Καθώς στη χώρα μας διακινούνται με πλοία περισσότεροι από 100.000.000 τόνοι πετρελαίου ετησίως, και μόνο η σκέψη ότι το πρόσφατο ναυάγιο του τάνκερ «Prestige», που μετέφερε 77.000 τόνους πετρελαίου, θα μπορούσε να είχε συμβεί σε ελληνική θάλασσα δημιουργεί ανατριχίλα στους ειδικούς. Οι κλειστές ελληνικές θάλασσες, τα χιλιάδες μέτρα «δαντελωτής» ακτογραμμής και το πλούσιο οικοσύστημα συνθέτουν ιδιαιτερότητες που κάνουν αρμοδίους και επιστήμονες να λένε απλώς «ούτε ψύλλος στον κόρφο μας»… Αλλωστε όλοι θυμούνται την αγωνία που έζησε η Ελλάδα πριν από δύο χρόνια – Σεπτέμβρης ήταν – με το ναυτικό δυστύχημα στα ανοιχτά του κόλπου στο Λευκαντί του πλοίου «Eurobulker Χ» που στοίχισε τη ζωή σε ένα μέλος του πληρώματος και προκάλεσε μια τεράστια για τα ελληνικά δεδομένα οικολογική καταστροφή. Τότε που, όπως αποδείχθηκε, δεν υπήρξε αποτελεσματική αντιμετώπιση της διαρροής μαζούτ από τις δεξαμενές καυσίμων του πλοίου. Η ανάγκη προστασίας των θαλασσών μας από την πετρελαϊκή ρύπανση αποτελεί μείζον ζήτημα καθώς, εκτός των άλλων, ο ελληνικός θαλάσσιος χώρος πλήττεται από τις διαρροές πετρελαιοειδών κατά τη φόρτωση και την εκφόρτωση ποσοτήτων πετρελαίου στις χερσαίες εγκαταστάσεις αλλά και από την παράνομη τακτική του ξεπλύματος αμπαριών μεσοπέλαγα.


Κάθε χρόνο υπολογίζεται ότι 1/1.000 του μεταφερομένου πετρελαίου διεθνώς τελικά διαρρέει στις θάλασσες (κάπου 2 εκατ. τόνοι τον χρόνο). Τη Μεσόγειο διαπλέουν κάθε χρόνο περισσότερα από 220.000 πλοία (το 30% του συνολικού όγκου των εμπορικών θαλάσσιων μεταφορών και το 20% της μεταφοράς πετρελαίου διά πλοίων γίνονται μέσα στη Μεσόγειο) και σε αυτήν καταλήγουν 650.000 τόνοι πετρελαιοειδών κάθε χρόνο. Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι καταλήγουν άμεσα ή έμμεσα 100.000 τόνοι πετρελαίου ετησίως.



«Ευτυχώς που τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας δεν είχαμε ιδιαίτερα σοβαρά περιστατικά προσαράξεως ή ατυχήματα μεγάλης εμβέλειας σε κρίσιμες περιβαλλοντικά περιοχές αλλά και σε κλειστούς κόλπους, γιατί αλλιώς οι επιπτώσεις θα ήταν δραματικές» επισημαίνει ο κ. Μιχάλης Σκούλος, αναπληρωτής καθηγητής Χημείας Περιβάλλοντος και Χημικής Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. «Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης περιστατικών πετρελαϊκής ρύπανσης (contigency plan) που να περιλαμβάνει οικολογικά, αρχαιολογικά και οικονομικά ευαίσθητες θαλάσσιες περιοχές» τονίζει. Το ΜΙΟ-ECSDE (Μεσογειακό Γραφείο Πληροφόρησης για το Περιβάλλον, τον Πολιτισμό και τη Βιώσιμη Ανάπτυξη) έχει ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να συντονίσει στην Ελλάδα τη διεξαγωγή ασκήσεων ετοιμότητας.


Στη χώρα μας, εκτός των άλλων, δεν υπάρχουν αρκετές εγκαταστάσεις υποδοχής των πετρελαϊκών αποβλήτων των πλοίων, με αποτέλεσμα, σε συνδυασμό με τον πλημμελή έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές, να δίνεται το «πράσινο φως» σε πλοιοκτήτες και καπετάνιους που κερδίζουν χρόνο και χρήμα να αδειάζουν και να καθαρίζουν τις δεξαμενές των καραβιών εν πλω…


Περισσότεροι από 5,5 εκατ. τόνοι πετρελαιοειδών διακινούνται κάθε χρόνο από το Καλοχώρι στη Θεσσαλονίκη με πλοία διερχόμενα σχετικά κοντά από το Θαλάσσιο Πάρκο Σποράδων. Πάνω από 40 εκατ. τόνοι πετρελαιοειδών διακινούνται ετησίως από το Ιόνιο πέλαγος, σε αποστάσεις κοντινές από τις ακτές της Ζακύνθου, όπου βρίσκεται ο σημαντικότερος στη Μεσόγειο βιότοπος αναπαραγωγής της θαλάσσιας χελώνας Καρέτα Καρέτα. Η Πύλος – όπου είχε γίνει το 1979 το ατύχημα του πλοίου «Irenes Serenade» – παραμένει σημείο ανεφοδιασμού πλοίων (όχι φορτοεκφόρτωσης πετρελαιοειδών). Πρόκειται για «καυτά σημεία» τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας ως προς τις προσεγγίσεις και τον ελλιμενισμό πλοίων. Οπως επισημαίνει η κυρία Μάχη Σιδερίδου από το ελληνικό τμήμα της Greenpeace, χρειάζονται ριζικά μέτρα αποτροπής της ρύπανσης με αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου του σχετικού με τη ρύπανση των θαλασσών και τη διακίνηση πετρελαιοειδών. Η οργάνωση προτείνει την εφαρμογή της «απεριόριστης αντικειμενικής ευθύνης» σε περιπτώσεις ρύπανσης, την καθιέρωση συγκεκριμένων διαδρομών για τα δεξαμενόπλοια, την απαγόρευση της προσέγγισης σε ελληνικά λιμάνια πλοίων με βεβαρημένο παρελθόν.


Μια σπουδαία ελληνική πατέντα


Η Ελλάδα κρατά στα χέρια της μια από τις σπουδαιότερες διεθνώς πατέντες αντιρρυπαντικής τεχνολογίας κατά των πετρελαιοκηλίδων με το όνομα CleanMag που επινοήθηκε και εφαρμόστηκε από το ΤΕΙ Πειραιά με επικεφαλής τον κ. Γ. Νικολαΐδη, καθηγητή στο Τμήμα Φυσικής Χημείας και Τεχνολογίας Υλικών του ΤΕΙ Πειραιά. Πρόκειται για ειδικά μαγνητικά σφουγγαράκια (κόκκους) που επιπλέουν στο νερό και απορροφούν το ελαιόφυλλο μέρος του πετρελαίου. Αν το υλικό ριφθεί στις πέντε-έξι πρώτες ώρες από τη διαρροή πετρελαίου, προλαμβάνει τη ζημιά από την επέκταση της πετρελαιοκηλίδας. Οι κόκκοι συσσωματώνονται στο πετρέλαιο και δημιουργούν κρούστα στην επιφάνεια της θάλασσας φρενάροντας την εξάπλωση της κηλίδας. Στη συνέχεια το υλικό περισυλλέγεται από ένα μαγνητικό σύστημα το οποίο βρίσκεται σε αντιρρυπαντικό σκάφος. Μάλιστα, ακόμη και αν το πετρέλαιο βγει στις ακτές, εφόσον το ειδικό υλικό έχει εγκαίρως τοποθετηθεί και στην πλευρά της ξηράς, οι μαγνητικοί κόκκοι δεν επιτρέπουν την προσρόφηση του πετρελαίου από την άμμο!


Είναι ένα σύστημα νέας τεχνολογίας φιλικότατο προς το περιβάλλον, όπως μάλιστα έχει πιστοποιήσει και το Εθνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΚΘΕ) ύστερα από δοκιμές – ακόμη και με την υπόθεση εργασίας ότι έχει κάποια τοξικότητα, αποδείχθηκε ότι αυτή είναι 100 φορές μικρότερη από τα χημικά διασκορπιστικά που χρησιμοποιούνται κατά κόρον. Το κόστος παραγωγής του ειδικού υλικού είναι πολύ φθηνό, ενώ το κόστος του σκάφους CleanMag Ι-Nancy της νέας τεχνολογίας που φέρει το μαγνητικό σύστημα συλλογής (έχει ναυπηγηθεί στο Πέραμα και αποτελεί διεθνές πρωτότυπο) ανέρχεται στο 1/3 του κόστους αντιρρυπαντικών σκαφών (skimer) συμβατικής τεχνολογίας, η τιμή των οποίων φθάνει στο ύψος του 1,5 εκατ. ευρώ!