Η βαθιά εθνικιστική στροφή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει πλέον φέρει σε αμήχανη θέση την Αθήνα και οι επιλογές για την αντιμετώπιση της τουρκικής συμπεριφοράς έχουν περιοριστεί. Αυτό παραδέχονται στο «Βήμα» κυβερνητικές και διπλωματικές πηγές, προσθέτοντας ότι την ίδια στιγμή οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στα πρόθυρα σκλήρυνσης της στάσης τους έναντι της Αγκυρας. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε αναμφίβολα τη δυνατότητα παρέμβασης της Ουάσιγκτον σε περίπτωση ελληνοτουρκικής όξυνσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αθήνα εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή οδός δεν μπορεί να κλείσει ακόμη και αν υπάρχουν όρια στα όσα προσφέρει. Επομένως, οι σκέψεις για πίεση ή και άσκηση βέτο, ώστε να ματαιωθεί η Συνάντηση της Βάρνας μεταξύ των κορυφαίων παραγόντων της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Τουρκίας, δεν θα απέφερε θετικό αποτέλεσμα.
Ολα αυτά βέβαια δεν εμπόδισαν τον κ. Ερντογάν να επιτεθεί εναντίον τόσο της ΕΕ και της Ελλάδος όσο και των Ηνωμένων Πολιτειών. «Η ΕΕ στήριξε την Ελλάδα κατά την οικονομική κρίση. Τους έδωσαν 400 δισ. ευρώ. Οταν χώρες με πετρέλαιο ή με φυσικό αέριο έχουν προβλήματα, τις βοηθάνε, φυσικά με ανταλλάγματα. Αλλά όταν η Τουρκία έχει προβλήματα, της γυρνούν την πλάτη» σημείωσε την περασμένη Τετάρτη. Μία ημέρα αργότερα, ο τούρκος πρόεδρος εξαπέλυσε επίθεση εναντίον των ΗΠΑ επειδή εγκαθιστούν 20 βάσεις στη Συρία. «Αυτό σημαίνει ήδη Γ’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εμείς πρέπει να προετοιμαστούμε για κάθε ενδεχόμενο» είπε. Ο κ. Ερντογάν έχει υιοθετήσει καθαρά εθνικιστική ατζέντα και οι πρόσφατες αλλαγές στην εκλογική νομοθεσία δεν οδηγούν απλώς σε συνεργασία του ισλαμικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) με τους «Γκρίζους Λύκους» του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (ΜΗΡ), αλλά στην ουσιαστική απορρόφηση του δεύτερου κόμματος από το πρώτο –με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε σχέση με τη φιλοδοξία του κ. Ερντογάν να εξασφαλίσει το πολυπόθητο 50% από τον πρώτο γύρο των επόμενων προεδρικών εκλογών.
Η Αθήνα ανέμενε και αναμένει από την Αγκυρα ένα σήμα ότι η υπόθεση των δύο ελλήνων στρατιωτικών θα έχει αίσια έκβαση και δεν θα καθυστερήσει δραματικά η επιστροφή τους στην Ελλάδα. Ιδεατά, αυτό θα ήταν καλό να συμβεί πριν από την προσεχή Σύνοδο Κορυφής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 22 και 23 Μαρτίου στις Βρυξέλλες. Σε διαφορετική περίπτωση, η Αθήνα δεν θα έχει άλλη επιλογή από τη σκλήρυνση της στάσης της, αν και δεν είναι σαφές πώς θα μπορούσε αυτή να εκφραστεί. Ως θετικό γεγονός κρίνεται ότι από τον έλεγχο που έχει μέχρι στιγμής γίνει δεν προκύπτουν επιβαρυντικά στοιχεία από τα δεδομένα των κινητών τηλεφώνων των δύο στρατιωτικών. Αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά στην απαγγελία της κατηγορίας της κατασκοπείας, η οποία θα έβαζε την υπόθεση σε επικίνδυνες ατραπούς. Ωστόσο, δεν διασφαλίζει ότι η επιστροφή τους θα πραγματοποιηθεί άμεσα.

Τι φοβούνται οι Ευρωπαίοι

Στο ευρωπαϊκό σκέλος της εξίσωσης, η Αθήνα καλείται να τηρήσει ευαίσθητες ισορροπίες. Σε σχέση με τη Συνάντηση της Βάρνας στις 26 Μαρτίου (όπου θα συναντηθούν οι Ντόναλντ Τουσκ, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, Μπόικο Μπορίσοφ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν), μοιάζει πλέον σαφές ότι το ενδεχόμενο ματαίωσης ή αναβολής της απομακρύνεται. Οι Βρυξέλλες τη θεωρούν δεδομένη και αυτό φάνηκε κατά την πρόσφατη παρουσίαση του Πακέτου για τη Μετανάστευση από την Κομισιόν. Ωστόσο, με βάση την ατζέντα που έχει διαμορφωθεί, τα βασικά θέματα που θα συζητηθούν στη Βάρνα έχουν τεθεί στο τραπέζι από την Τουρκία. Συγκεκριμένα, στο Προσφυγικό οι επίτροποι Μετανάστευσης και Ανθρωπιστικής Βοήθειας Δημήτρης Αβραμόπουλος και Χρήστος Στυλιανίδης ξεκαθάρισαν ότι η Τουρκία θα λάβει τη δεύτερη δόση, ύψους 3 δισεκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2018-2019, για τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών. Η Αγκυρα ζητεί επίσης την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ενωσης.
Η Αθήνα και η Λευκωσία θα επιδιώξουν λογικά να εντάξουν στα Συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής μία παράγραφο για τις πράξεις της Αγκυρας εναντίον τους. Η «σκληρή» πραγματικότητα είναι ότι η ΕΕ και σημαντικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν άλλες προτεραιότητες. Η κοινοτική πολιτική έναντι της Τουρκίας εξακολουθεί να εκπορεύεται από την αποφυγή οποιουδήποτε προβλήματος στο Προσφυγικό. Η Ανγκελα Μέρκελ συνομίλησε με τον κ. Ερντογάν το βράδυ της Πέμπτης και φαίνεται ότι το Προσφυγικό βρέθηκε στο επίκεντρο. Ωστόσο, είναι δύσκολο να δεχθεί κάποιος ότι το Βερολίνο θα ήταν διατεθειμένο να δυσαρεστήσει την Αγκυρα –ιδιαίτερα για τα… μάτια της Ελλάδας. Σύμφωνα δε με δημοσίευμα της «Deutsche Welle», η γερμανική κυβέρνηση έχει πουλήσει μεγάλα φορτία όπλων στην Αγκυρα από τότε που ξεκίνησε η επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» στη Βόρεια Συρία, ενώ η Αγκυρα έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον για τον εκσυγχρονισμό των γερμανικών αρμάτων μάχης Leopard που διαθέτει (και τα οποία χρησιμοποιεί στη Συρία) με ένα νέο σύστημα εξουδετέρωσης βλημάτων μπαζούκας.

Γρίφος η στάση των ΗΠΑ

Η ελληνική πλευρά παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις εξελίξεις στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα επηρέαζαν τα ελληνοτουρκικά. Τις τελευταίες ημέρες η ατμόσφαιρα είναι σχετικά ήρεμη στο Αιγαίο αλλά και στην Κύπρο, όπου τα δύο ερευνητικά σκάφη που έχει ναυλώσει η ExxonMobil δεν έχουν ενοχληθεί κατά τις δραστηριότητές τους στο Οικόπεδο 10 της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Ωστόσο, η αντικατάσταση του μετριοπαθούς Ρεξ Τίλερσον από τον πρώην διευθυντή της CIA Μάικ Πομπέο στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και η ειλημμένη, σύμφωνα και με δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου, απόφαση του προέδρου Τραμπ να αντικαταστήσει τον σύμβουλο Εθνικής Ασφαλείας, στρατηγό Χέρμπερτ Μακ Μάστερ, εγείρουν ερωτηματικά για τη μελλοντική στάση της Ουάσιγκτον έναντι της Τουρκίας. Ο κ. Πομπέο είχε στο παρελθόν εκφραστεί με σκληρή γλώσσα εναντίον της διακυβέρνησης Ερντογάν, ενώ υπήρξε από τους βασικούς υποστηρικτές της χορήγησης βαρέων όπλων στο κουρδικό YPG στη Συρία – κίνηση που εξόργισε την Αγκυρα.

Οι κ.κ. Τίλερσον και Μακ Μάστερ ήταν συνομιλητές της ελληνικής πλευράς. Ο Νίκος Κοτζιάς επεδίωκε άλλωστε συνάντηση με τον κ. Τίλερσον τις προηγούμενες ημέρες, αλλά η αποπομπή του τελευταίου τον υποχρέωσε να ματαιώσει το ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πρώην επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ πρωτοστάτησε στη διαμόρφωση ενός αμερικανοτουρκικού μηχανισμού για την εκτόνωση της έντασης στις σχέσεις των δύο πλευρών και μένει να αποδειχθεί αν ο κ. Πομπέο θα τον διατηρήσει. Οσο για την περίπτωση Μακ Μάστερ, και μόνο το γεγονός ότι ένας από τους υποψήφιους αντικαταστάτες του φέρεται ότι είναι ο «ιέραξ» Τζον Μπόλτον, γνωστός από την περίοδο του νεότερου Μπους, αρκεί για να προκαλέσει ερωτήματα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ