Την επόμενη μέρα για την Ελλάδα, με το τέλος του τρίτου μνημονίου, σχεδιάζουν από τώρα οι Ευρωπαίοι, το ΔΝΤ και η κυβέρνηση. Στις πυρετώδεις επαφές που γίνονται στο παρασκήνιο εν όψει και της Συνόδου του ΔΝΤ στην Ουάσιγκτον τα πράγματα είναι ξεκάθαρα.
Οπως λένε αξιόπιστες πηγές, όλοι θεωρούν ότι μπορεί το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας να έχει αντιμετωπιστεί με «αίμα και δάκρυα», όπως δείχνουν και οι αριθμοί των προϋπολογισμών, αλλά οι επιπτώσεις της οκταετούς προσαρμογής έχουν χτυπήσει τα νοικοκυριά και το τραπεζικό σύστημα με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τράπεζες και τη χρηματοδότηση της οικονομίας, η οποία από το 2018 θα πρέπει να σταθεί στα πόδια της.
Και αυτό σημαίνει ότι στον βαθμό που δεν θα υπάρξει άλλο χρηματοδοτικό πρόγραμμα για την Ελλάδα, τα προβλήματα των τραπεζών από τα «κόκκινα» δάνεια και την αργή προσαρμογή στη νέα πραγματικότητα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα.
Η εξυγίανση των τραπεζών και η επιτυχής ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης εντός του Δεκεμβρίου αποτελούν τις βασικές προϋποθέσεις επανόδου της Ελλάδας στις αγορές, έτσι ώστε η χώρα να καλύπτει τις δανειακές ανάγκες και υποχρεώσεις του Δημοσίου. Το τέλος του προγράμματος και η «καθαρή έξοδος» που επιδιώκει η κυβέρνηση σημαίνουν ότι δεν θα υπάρξει καμία άλλη γραμμή στήριξης ή χρηματοδότησης.
Το πλαίσιο εποπτείας
Το τρίτο ζήτημα που απασχολεί εταίρους και δανειστές είναι το πλαίσιο εποπτείας της ελληνικής οικονομίας στη μεταμνημονιακή εποχή, καθώς όλοι έχουν αντιληφθεί ότι το πολιτικό ζήτημα στην Ελλάδα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία της κρίσης αλλά και στην τόσο μακρά (οκτώ ολόκληρα χρόνια) διάρκεια της προσαρμογής. Η λύση την οποία προωθούν οι Γερμανοί είναι το ESM να αναλάβει τον ρόλο του επόπτη και, αφού έχει καθοριστεί το δημοσιονομικό και μεταρρυθμιστικό πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να κινείται η Ελλάδα, να παρακολουθεί τη χώρα κάθε τρίμηνο.
Ταξίδι
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος και ο Γιώργος Χουλιαράκης ξεκινούν το ταξίδι προς την Ουάσιγκτον με πρώτο σταθμό το Λουξεμβούργο. Στο Eurogroup της Δευτέρας θα παρουσιάσουν πού βρίσκεται η οικονομία, μετά και την κατάθεση του προσχεδίου προϋπολογισμού, θα εξηγήσουν γιατί καθυστέρησε η εξόφληση ληξιπρόθεσμων χρεών του Δημοσίου και θα ζητήσουν τη στήριξη των ευρωπαίων εταίρων για να επιλυθεί ομαλά και χωρίς θόρυβο το ζήτημα των τραπεζών. Βασική τους επιδίωξη είναι να υπάρχει μια κοινή – συντεταγμένη στάση απέναντι στο ΔΝΤ, το οποίο προεξοφλεί (με τους δικούς του υπολογισμούς) ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών κυμαίνονται από 12 ως 14 δισ. ευρώ!
Η φοροκαταιγίδα
Βάση των συζητήσεων αποτελεί πλέον ο προϋπολογισμός του 2018, ο οποίος είναι κατ’ ουσίαν ισοσκελισμένος και προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 3,5% του ΑΕΠ. Αποτελεί συνάμα και τη βάση στην οποία θα κινηθούν όλοι οι προϋπολογισμοί ως το 2022.
Οι αριθμοί πολλές φορές λένε την ωμή αλήθεια. Και αυτή στην περίπτωση του νέου προϋπολογισμού είναι πιο σκληρή και απ’ ό,τι νομίζουμε.
Συγκρίνοντας τα βασικά μεγέθη των προϋπολογισμών του 2009 (όπως έκλεισε), που ήταν η αρχή της κρίσης, και του 2018 διαπιστώνει κανείς τα εξής:
1 Η οικονομία σε οκτώ χρόνια συρρικνώθηκε κατά 25%. Το ΑΕΠ από 240 δισ. ευρώ περιορίστηκε σε 186 δισ. ευρώ.
2 Τα εισοδήματα που δηλώθηκαν στην Εφορία μειώθηκαν περισσότερο. Από 104 δισ. ευρώ που δηλώθηκαν το 2009 υποχώρησαν εφέτος σε 73 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 29%.
3 Κι όμως, τα έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού του 2009 και του 2018 συμπίπτουν στο επίπεδο των 54 δισ. ευρώ (!).
Μάλιστα στα καθαρά έσοδα φαίνεται ότι οι φόροι που θα καταβάλουμε το 2018 είναι υψηλότεροι κατά 1,4 δισ. ευρώ από το 2009. Για την ακρίβεια, τα έσοδα του 2009 ανήλθαν σε 49,260 δισ. ευρώ, ενώ το 2018 προβλέπεται να διαμορφωθούν σε 50,693 δισ. ευρώ.
Η απόδοση στηρίζεται στην αύξηση άμεσων και έμμεσων φόρων. Πέρα από το «φοροσόκ» το οποίο έχει υποστεί η ελληνική κοινωνία, οι αριθμοί αποκαλύπτουν ακόμα δύο παραμέτρους της πρωτοφανούς δημοσιονομικής προσαρμογής:
Οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού την οκταετία 2009-2018 μειώθηκαν από 71,438 δισ. ευρώ σε 55,607 δισ. ευρώ, δηλαδή κοντά στα 16 δισ. ευρώ σε ετήσια βάση, μέσω περικοπών στους μισθούς, στις συντάξεις, της μείωσης του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων κατά 120.000 άτομα και του ψαλιδίσματος των επενδυτικών και καταναλωτικών δαπανών του Δημοσίου ως και 50%.
Επίσης μειώθηκε στο μισό το μοναδικό αναπτυξιακό εργαλείο. Οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων από 12,4 δισ. ευρώ το 2009 χρόνο με τον χρόνο περιορίστηκαν στο μισό και το 2018 θα είναι 6 δισ. ευρώ.
Το δώρο του Σόιμπλε
Η μεγάλη όμως προσαρμογή έγινε με το «κούρεμα» του χρέους και με τα μέτρα που οδήγησαν στη μείωση και συνάμα στη σταθεροποίηση των τόκων. Οι τόκοι εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους από 12,340 δισ. ευρώ που ήταν το 2009 περιορίζονται σε 5,7 δισ. ευρώ το 2018.
Εδώ φαίνεται ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν το PSI και τα άλλα μέτρα για την αναδιάρθρωση του χρέους. Μόνο έτσι το ελληνικό χρέος σε απόλυτα μεγέθη από 320 δισ. ευρώ που ήταν παραμένει σε αυτό το ύψος.
Το μυστικό όμως βιωσιμότητας του χρέους βρίσκεται στο κλείδωμα επιτοκίων με τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος που πρότεινε ο ΟΔΔΗΧ και ενέκρινε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σε μια συνάντηση με έλληνες αξιωματούχους, η οποία ως σήμερα είχε παραμείνει άγνωστη. Ετσι περιορίστηκαν οι ανάγκες της χώρας για καταβολή τόκων κάτω από 3% του ΑΕΠ ετησίως και έτσι βγαίνει ο προϋπολογισμός.
Με όλες αυτές τις παρεμβάσεις που «γονάτισαν» τους έλληνες φορολογουμένους το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού, το οποίο έφτασε στο ύψος ρεκόρ των 29,372 δισ. ευρώ (!) το 2009 –χωρίς να προσμετρείται το έλλειμμα των ασφαλιστικών ταμείων -, εκμηδενίστηκε. Ο προϋπολογισμός του 2018 είναι ουσιαστικά ισοσκελισμένος (εμφανίζει έλλειμμα 1,179 δισ. ευρώ, το οποίο υπερκαλύπτεται από το πλεόνασμα του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης).
Aυστηρά stress tests αντί του AQR

Για να επιτευχθούν οι στόχοι του 2018, η οικονομία θα πρέπει να αναπτυχθεί με ρυθμό κοντά στο 2,5% και σε αυτό θα συντελέσουν αποφασιστικά ο βαθμός χρηματοδότησης της οικονομίας και το επενδυτικό κλίμα.
Και στα δύο έχουν λόγο και ρόλο οι τράπεζες, που είναι η μεγάλη ανοιχτή πληγή.

Οπως σημειώνουν οι ίδιες πηγές, οι Ευρωπαίοι και η ΕΚΤ μέσω του SSM θα εντείνουν τους ελέγχους στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και θα προχωρήσουν στη διενέργεια των stress tests στις αρχές του επόμενου έτους με αυστηρούς όρους και υποθέσεις, αλλά το ΔΝΤ είναι ακόμη πιο σκληρό.
Το ΔΝΤ ζητεί να προσδιοριστούν εγκαίρως τυχόν νέες κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών στον βαθμό που το πρόγραμμα εκπνέει το 2018 και δεν θα υπάρχουν άλλα χρήματα.
Αυτές θα προκύψουν από τα stress tests που θα έχουν ειδικούς όρους, αντί του AQR που ζητούσε το ΔΝΤ. Η συμφωνία που έχει επιτευχθεί ανάμεσα στους εμπλεκoμένους είναι αυτές οι ανάγκες να καλυφθούν σε βάθος τριετίας με τρόπο ο οποίος θα έχει προσυμφωνηθεί.
Μάλιστα στο τραπέζι των συζητήσεων με την ΕΚΤ έχει επανέλθει η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο QE το 2018, καθώς αυτή η απόφαση θα λειτουργήσει πρωτίστως εξυγιαντικά για τις ίδιες τις τράπεζες.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ