από metereologos.gr
Παρασκευή 25 Μαΐου 2018
 
 

Ντανιέλ Νουί: «Αγορές και καταθέτες θα σας έχουν συνέχεια υπό επιτήρηση»

Η κατάσταση του τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί αλλά πρέπει να γίνουν περισσότερα, αναφέρει η πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ
Ντανιέλ Νουί: «Αγορές και καταθέτες θα σας έχουν συνέχεια υπό επιτήρηση»
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Μήνυμα προς την ελληνική κυβέρνηση για συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και μετά τη λήξη του τρίτου μνημονίου, για την αποκατάσταση της τρωθείσας εμπιστοσύνης καταθετών και αγορών στη χώρα και στο τραπεζικό σύστημα, στέλνει η πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ Ντανιέλ Νουί μιλώντας στο «Βήμα της Κυριακής» λίγες ημέρες πριν από την έναρξη των stress tests.

Αν και δεν θέλει να πάρει θέση στο δίλημμα «καθαρή έξοδος ή προληπτική γραμμή στήριξης», η επόπτις του εγχώριου τραπεζικού συστήματος υπογραμμίζει τη σημασία που έχουν «η συνέπεια και η προβλεψιμότητα των οικονομικών πολιτικών της κυβέρνησης, αλλά και η δέσμευσή της να προχωρήσει με τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές».

Για το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, η κυρία Νουί σημειώνει ότι παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί μετά τα stress tests του 2015, παραμένει η πρόκληση της εξυγίανσης των ισολογισμών, αλλά και ο περιορισμός της δημιουργίας νέων προβληματικών δανείων, ώστε να μπορέσουν να επιστρέψουν οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι σε ισχυρή κερδοφορία και να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσουν ξανά επαρκώς την οικονομία.
Κληθείσα να σχολιάσει την εκτίμηση του ΔΝΤ ότι ο τραπεζικός κλάδος στην Ελλάδα χρειάζεται 10 δισ. ευρώ νέα κεφάλαια για να εξυγιανθεί, απάντησε ότι τα stress tests μόλις άρχισαν «και εμείς δεν διαθέτουμε μαντικές ικανότητες».

Κυρία Νουί, μετά την ενδιάμεση αξιολόγηση του 2015, οι ελληνικές τράπεζες υποβάλλονται εκ νέου σε άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test). Ποια ήταν η πρόοδος του ελληνικού τραπεζικού τομέα τα τελευταία δυόμισι χρόνια;
«Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι προσπάθειες που καταβάλλουν από το 2015 οι ελληνικές τράπεζες έχουν αρχίσει να αποδίδουν καρπούς. Τα επίπεδα κεφαλαίου επί του παρόντος είναι πολύ υψηλότερα από τις κανονιστικές απαιτήσεις.

Ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 - CET1) των τεσσάρων ελληνικών σημαντικών τραπεζών διαμορφώθηκε σε 17,2% τον Σεπτέμβριο του 2017, με τους επί μέρους δείκτες κεφαλαίου CET1 να κυμαίνονται μεταξύ 16,8% και 17,8%.

Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε και από την πλευρά της εσωτερικής διακυβέρνησης. Εγιναν αλλαγές στη σύνθεση των διοικητικών συμβουλίων, βελτιώθηκαν τα προσόντα των μελών των διαφόρων επιτροπών και ενισχύθηκε η ανεξαρτησία τους. Σταδιακή πρόοδος σημειώνεται και όσον αφορά τη μείωση του πολύ υψηλού επιπέδου μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η διευθέτησή τους όμως με βιώσιμο τρόπο βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Οι ελληνικές τράπεζες πρέπει να πράξουν περισσότερα και να δράσουν ταχύτερα».

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) συμφώνησε να επισπεύσει την άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κατόπιν αιτήματος του ΔΝΤ το οποίο εκτίμησε ότι οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν νέους πόρους ύψους 10 δισ. ευρώ για να μπορέσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτή την εκτίμηση;
«Η άσκηση μόλις άρχισε και εμείς δεν διαθέτουμε μαντικές ικανότητες. Αντιλαμβάνεστε ότι δεν γίνεται να προβλεφθεί το αποτέλεσμα της άσκησης. Αλλωστε, ως επόπτες μπορούμε να βασιζόμαστε μόνο σε δικές μας αξιολογήσεις και συμπεράσματα. Οπως γνωρίζετε, ο κύριος λόγος για τον οποίο διενεργούνται οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων είναι για να υπάρξει μια επικαιροποιημένη αξιολόγηση της ανθεκτικότητας των τραπεζών στο πλαίσιο ενός βασικού και ενός δυσμενούς σεναρίου.

Εχουμε ήδη ανακοινώσει ότι θα γνωστοποιήσουμε το αποτέλεσμα της άσκησης τον Μάιο, προτού ολοκληρωθεί το τρίτο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) για την Ελλάδα, ούτως ώστε να μπορούν να ληφθούν εγκαίρως τυχόν μέτρα που θα κριθούν αναγκαία».

Μετά την ανακοίνωση των υποθέσεων των stress tests, οι αναλυτές είδαν με έκπληξη ότι το δυσμενές σενάριο προβλέπει κάθετη πτώση των τιμών των ακινήτων, παρότι η πρόβλεψη για τη συνολική ύφεση ήταν μόλις 3,3%. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτό;
«Τα σενάρια δεν σχεδιάζονται από την Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ. Αποφασίζονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ). Αυτοί οι οργανισμοί είναι οι κατεξοχήν αρμόδιοι να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα.

Το δυσμενές σενάριο αντανακλά τους συστημικούς κινδύνους που σύμφωνα με το Γενικό Συμβούλιο του ΕΣΣΚ αντιπροσωπεύουν τις πιο ουσιώδεις απειλές για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα της ΕΕ. Οσον αφορά την Ελλάδα, η προβλεπόμενη πτώση των τιμών των ακινήτων στο πλαίσιο του δυσμενούς σεναρίου αντανακλά τις ευπάθειες της ελληνικής οικονομίας».

Αν από τις ασκήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη ανακύψουν νέες κεφαλαιακές απαιτήσεις, ποιοι παράγοντες θα επηρεάσουν, πρώτον, τον χρόνο που θα δοθεί στις διοικήσεις των τραπεζών για να τις ικανοποιήσουν και, δεύτερον, τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν;
«Κατ' αρχάς επιτρέψτε μου να σας υπενθυμίσω ότι σε αυτή την άσκηση που διενεργεί η ΕΑΤ δεν τίθεται θέμα αποτυχίας ή επιτυχίας των συμμετεχουσών τραπεζών. Ως εκ τούτου, η ανάγκη ανακεφαλαιοποίησης θα κριθεί ανάλογα με την περίπτωση από το Εποπτικό Συμβούλιο της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ για όλες τις τράπεζες που συμμετέχουν στην άσκηση της ΕΑΤ.

Στη συνέχεια, εφόσον χρειαστεί, σύμφωνα και με την εμπειρία από προηγούμενες ασκήσεις, οι τράπεζες που θα πρέπει να καλύψουν τυχόν υστέρηση κεφαλαίων θα πρέπει να καταρτίσουν σχέδιο κεφαλαιακής αναδιάρθρωσης εντός δύο εβδομάδων και να καλύψουν αυτή την υστέρηση με ιδιωτικούς πόρους εντός μερικών μηνών. Το ενδεχόμενο προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης με κρατικούς πόρους εξετάζεται μόνο σε περίπτωση αποτυχίας της ανακεφαλαιοποίησης με ιδιωτικούς πόρους».

Καθώς το τρίτο πρόγραμμα προσαρμογής πλησιάζει στο τέλος του, διεξάγονται πολλές συζητήσεις σχετικά με το κατά πόσον η Ελλάδα θα πρέπει να στοχεύσει προς μια «καθαρή» έξοδο στις αγορές ή να παραμείνει σε καθεστώς ελεγχόμενης προστασίας, στο πλαίσιο προγράμματος προληπτικής στήριξης. Κατά την άποψή σας, ποιο θα ήταν το καλύτερο σενάριο για τον τραπεζικό τομέα;
«Δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά μου να απαντήσω κατά πόσον η Ελλάδα χρειάζεται και άλλο πρόγραμμα. Αυτό είναι κάτι που θα το αποφασίσει η ελληνική κυβέρνηση».

Θεωρείτε ότι ο ελληνικός τραπεζικός τομέας είναι πλέον ασφαλής;
«Η κατάσταση του τραπεζικού τομέα έχει βελτιωθεί, όπως προανέφερα, αλλά πρέπει να γίνουν περισσότερα. Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, να υπάρχει ένα δικαστικό πλαίσιο που να επιτρέπει την αποτελεσματική διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων: όσο πιο γρήγορα επιτυγχάνεται η διευθέτηση τόσο αυξάνεται ο ρυθμός ανάκτησης των δανείων».

Αν οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων επιβεβαιώσουν την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών, πιστεύετε ότι αυτό θα δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για την ταχεία επιστροφή καταθέσεων στη χώρα και την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων; Ή μήπως δεν είναι αρκετό;
«Είναι σαφές ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη στις τράπεζες. Οι τραπεζικές δραστηριότητες στηρίζονται εξάλλου στην εμπιστοσύνη. Θα ήταν λοιπόν ένα ισχυρό μήνυμα προς όλους τους ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των καταθετών. Βασικοί παράγοντες σε ό,τι αφορά τη χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων είναι η εμπιστοσύνη των καταθετών και η ικανότητα των τραπεζών να αντλούν χρηματοδότηση από τις αγορές.

Η συνέπεια και η προβλεψιμότητα των οικονομικών πολιτικών της κυβέρνησης μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, ιδίως η δέσμευσή της να συνεχίσει τη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων, θα αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα που θα παρακολουθείται τόσο από τους καταθέτες όσο και από τις αγορές.

Επί του παρόντος παρατηρούμε μια σταδιακή επιστροφή των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες, καθώς και μια περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Και τα δύο αυτά στοιχεία αντανακλούν τη συνεχιζόμενη βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Οι ενδείξεις αυτές είναι ενθαρρυντικές».

Να αρθούν δικαστικά και νομικά εμπόδια για τα «κόκκινα» δάνεια


Σύμφωνα με τα επιχειρησιακά σχέδια των ελληνικών τραπεζών, προβλέπεται μείωση κατά 40% των μη εξυπηρετούμενων δανείων ως το τέλος του 2019. Ωστόσο ο όγκος τους θα παραμείνει υψηλός ακόμα και ύστερα από αυτή την περίοδο προσαρμογής. Πώς μπορεί σε ένα τέτοιο περιβάλλον το τραπεζικό σύστημα να επικεντρωθεί εκ νέου στις παραδοσιακές λειτουργίες και να αποφύγει την εσωστρεφή συμπεριφορά που προκύπτει από τη διαχείριση των ζημιών από δάνεια;
«Η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά το ποσοστό που αναφέρατε δεν αποτελεί απλώς και μόνο την αρχή ενός ενάρετου κύκλου. Αν αυτή η μείωση επιτευχθεί, θα πρόκειται για μια πολύ σημαντική πρόοδο, καθώς οι τράπεζες θα έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να χρηματοδοτήσουν την οικονομία και, κατ’ επέκταση, να στηρίξουν την ανάπτυξη. Αν αυτή η βελτίωση επιτευχθεί ως το 2019, τότε οι τράπεζες θα μπορούν πιο αποτελεσματικά να αφιερώσουν τους πόρους τους – κεφάλαια και προσωπικό – στις παραδοσιακές λειτουργίες τους, επενδύοντας παράλληλα στην τόσο αναγκαία καινοτομία».

Αν περάσει η πρότασή σας για κάλυψη κατά 100% των νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, εκτιμάται από ορισμένους αναλυτές ότι οι ελληνικές και οι κυπριακές τράπεζες θα πληγούν σοβαρά. Πώς κατά τη γνώμη σας θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτή την πρόκληση;
«Σε ό,τι αφορά τον όγκο των μη εξυπηρετούμενων δανείων, η πρόταση αυτή δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί. Το Εποπτικό Συμβούλιο δεν έχει συνεδριάσει ακόμη επ’ αυτού, οπότε ας περιμένουμε να δούμε τι θα αποφασιστεί. Πέραν αυτού, η μείωση του όγκου των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα έχει επίσης σημαντικά οφέλη για τις τράπεζες και την οικονομία.

Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι θα χρειαστούν περαιτέρω προσπάθειες για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η Ελλάδα θέσπισε νέους νόμους που διευκολύνουν τη διευθέτηση αυτών των δανείων, και αυτό είναι ενθαρρυντικό.

Ωστόσο, η θέσπιση νόμων αποτελεί απλώς το πρώτο βήμα. Πρέπει να ακολουθεί και η εφαρμογή τους. Σε αυτό το σημείο φαίνεται ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να προχωρήσουν κάπως πιο γρήγορα. Για παράδειγμα, είναι ουσιώδης η αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών».

Αν οι τράπεζες δεν επιτύχουν τους στόχους που έχουν τεθεί, τι μπορεί αυτό να σημαίνει για το σύστημα και την ασφάλεια των καταθέσεων; Τι μέτρα μπορεί να υποχρεώσει τις τράπεζες να λάβουν ο επόπτης;
«Οι επόπτες μπορούν να λαμβάνουν διάφορα εποπτικά μέτρα ανάλογα με την περίπτωση, όπως για παράδειγμα να απαιτούν υψηλότερες προβλέψεις. Αλλά νομίζω ότι οι τράπεζες είναι αποφασισμένες να επιτύχουν τους στόχους τους και είμαι αισιόδοξη ότι θα τα καταφέρουν, αρκεί να αρθούν τα νομικά και δικαστικά εμπόδια όσον αφορά την αποτελεσματική διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων».

Πιστεύετε ότι με τη δημιουργία των τεσσάρων συστημικών ομίλων ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση του ελληνικού τραπεζικού τομέα ή θα μπορούσαμε να περιμένουμε και νέες συγχωνεύσεις στο μέλλον;
«Σε γενικές γραμμές, στη ζώνη του ευρώ, η συγκέντρωση – συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής συγκέντρωσης – του τραπεζικού συστήματος θα συνέβαλλε στη μείωση του πλεονάζοντος δυναμικού και θα καθιστούσε τις τράπεζες πιο κερδοφόρες. Στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, ο επιθυμητός βαθμός συγκέντρωσης εξαρτάται από την ικανότητα κάθε τράπεζας να παραμένει κερδοφόρα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα».

Τα κέρδη πριν από τον σχηματισμό προβλέψεων των ελληνικών τραπεζών είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Είναι αυτό ένδειξη στρέβλωσης του ανταγωνισμού;
«Οχι, απλώς σημαίνει ότι η ικανότητα κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών είναι υψηλή. Αυτή όμως η ικανότητα επί του παρόντος περιορίζεται από την ανάγκη σχηματισμού προβλέψεων για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.
Επομένως, κορυφαία προτεραιότητα των ελληνικών τραπεζών είναι να περιορίσουν σημαντικά τη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων – με τη βελτίωση των κριτηρίων έγκρισης πιστώσεων – και να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους. Μόλις γίνει αυτό, θα είναι σε θέση να επιστρέψουν στην κερδοφορία».

Γιατί καθυστερεί το πανευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων



Παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει προς την ανάπτυξη της τραπεζικής ένωσης, εξακολουθεί να μην υπάρχει ένα κοινό ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων. Πόσο απέχουμε από την οριστικοποίηση αυτής της μεταρρύθμισης;
«Η πρόοδος προς ένα ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων παρεμποδίζεται εδώ και καιρό από ένα πολιτικό αδιέξοδο. Από την άποψη αυτή, η τελευταία πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ευπρόσδεκτη. Τα τελευταία χρόνια, οι τράπεζες έχουν σημειώσει πρόοδο ως προς τη μείωση του κινδύνου. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι θα μπορούσαμε να πάμε το ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων ένα βήμα παραπέρα.

Γι’ αυτό και χαιρετίζω την τελευταία πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο, θα πρέπει να εμμείνουμε στον τελικό μας στόχο, να επιτύχουμε ένα πλήρως αμοιβαιοποιημένο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλισης καταθέσεων.

Η μείωση του κινδύνου κατά τη μετάβαση στο ολοκληρωμένο σύστημα θα πρέπει να βασίζεται σε όρους προσδιορισμένους με ακρίβεια εκ των προτέρων, επαληθεύσιμους με αντικειμενικά κριτήρια, επιτεύξιμους στην πράξη και νομικά συνδεόμενους με τη μετάβαση από το ένα στάδιο του συστήματος στο άλλο».

Μιλήσατε για πολιτικά αδιέξοδα. Υπάρχει εθνική μεροληψία στο Εποπτικό Συμβούλιο; Και τι έχετε να πείτε για τη συνεργασία με τους συναδέλφους από την Τράπεζα της Ελλάδος;
«Εργο μας είναι να υπηρετούμε τους κοινούς ευρωπαϊκούς μας στόχους και την κοινή ευρωπαϊκή μας αποστολή. Στην πραγματικότητα, είμαστε διπλά κερδισμένοι. Μπορούμε να συνδυάζουμε τη γνώση και την εμπειρία των συναδέλφων μας στις εθνικές αρμόδιες αρχές – όπως είναι η Τράπεζα της Ελλάδος – και την απόσταση από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Η συνεργασία με τους έλληνες συναδέλφους είναι πολύ παραγωγική και τους ευχαριστώ για την εξαιρετική συμβολή τους στην Τραπεζική Εποπτεία της ΕΚΤ».

Η εντολή σας ως προέδρου της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ λήγει σε μερικούς μήνες. Πώς θα αξιολογούσατε τη θητεία σας; Υπάρχει κάτι για το οποίο μετανιώνετε ή το οποίο πιστεύετε ότι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά;
«Είμαι υπερήφανη για όσα επιτύχαμε με τους συναδέλφους μου. Οταν μετακόμισα στη Φρανγκφούρτη τον Ιανουάριο του 2014, δεν ήμασταν παρά ελάχιστοι. Μέσα σε δέκα μόλις μήνες καταφέραμε να δημιουργήσουμε τον μεγαλύτερο εποπτικό φορέα στον κόσμο, ο οποίος βασίστηκε στις καλύτερες εποπτικές πρακτικές που ακολουθούνται στην Ευρώπη και σε άλλα μέρη του κόσμου για την άσκηση αυστηρής και δίκαιης εποπτείας.

Οι τράπεζες στη ζώνη του ευρώ είναι πλέον πιο ασφαλείς και εύρωστες: τα επίπεδα κεφαλαίων τους αυξήθηκαν σε 14,3% το τρίτο τρίμηνο του 2017, από 11,6% στο τέλος του 2014.

Τα μη εξυπηρετούμενα δάνειά τους μειώθηκαν σε 760 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2017, από 1 τρισ. ευρώ όταν ξεκινήσαμε την εποπτεία στα τέλη του 2014. Εννοείται πως πάντοτε μπορείς να κάνεις τα πράγματα διαφορετικά και πιθανόν καλύτερα, αλλά εμείς κάναμε αυτό που μας ανατέθηκε, και μάλιστα με αστραπιαία ταχύτητα – καταφέραμε κάτι για το οποίο υπό κανονικές συνθήκες θα χρειάζονταν δεκαετίες».




ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Πολιτική περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.
-