατρέψει την Ελλάδα σε ορμητήριο για την προώθηση της επεκτατικής του πολιτικής. Μα πίσω από το ΝΑΤΟ, πίσω από τις αμερικανικές βάσεις, είναι οι μονοπωλιακές πολυεθνικές επιχειρήσεις και τα ντόπια υποκατάστατά τους. Γι' αυτό η κοινωνική απελευθέρωση, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός, αποτελεί θεμέλιο λίθο του Κινήματός μας».

Από τη διακήρυξη και τις δηλώσεις του Ανδρέα Παπανδρέου γίνεται σαφές ότι στόχος του ΠαΣοΚ είναι η συγκρότηση ευρείας αριστερής παράταξης η οποία θα προσελκύσει όσους αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας, όσους πίστευαν στην απαλλαγή της χώρας από ξένες επιρροές, όσους πίστευαν στον σοσιαλισμό.

Υστερα από έναν μήνα περίπου, στις 10 Οκτωβρίου, ανακοινώνεται η συμφωνία στο ΠαΣοΚ και της Δημοκρατικής Αμυνας. Ετσι το νέο κόμμα ξεκινά με βάση τις δύο από τις σοβαρότερες αντιστασιακές οργανώσεις, το ΠΑΚ και τη Δημοκρατική Αμυνα.

Τα πλέον επώνυμα στελέχη της Δημοκρατικής Αμυνας που εντάχθηκαν στο ΠαΣοΚ ήταν ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, ο Σάκης Καράγιωργας, ο Σπύρος Πλασκοβίτης, ο Χρήστος Ροκόφυλλος, ο Παύλος Ζάννας, ο Στέλιος Νέστορας, ο Βασίλης Φίλιας και ο Μάνος Δελούκας.

Από τα μέλη του ΠαΣοΚ τα οποία μετείχαν και στην ιδρυτική συνάντηση είναι σήμερα στην ενεργό πολιτική ο Κώστας Σημίτης, ο Απόστολος Κακλαμάνης, ο Ακης Τσοχατζόπουλος, ο Κώστας Λαλιώτης, η Βάσω Παπανδρέου, ο Γιάννης Χαραλαμπόπουλος, ο Αθ. Τσούρας, ο Γιάννης Ζαφειρόπουλος, ο Παναγιώτης Κρητικός, ο Νίκος Φαρμάκης, ο Λευτέρης Βερυβάκης, ο Κίμων Κουλούρης και ο Ιωσήφ Βαληράκης.

* H Ενωση Κέντρου

H Ενωση Κέντρου ιδρύθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 1961 με αρχηγό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Μετέχει στις εκλογές της 29ης Οκτωβρίου του ίδιου χρόνου σε συνασπισμό με το Κόμμα των Προοδευτικών (Σπ. Μαρκεζίνης). Είναι οι εκλογές «βίας και νοθείας». Περιορίζεται στο 33,66% των ψήφων και 100 έδρες, ενώ η EPE φθάνει στο 50,81% και 176 έδρες.

Από την επομένη αρχίζει ο «ανένδοτος αγώνας» και στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963 μετέχει αυτοτελώς και καταλαμβάνει την πρώτη θέση με 42,04% και 138 έδρες (EPE 39,37% και 132 έδρες, ΕΔΑ 14,34% και 28 έδρες, Κόμμα Προοδευτικών 3,73% και δύο έδρες).

Ο Γεώργιος Παπανδρέου λαμβάνει την εντολή να σχηματίσει την πρώτη μετά το 1952 (κυβέρνηση Πλαστήρα) δημοκρατική κυβέρνηση.

Αρνείται τη στήριξη της ΕΔΑ και επιλέγει την προσφυγή και πάλι στις κάλπες με την πεποίθηση ότι θα εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία ώστε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964 η Ενωση Κέντρου πετυχαίνει θρίαμβο με 52,72% και 171 βουλευτές. H EPE, με αρχηγό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο (ο K. Καραμανλής μετά την ήττα του 1963 φεύγει στο Παρίσι), περιορίζεται στο 35,26% και 107 βουλευτές και η ΕΔΑ στο 11,8% και 22 βουλευτές.

Μετά τις 15 Ιουλίου 1965, 44 βουλευτές αποχωρούν και στηρίζουν τις κυβερνήσεις της αποστασίας Γ. Νόβα, H. Τσιριμώκου και Στ. Στεφανόπουλου.

H Ενωση Κέντρου επαναδραστηριοποιείται μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων με τον Ανδρέα Παπανδρέου και στις 20 Σεπτεμβρίου 1974 εκλέγει αρχηγό τον Γεώργιο Μαύρο, ο οποίος κατείχε και το αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Καραμανλή.

* Οι Νέες Δυνάμεις

Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1974 αναγγέλλεται η ίδρυση ενός νέου πολιτικού σχηματισμού με τον τίτλο Κίνηση των Νέων Πολιτικών Δυνάμεων (ΚΝΠΔ) με συλλογική ηγεσία από τους Γεώργιο Ιορδανίδη, Γ. A. Μαγκάκη, Γιάννη Παπαδόπουλο, Αναστάσιο Πεπονή, Γ. Πεσμαζόγλου και Βιργινία Τσουδερού.

Αρχές Οκτωβρίου εντάχθηκε στην Κίνηση και η ομάδα της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Ενωσης του Μπάμπη Πρωτόπαπα. Εγινε κάποια απόπειρα συνεργασίας, σε βάση ισοτιμίας, με τον K. Καραμανλή αλλά δεν είχε αποτέλεσμα. Τελικά συμφωνήθηκε συνεργασία με την Ενωση Κέντρου και αυτό το νέο σχήμα μετείχε στις εκλογές του 1974 με αρχηγό τον Γεώργιο Μαύρο. Στο νέο αυτό σχήμα μετείχαν οι περισσότεροι βουλευτές της προδικτατορικής Ενωσης Κέντρου.

* H Ενωμένη Αριστερά

Πολύμορφη και πολυδιάστατη η εικόνα της Αριστεράς μετά την πτώση της δικτατορίας. Το KKE από το 1947 ήταν «εκτός νόμου» και λειτουργούσε στη Σοβιετική Ενωση, όπου είχαν καταφύγει ηγετικά στελέχη και πολλά μέλη μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

Στην Ελλάδα, πριν από τη δικτατορία, την Αριστερά εκπροσωπούσε η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) με πρόεδρο τον Ιωάννη Πασαλίδη (μετά τον θάνατό του τον διαδέχθηκε ο Ηλίας Ηλιού). Μετείχε για πρώτη φορά στις εκλογές του 1952 επιτυγχάνοντας ένα υψηλό ποσοστό (10%) αλλά έμεινε εκτός Βουλής, «θύμα» του πλειοψηφικού συστήματος. (Ο Ελληνικός Συναγερμός του Παπάγου με 49% κατέλαβε τις 247 από τις 300 έδρες!)

Εκτοτε είχε σημαντική παρουσία στη Βουλή και στην πολιτική ζωή. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των εκλογών του 1958. Συγκέντρωσε το μεγαλύτερο μέρος της δυσαρέσκειας κατά της κυβέρνησης του K. Καραμανλή και με ποσοστό 24% κέρδισε 79 έδρες και κατέλαβε το αξίωμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Στις τελευταίες προ της δικτατορίας εκλογές η ΕΔΑ περιορίστηκε στο 12% και 22 βουλευτές διότι είχαμε τη θριαμβευτική νίκη της Ενωσης Κέντρου με 53% και 171 βουλευτές.

Μετά τη δικτατορία η ΕΔΑ επανασυστήθηκε με πρωτοβουλία του Ηλία Ηλιού και του Μπάμπη Δρακόπουλου.

Εναν χρόνο μετά τη δικτατορία, το 1968, έχουμε τη διάσπαση του KKE. Αφορμή, η εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία, η οποία γέννησε τον «ευρωκομμουνισμό». Τότε τα στελέχη που αποσπάστηκαν από το KKE ίδρυσαν ένα άλλο KKE με το διακριτικό KKE εσωτερικού. Οι πρωταγωνιστές αυτοχαρακτηρίστηκαν αναθεωρητές και είναι η μαγιά με την οποία πλάστηκε ο σημερινός Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1974 δημοσιεύονται τα διατάγματα με τα οποία καταργείται ο περίφημος AN 509 και νομιμοποιείται το KKE. Αμέσως εμφανίζεται επί σκηνής ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο οποίος θα παίξει σημαντικό ρόλο σε κάποιους σταθμούς της μεταπολιτευτικής πορείας της χώρας.

Ο Χρήστος Θεοχαράτος στον δεύτερο τόμο της βιογραφίας του ιστορικού ηγέτη του KKE γράφει: «Ο Χαρίλαος Φλωράκης από την πρώτη στιγμή που ξαναπάτησε το πόδι του στην Ελλάδα σχημάτισε την πεποίθηση ότι η Αριστερά (άρα, πρωτίστως το KKE) κινδυνεύει να συνθλιβεί ανάμεσα σε δύο πολιτικούς οδοστρωτήρες: τον οδοστρωτήρα της "σιγουριάς" που ενέπνεε στον λαό ο K. Καραμανλής και που ευαργέστατα είχε αποτυπωθεί στο σύνθημα "Καραμανλής ή τανκς" - δεν μας αποκαλύπτει ο κ. Θεοχαράτος την πατρότητα του συνθήματος - και τον οδοστρωτήρα του ΠαΣοΚ, η ηγεσία του οποίου με τη διεισδυτικότατη επικοινωνιακή τακτική της έπειθε τα δυναμικότερα στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας ότι "έρχεται η ώρα του μη προνομιούχου Ελληνα". Και η εκτίμηση της πολιτικής επιβίωσης υπό τις περιστάσεις εκείνες επέβαλλε την εκλογική συνεργασία του KKE με τα άλλα τμήματα της Αριστεράς».

* Αγκάθι για τη συνεργασία το KKE εσ.

Ο Χαρίλαος Φλωράκης σε δηλώσεις του στα «Νέα» (24 Αυγούστου 1974) ήταν κατηγορηματικός: «Δεν υπάρχουν δύο παρατάξεις στο KKE. Το πραγματικό γεγονός είναι ότι ένα σημαντικό τμήμα στελεχών του KKE απεχώρησε από το Κόμμα το 1968 και προσπάθησε να φτιάξει το δικό του κόμμα. Για να πραγματοποιηθεί η ενότητα (άρα) σημαίνει ότι οι αποσχισθέντες θα αναγνωρίσουν τις βασικές αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Πάνω σ' αυτό δεν μπορεί να γίνει καμία συζήτηση».

Υστερα από σειρά διαβουλεύσεων, με μεσολαβητή τον Μίκη Θεοδωράκη, βρίσκεται η «χρυσή τομή»: το KKE εσ. θα ενσωματωθεί στην ΕΔΑ και η εκλογική συμφωνία θα γίνει μεταξύ KKE και ΕΔΑ...H αναγγελία της συμφωνίας γίνεται στις 8 Οκτωβρίου 1974, με ταυτόχρονη ανακοίνωση της 10μελούς διοικούσας επιτροπής. Τα μέλη: Ηλίας Ηλιού, Χαρίλαος Φλωράκης, Βασίλης Ευφραιμίδης, Σταύρος Ηλιόπουλος, Μίκης Θεοδωράκης, Νίκος Καλούδης, Νίκος Κυριακίδης, Λεωνίδας Κύρκος, Γιώργος Σπηλιόπουλος και Κώστας Φιλίνης.

Στην ανακοίνωση για τη σύσταση της Ενωμένης Αριστεράς τονίζονται τα εξής: «Σκοπός της EA είναι η άσκηση πολιτικής δράσης που θα αποβλέπει στην υπεράσπιση και κατοχύρωση της Εθνικής Ανεξαρτησίας, στην απόκρουση κάθε δικτατορικής απειλής, στη στερέωση και διεύρυνση της δημοκρατίας και στην προάσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων».



ΡΕΠΟΡΤΑΖ περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.