Ο Οδυσσέας Ελύτης
πρωτοπαρουσίασε το έργο του σε ηλικία 23 χρόνων στο περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα» τον Νοέμβριο του 1935. Ηταν μια σειρά ποιημάτων τα οποία χαρακτηρίστηκαν από τον Γιώργο Θεοτοκά «σαν μυστηριακό ξημέρωμα στο Αιγαίο». Η λογοτεχνική του αφύπνιση ήρθε όταν φοιτητής της Νομικής διάβασε ένα βιβλίο του ποιητή Πολ Ελυάρ. Ως τότε, όπως ομολογεί ο ίδιος στα «Ανοιχτά χαρτιά» το 1974, θεωρούσε την ποίηση «ένα φλύαρο και ανιαρό ρυθμοκόπημα. Τα ποιήματα χρησίμευαν για να μιλάνε για τα βουνά ή τα ποτάμια και να λεν κοινοτοπίες». Ο Ελυάρ τού αλλάζει την αντίληψη αυτή, του συστήνει μια καινούργια γλώσσα και μια νέα μέθοδο έκφρασης. Στο πλαίσιο αυτής της «γνωριμίας» θα συναντηθεί με τους Σεφέρη, Θεοτοκά, Κατσίμπαλη και Καραντώνη, ιδρυτές του περιοδικού «Τα Νέα Γράμματα», οι οποίοι θα τολμήσουν να συμπεριλάβουν τα ποιήματα του νέου φίλου τους και ποιητή.


Ο Οδυσσέας Ελύτης ξεκίνησε το «ταξίδι» του ως Οδυσσέας Αλεπουδέλης στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης, αν και καταγόταν από τη Λέσβο. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και πραγματοποιούσε συχνά ταξίδια στις Σπέτσες, στην Αίγινα, στην Τήνο και στη Λέσβο καθώς και στο εξωτερικό. Αυτές είναι και οι πρώτες περιπλανήσεις του νεαρού ποιητή, αργότερα θα ταξιδέψει με τον Ανδρέα Εμπειρίκο σε όλη την Ελλάδα, ανακαλύπτοντας λεπτομέρειες της ελληνικής παράδοσης αλλά και γωνιές εκπληκτικού κάλλους, καταλυτικής σημασίας για το έργο του. Το 1930 ο Ελύτης εγγράφεται στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αν και δεν πήρε ποτέ το πτυχίο του.


Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο «πατέρας» του υπερρεαλισμού, είναι αυτός που μύησε τον Ελύτη στο κίνημα. Ο Ελύτης βεβαίως δεν υποτάχθηκε ποτέ πραγματικά στον υπερρεαλισμό, αλλά άντλησε με προσοχή τα απαραίτητα στοιχεία και τα προσάρμοσε στο έργο του. Τα πρώτα έργα του (1929-1943), ανάμεσά τους οι ποιητικές συλλογές «Προσανατολισμοί» (1940) και «Ηλιος ο πρώτος» (1943) (σε μικρότερο βαθμό), διακρίνονται από έντονο νησιωτισμό, μια σχεδόν παγανιστική λατρεία της φύσης, ενώ παράλληλα ξεχειλίζουν από στοιχεία της μυθολογίας και της αρχαίας ελληνικής παράδοσης. Κυρίαρχα στοιχεία: το Αιγαίο με την αλμύρα του, τα χρώματα καθώς και ο ήλιος του.


Τον Δεκέμβριο του 1940 ο ποιητής κατατάχθηκε στο αλβανικό μέτωπο ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Με βαρύ κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο των Ιωαννίνων, την παραμονή της εισόδου των Γερμανών στην πόλη, έπρεπε να διαλέξει ανάμεσα στο να παραμείνει εκεί και στο να συλληφθεί ως αιχμάλωτος πολέμου ή να μεταφερθεί στην Αθήνα με κίνδυνο της ζωής του. Επέλεξε το δεύτερο. Ο πόλεμος σημάδεψε τον ποιητή. Οπως και η εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας, καταδυναστευμένης από την Κατοχή αλλά και τον Εμφύλιο. Στα ποιήματα το κύμα πλέον είναι αγριεμένο. Το ελληνικό τοπίο χρησιμοποιείται μεταφορικά και δοξάζει την ελευθερία, ενώ καταδικάζει τον πόλεμο και την υποταγή του πνεύματος. Ο «Ηλιος ο πρώτος» είναι το πρώτο δείγμα της ποιητικής αυτής ωρίμασης. Το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», το οποίο δημοσιεύεται για πρώτη φορά το 1945 στο περιοδικό «Τετράδιο», εκφράζει βαθύτερα αυτή τη σύγκρουση φύσης και ανθρώπινη αυτοκαταστροφής. «Ελευθερία για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος».


Το 1959 δημοσιεύει το «Αξιον εστί». Διετέλεσε διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ) (1945) και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν» (1953). Επίσης, συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Καθημερινή» ως κριτικός τέχνης, «Ελευθερία» και «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση». Το 1946 συναντά τον αληθινό του δάσκαλο, τον ποιητή Πολ Ελυάρ. Σε αυτή τη συνάντηση οφείλει το ταξίδι του στο Παρίσι, το 1948. Στην Πόλη του Φωτός γνωρίζει τους Πικάσο και Ματίς, και συνειδητοποιεί ότι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και ζωγράφος. Ο ζωγράφος Ελύτης επηρεάστηκε κυρίως από τον νεοϊμπρεσιονισμό αλλά και τον υπερρεαλισμό. Εξέθεσε τα έργα του στη διεθνή έκθεση ιμπρεσιονιστών στην Αθήνα το 1935, ενώ πραγματοποίησε και προσωπική έκθεση στην γκαλερί Thyelska στη Στοκχόλμη, το 1979.


Δεν ήταν όμως η ζωγραφική αυτή που τον επιβράβευσε. Το «Αξιον εστί» υπήρξε η αφορμή για τη διεθνοποίηση του ποιητή. Το 1960 κερδίζει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το 1961 ξεκινάει συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη μελοποίηση του ποιήματος, το οποίο θα εκτελεστεί για πρώτη φορά στον κινηματογράφο «Ρεξ» το 1964. Κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του 1967 καταφεύγει στη Γαλλία. Οι συλλογές «Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά» (1971), «Τα ρω του έρωτα» (1972), «Μαρία Νεφέλη» 1978 καθώς και ένα δοκίμιο για τον Ανδρέα Εμπειρίκο αντιπροσωπεύουν την ρομαντική περίοδο του ποιητή.


Στις 10 Δεκεμβρίου 1979 τού απενεμήθη το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Στην απονομή του βραβείου στη Στοκχόλμη ο ποιητής ξεκίνησε της ομιλία του ως εξής: «Ας μου επιτραπεί να μιλήσω περί φωτεινότητας και διαφάνειας». Ο λεκτικός πλούτος και η ικανότητά του να αναπλάθει τις λέξεις απετέλεσαν σημείο αναφοράς για τους μεταγενέστερους ποιητές και συγγραφείς. Η ποίησή του έχει γραφεί με τη χρήση περίπου 8.000 λέξεων, ενώ αυτή του Καβάφη, π.χ., με 3.500 λέξεις.


Ο θάνατος του ποιητή δεν σήμανε το τέλος του έργου του. Τα έργα «Εκ του πλησίον» και «2×7ε» δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατό του. Ο Οδυσσέας Ελύτης πέθανε στις 18 Μαρτίου 1996 από ανακοπή καρδιάς στο σπίτι του στην Αθήνα. Στο πλευρό του, η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, η οποία τον συντρόφευε τα τελευταία 13 χρόνια της ζωής του. Δεν παντρεύτηκαν ποτέ. Για τον Ελύτη ο θάνατος δεν ήταν παρά ακόμη ένα ταξίδι. «Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να ‘ναι: τον σάκο μου τον ταξιδιωτικό στον ώμο, στην τσέπη μου έναν οδηγό, τη φωτογραφική στο χέρι. Βαθιά στο χώμα και βαθιά στο σώμα θα πάω να βρω ποιος είμαι. Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο. Χρυσέ της ζωής αέρα» («Ο μικρός Ναυτίλος», 1985).