Αποστολή, Βενετία
Ακόμη κι όταν κάποια στιγμή μπορεί να γίνει ρουτίνα, υπάρχει πάντα κάτι το ανεξήγητα μαγικό όταν διασχίζεις τα έρημα, σκοτεινά ακόμη σοκάκια της Βενετίας στις 6.15 το πρωί και φτάνεις στην πλατεία του Σαν Μάρκο. Εκεί όπου οι οδοκαθαριστές κάνουν πλάκες μεταξύ τους χωρίς να σταματούν τη δουλειά, εκεί όπου τα περιστέρια τσακώνονται για κάποιο ψίχουλο, εκεί όπου οι γλάροι βγάζουν τις κάπως τρομακτικές, πρωινές κραυγές τους. Καμιά φορά θα συναντήσεις ένα ζευγάρι να φιλιέται βγάζοντας ρομαντικά selfies. ‘Η κάποιο φωτογραφικό συνεργείο να γυρίζει διαφημιστικό στην ησυχία της αυγής. Και όλα αυτά ενώ προχωρείς με βήμα ταχύ και το μυαλό συγκεντρωμένο προς την προβλήτα Β του σταθμού San Zaccaria, από όπου θα πρέπει να προλάβεις το πρώτο βαπορέτο της γραμμής 20 για το Casino στο Λίντο. Για τη Salla Darsena των 1.500 καθισμάτων για την ακρίβεια, όπου σε περιμένει η πρωινή προβολή κάποιας ταινίας του γηραιότερου σε ηλικία κινηματογραφικού φεστιβάλ της Ευρώπης.
Το 75ο Φεστιβάλ Βενετίας, που τελείωσε χθες με τις βραβεύσεις και την τελετή λήξης στη Salla Grande (όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές τα βραβεία δεν είχαν ακόμη ανακοινωθεί), ήταν από πολλές πλευρές ένα από τα καλύτερα των τελευταίων χρόνων. Αν εξαιρέσεις τα κάπως υπερβολικά μέτρα ασφαλείας, με τους δεκάδες πάνοπλους (αλλά φιλικούς) carabinieri μοιρασμένους σε μπλόκα ελέγχου χειραποσκευών σε όλα τα στενά που οδηγούσαν προς το φεστιβάλ, κανείς δεν πρέπει να έχει παράπονο από τις εμπειρίες του στην εφετινή Μόστρα. Τεχνολογικά και χωροταξικά αναβαθμισμένο, εντυπωσιακά καθαρό, με προσιτές τιμές στις καντίνες, με ενδιαφέρουσες έως πολύ καλές ταινίες και με δυνατά ονόματα σταρ για όσους πηγαίνουν στα φεστιβάλ γιατί ενδιαφέρονται για το glam. Και είναι αρκετοί αυτοί που κατασκηνώνουν έξω από την Salla Grande από το πρωί ως το βράδυ.
Δεν είναι εξάλλου δύσκολο να φανταστεί κανείς τον πανζουρλισμό που μπορεί να προκαλέσει στον νέο κόσμο μια Lady Gaga ενώ κάνει την εμφάνισή της ντυμένη σαν ροζ τούρτα, για την πρεμιέρα της ταινίας «Ενα αστέρι γεννιέται» του συνοδού της Μπράντλεϊ Κούπερ. Το σκηνικό επαναλήφθηκε με «πρωταγωνιστές» τον Ράιαν Γκόσλινγκ, τη Νάταλι Πόρτμαν, την Εμα Στόουν και πολλούς άλλους.
Ακόμη και το επί χρόνια κλειστό, θρυλικό ξενοδοχείο «De Bains», στη γωνία των δρόμων Santa Maria Elisabetta και Lungomare Marconi, εκεί όπου ο μέγιστος Βισκόντι γύρισε τον «Θάνατο στη Βενετία», άνοιξε τις πόρτες του για χάρη του φεστιβάλ και φιλοξένησε μια θαυμάσια έκθεση φωτογραφιών που καλύπτει τα 75 χρόνια Ιστορίας του φεστιβάλ. Ηταν πραγματικά ανατριχιαστικό να ξανακάνεις μια βόλτα στους χώρους αυτού του εκπληκτικού αρχιτεκτονικού επιτεύγματος και να βλέπεις στους τοίχους του φωτογραφίες του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, της Σοφία Λόρεν, του Κερκ Ντάγκλας και τόσων άλλων αστέρων που έχουν δώσει το «παρών» στο Λίντο. Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα και την αποφασιστική πλοήγηση του καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ, κριτικού κινηματογράφου Αλμπέρτο Μπαρμπέρα, ο θεσμός έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια να ξανακερδίσει τη χαμένη του αξιοπρέπεια. Ο Μπαρμπέρα εμπλούτισε τις σχέσεις του φεστιβάλ τόσο με τα στούντιο του Χόλιγουντ όσο και με τους ανεξάρτητους παραγωγούς και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα τελευταία πέντε χρόνια, ταινίες που αργότερα συζητήθηκαν παγκοσμίως και έφτασαν ως τα Οσκαρ, κερδίζοντας μάλιστα σε μεγάλες κατηγορίες, είχαν όλες τους κάνει την παγκόσμια πρώτη τους στο Φεστιβάλ Βενετίας. Να τις θυμηθούμε: «Gravity», «Spotlight», «Birdman», «La La Land» και πέρυσι η «Μορφή του νερού» του Μεξικανού Γκιγέρμο ντελ Τόρο, ο οποίος εφέτος καθόταν στη θέση του προέδρου της κριτικής επιτροπής.
Καθόλου άσχημος αριθμός για ένα μεγάλο φεστιβάλ που ωστόσο επί χρόνια επισκιαζόταν από τον μεγαλύτερο ανταγωνιστή του, το φεστιβάλ των Καννών που διεξάγεται τον Μάιο. «Για μένα η Βενετία είναι πια το φεστιβάλ το οποίο δίνει τον τόνο των ταινιών που θα συζητηθούν στη σεζόν που το ακολουθεί» είπε χαρακτηριστικά στο «Βήμα» ο έλληνας διανομέας Χρήστος Μπεχτσής ο οποίος τόνισε επίσης τη σταδιακή αναβάθμιση όλων των προγραμμάτων του φεστιβάλ στα οποία ανακαλύπτει κάθε χρόνο ενδιαφέρουσες ταινίες (Orizzonti, Settimana della Critca κ.ά.)

Ταινίες γένους θηλυκού

Σε ό,τι αφορά το επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα, ήταν χαρμόσυνο που το «The favourite», η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου που προβλήθηκε μόλις τη δεύτερη μέρα, παρέμεινε μέχρι το τέλος στον αφρό των καλύτερων του εφετινού φεστιβάλ. Στην παράξενη και πολύ ενδιαφέρουσα αυτή δραματική κομεντί εποχής, η οποία εκτός από το ότι είναι η πιο βατή ταινία του Λάνθιμου, τολμώ να προβλέψω ότι θα γίνει και η μεγαλύτερη μέχρι σήμερα εμπορική επιτυχία του, τρεις γυναίκες (Ολίβια Κόλμαν, Εμα Στόουν, Ρέιτσελ Βάις) λαμβάνουν μέρος σε ένα διαστροφικό παιχνίδι σεξ και εξουσίας «ευνουχίζοντας» τα (τρόπος του λέγειν) αρσενικά που τις περιστοιχίζουν.
Το γυναικείο στοιχείο ήταν διαρκώς παρόν στις ταινίες της εφετινής Μόστρα, παρότι ο Αλμπέρτο Μπαρμπέρα αρνήθηκε να «υπακούσει» στις επιστολές που τον περασμένο Αύγουστο δέχθηκε το φεστιβάλ από γυναικείες οργανώσεις, οι οποίες ούτε λίγο ούτε πολύ απαιτούσαν να… συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα περισσότερες ταινίες σκηνοθετημένες από γυναίκες. «Καλύτερα να παραιτηθώ από το να υπακούω σε εντολές άλλων για το καλλιτεχνικό πρόγραμμα» είπε χαρακτηριστικά ο καλλιτεχνικός διευθυντής (που είναι κριτικός κινηματογράφου) ο οποίος περιέλαβε στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα μόλις μία ταινία σκηνοθετημένη από γυναίκα, το «Nightingale» της Αυστραλέζας Τζένιφερ Κεντ. H ταινία μιλά για την επανάσταση της καταπιεσμένης γυναίκας μέσα από την ιστορία εκδίκησης μιας Ιρλανδής (Aϊσλινγκ Φραντσιόζι) που στην Τασμανία του 19ου αιώνα βιάζεται από άγγλους στρατιώτες την ώρα που μπροστά στα μάτια της σκοτώνουν τον άνδρα και το βρέφος της.
Να όμως που από μόνες τους κάποιες ταινίες –όχι κατ’ ανάγκην σκηνοθετημένες από γυναίκες –κοιτούσαν τη γυναίκα με ουσία και άποψη, σχεδόν κάτω από το μικροσκόπιο. Ενα άλλο παράδειγμα είναι η «Suspiria» του Λούκα Γκουαντανίνο, ίσως η πιο «θηλυκή» ταινία του διαγωνιστικού προγράμματος, ένα ελκυστικό στην όψη, πνευματώδες ριμέικ του μεταφυσικού θρίλερ που σκηνοθέτησε πρώτος το 1977 ο Ντάριο Αρτζέντο. Ιέρεια του χορού εδώ η Τίλντα Σουίντον και δίπλα της γυναίκες όλων των ηλικιών, από την Ντακότα Τζόνσον των «50 αποχρώσεων του γκρι» ως την Τζέσικα Χάρπερ που πρωταγωνιστούσε και στην πρωτότυπη ταινία!
Ριμέικ όμως ήταν και το εκτός συναγωνισμού μουσικό δράμα του Μπράντλεϊ Κούπερ «Ενα αστέρι γεννιέται» το οποίο κινείται εξ ολοκλήρου «πάνω» στη Lady Gaga, στον πρώτο καθαρά πρωταγωνιστικό ρόλο της στο σινεμά: παίζει το ασχημόπαπο το οποίο χάρη στο ταλέντο του κατορθώνει να ξεπεράσει τον δάσκαλο και μέντορά της (Κούπερ). Γνωστή ιστορία στην αμερικανική σόουμπιζ, μια ηρωίδα που έχουν υποδυθεί στο παρελθόν η Μίτσι Γκέινορ, η Τζούντι Γκάρλαντ και βεβαίως η Μπάρμπρα Στράιζαντ στην πιο γνωστή εκδοχή της ιστορίας, μια ταινία του 1977.
Από την πλευρά του, ο Μεξικανός Αλφόνσο Κουαρόν κέρδισε τις πιο υποστηρικτές κριτικές ταινιών της διοργάνωσης για το «Ρομά», ένα ασπρόμαυρο ποιητικό φιλμ μέσω του οποίου επιστρέφει στο ίδιο του το παρελθόν και αναπλάθει τις εμπειρίες του: ο περιβάλλων χώρος είναι ένα μεσοαστικό σπίτι της Πόλης του Μεξικού όπου παρακολουθούμε την επιρροή που ασκεί στα παιδιά της οικογένειας η φτωχή υπηρέτρια την οποία υποδύεται υπέροχα η ερασιτέχνης ηθοποιός Γιαλίζα Απαρίσιο.
Η «Κατηγορούμενη» από την άλλη πλευρά, μια ταινία από την Αργεντινή, εστιάζει στο πρόσωπο μιας έφηβης (Λάλι Εσπόζιτο) που κατηγορείται για τη δολοφονία της φίλης της, ενώ η «Δύση» του Μαγιάρου Λάζλο Νέμες τοποθετείται στη Βουδαπέστη έναν χρόνο πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και παρακολουθεί την προσπάθεια μιας γυναίκας (Σουζάνα Γουέστ) να βρει τις χαμένες ρίζες της.

Πού βρίσκεται η αλήθεια;

Για τον Βίνσεντ βαν Γκογκ έχουν γυριστεί τόσο πολλές ταινίες, που εκ πρώτης δεν βρίσκεις τον λόγο για μία ακόμη. Σύμφωνα όμως με τον Τζούλιαν Σνάμπελ, που παρουσίασε την ταινία «At eternity’s gate» με θέμα τη ζωή του ολλανδού ζωγράφου (Γουίλεμ Νταφόε), η αφετηρία για τη δημιουργία αυτής της ταινίας ήταν ακριβώς το ότι «όλος κόσμος πιστεύει ότι ξέρει τα πάντα για τον Βαν Γκογκ. Αρα αυτό που απομένει είναι η φαντασία». Να λοιπόν μια «βιογραφική» ταινία στην οποία ο σκηνοθέτης δίνει τη δική του άποψη για το πρόσωπο και τα γεγονότα που έπαιξαν ρόλο στη ζωή του. Με συνεργάτη στο σενάριο τον έμπειρο Ζαν Κλοντ Καριέρ, ο Σνάμπελ αφήνει υπόνοιες ότι ο Βαν Γκογκ μπήκε στη φυλακή επειδή προσπάθησε να βιάσει μια αγρότισσα και αμφισβητεί το ότι ο ζωγράφος αυτοκτόνησε. «Δεν υπάρχει κανένα επίσημο έγγραφο που να αναφέρει κάτι τέτοιο» είπε ο Καριέρ, ο οποίος επισήμανε ότι «όλη η ζωή του Βαν Γκογκ διακρίνεται από μια απόχρωση ρομαντισμού, ο κόσμος θέλει να τον σκέφτεται σαν ένα μελαγχολικό, σε διαρκή κατάθλιψη τύπο που τρωγόταν με τα ρούχα του και βασανιζόταν από τις ανησυχίες του. Ομως ο Βαν Γκογκ δεν ήταν καθόλου καταθλιπτικός, ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ενέργεια, πίστη στον εαυτό του, ένας άνθρωπος που δούλευε διαρκώς και πυρετωδώς, που αναζητούσε την επιτυχία, που ήθελε τη φήμη».
Ολοι μπορούν να φανταστούν ότι ο εικαστικός κεντρικός ήρωας της γερμανικής ταινίας «Μην κοιτάζεις μακριά» είναι ο Γκέραρντ Ρίχτερ, όμως ο σκηνοθέτης Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ επέλεξε να τον ονομάσει Κουρτ Μπάρνετ (Τομ Σίλινγκ). Ξεκινώντας στη Δρέσδη του 1937, η ταινία ανακατεύει πραγματικά περιστατικά και μυθοπλαστικά για να μιλήσει για τα πρώτα 30 χρόνια της ζωής του ζωγράφου και για το πώς ο Γκέραρντ, παρά την ταλαιπωρία που βίωσε κάτω από το ναζιστικό και το κομμουνιστικό καθεστώς, κατάφερε τελικά να βρει τον εαυτό και την τέχνη του, με αποτέλεσμα σήμερα οι πίνακές του να έχουν γίνει ανάρπαστοι.
Η Μόστρα απέδειξε περίτρανα ότι το παρελθόν και η Ιστορία εξυπηρετούν ακόμη τις ανάγκες του κινηματογράφου. Παγκοσμίως γνωστά ή λιγότερο γνωστά περιστατικά αποτελούν πηγή έμπνευσης για σενάρια. Το φεστιβάλ ξεκίνησε με το «First man» του Ντάμιεν Σαζέλ, μια ταινία για το πρώτο βήμα του ανθρώπου στη Σελήνη, και στη συνέχεια είδαμε να φιλοξενεί καλές ταινίες που σκαλίζουν την πρόσφατη και την παλαιότερη Ιστορία μιλώντας έτσι για το σήμερα και το αύριο. Στο «Peterloo» ο Μάικ Λι μίλησε για τον ταξικό πόλεμο στην Αγγλία του 1819 όταν ο ίδιος στρατός που είχε νικήσει τον Ναπολέοντα στράφηκε εναντίον των φιλειρηνικά διαμαρτυρόμενων καταπιεσμένων πολιτών «Β’ κατηγορίας» του Μάντσεστερ και τους κατατρόπωσε. Ξεφεύγοντας από το ιστορικό πλαίσιό της η ταινία έρχεται τόσο κοντά στη σημερινή πραγματικότητα που σχεδόν τρομάζεις!
Τέλος, η τερατώδης ανάπτυξη του εθνικισμού και της Ακροδεξιάς σε όλον τον κόσμο ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Ιρλανδός Πολ Γκρίνγκρας επέστρεψε στη θηριωδία του Οσλο τον Ιούλιο του 2011 όταν ο εθνικιστής τρομοκράτης Αντερς Μπρέιβικ εκτέλεσε 77 ανθρώπους. Η ταινία «22 Ιουλίου» δεν ενδιαφέρεται τόσο για την αναπαράσταση της σφαγής αλλά για τις συνέπειές της, δίνοντας έμφαση στην απάντηση της νορβηγικής κυβέρνησης προς την ακροδεξιά παράταξη της χώρας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ