Η ειρήνη και η σταθερότητα στα Βαλκάνια είναι πάνω από όλα, ξεκαθαρίζει στη συνέντευξη που παραχώρησε στο «Βήμα» ο πρόεδρος της Σερβίας Αλεξάνταρ Βούτσιτς. Ο κατά πολλούς «ισχυρός ανήρ» των Βαλκανίων, που επισκέφθηκε την περασμένη Πέμπτη τη Θεσσαλονίκη για το πρώτο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδος – Σερβίας, τονίζει ότι κανείς στα Βαλκάνια δεν θα επιτρέψει τη δημιουργία μιας Μεγάλης Αλβανίας, ούτε κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί ειρηνικά.

Ο κ. Βούτσιτς ευχαριστεί την Αθήνα επειδή δεν έχει αναγνωρίσει το Κόσοβο, υπερασπίζεται τις σχέσεις του Βελιγραδίου με τη Μόσχα και δηλώνει αποφασισμένος να ολοκληρώσει τις συνομιλίες για ένταξη στην ΕΕ.

Πώς κρίνετε το επίπεδο των ελληνοσερβικών σχέσεων; Υπήρξε η εντύπωση ότι για ένα διάστημα πέρασαν μια μικρή κρίση, αλλά πλέον παρατηρείται βελτίωση…
«Εχουμε καλές σχέσεις. Πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα αυτές να γίνουν καλύτερες. Για τον λόγο αυτόν οι πρόσφατες συναντήσεις μας θα πρέπει να δώσουν μια νέα δυναμική και ενέργεια στην ανάπτυξή τους. Είναι γνωστό ότι οι σχέσεις μεταξύ σερβικού και ελληνικού λαού ήταν πάντα ειλικρινείς και φιλικές. Οι σχέσεις μεταξύ των πολιτικών ηγεσιών, όπως και εσείς παρατηρείτε, βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με το παρελθόν. Νομίζω ότι έχουμε πολλά περιφερειακά, ευρωπαϊκά, καθώς και άλλα θέματα στα οποία η κοινή σύμπραξη Σερβίας και Ελλάδος το μόνο που θα φέρει και στις δύο πλευρές είναι περισσότερη ισχύ και όχι προβλήματα».

Τα Δυτικά Βαλκάνια βρίσκονται, θα έλεγε κανείς, σε μια φάση αναταραχής. Πού οφείλεται η αναταραχή αυτή;
«Στα Βαλκάνια τα πράγματα ποτέ δεν είναι εύκολα. Ως εκ τούτου, το ζήτημα της διαφύλαξης της ειρήνης και της σταθερότητας είναι ιδιαιτέρως κρίσιμης σημασίας. Είμαι περήφανος για το γεγονός ότι η Σερβία κατά τα προηγούμενα χρόνια κατάφερε να διατηρήσει τη σταθερότητα, βελτιώνοντας παράλληλα την οικονομική της θέση. Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες έχει πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της. Ταυτόχρονα, προϋπόθεση για οποιαδήποτε οικονομική πρόοδο, για την ευρωπαϊκή πορεία όλων μας είναι η σταθερότητα για την οποία μιλάτε, ενώ τα προβλήματα είναι υπαρκτά σχεδόν παντού. Η δουλειά μας είναι να εξετάσουμε, από κοινού με τους φίλους μας στην ΕΕ, ιδιαίτερα με την Ελλάδα, που αντιλαμβάνεται τις σχέσεις στα Βαλκάνια, τι πρέπει να κάνουμε στο μέλλον για να μπορέσουμε να διαφυλάξουμε την ειρήνη και τη σταθερότητα, αλλά και να εξασφαλίσουμε το μέλλον των πολιτών μας, ένα καλύτερο βιοτικό επίπεδο.

Οι πραγματικοί λόγοι της αναταραχής είναι αφενός η συνεχιζόμενη δύσκολη οικονομική και κοινωνική κατάσταση και αφετέρου ότι το σύνολο των ελίτ μας δεν έχει δείξει αρκετή κατανόηση στα προβλήματα του απλού ανθρώπου. Τέλος, ίσως ο σημαντικότερος λόγος να είναι ότι τα Βαλκάνια υπήρξαν πάντα πεδίο συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων των μεγάλων δυνάμεων. Οταν υπάρχουν τέτοιες συγκρούσεις σε μια τόσο μικρή γεωγραφική περιοχή είναι σαφές ότι θα υπάρξουν αναταραχές και πολιτικά προβλήματα».

Ορισμένοι εξακολουθούν να μιλούν για αλλαγές συνόρων στα Δυτικά Βαλκάνια. Στις Βρυξέλλες υπάρχει επίσης ανησυχία για αναζωπύρωση συγκρούσεων. Συμμερίζεστε αυτόν τον κίνδυνο;
«Δεν θα ήθελα να υπερβάλω σχετικά με το ερώτημα αυτό, αλλά όταν πρόκειται για τα Βαλκάνια ποτέ δεν θα απέκλεια ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Από την άλλη πλευρά, όταν μιλάμε για αλλαγές των συνόρων, οι χώρες που δηλώνουν ότι φοβούνται το ενδεχόμενο αυτό, είναι οι ίδιες που ξεκίνησαν την αλλαγή των συνόρων το 2008. Πριν από μόλις εννέα χρόνια πολλές χώρες της ΕΕ αναγνώρισαν την ανεξαρτησία του Κοσόβου. Είμαστε ιδιαίτερα ευγνώμονες στην Ελλάδα που δεν έπραξε το ίδιο. Δεν μπορούν λοιπόν κάποιοι, εννέα χρόνια αργότερα, να λένε ότι αυτό πλέον δεν ισχύει, ότι δεν μπορεί να υπάρξει πλέον αλλαγή συνόρων και ταυτόχρονα να είναι αξιόπιστοι. Εμείς δεν ζητούμε καμία αλλαγή συνόρων. Σεβόμαστε την εδαφική ακεραιότητα της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, του Μαυροβουνίου και της πΓΔΜ και το μόνο που ζητάμε είναι να σεβαστούν όλοι την ακεραιότητα της Σερβίας».
Σας ανησυχεί η συζήτηση για μια «Μεγάλη Αλβανία»; Πώς είναι οι σχέσεις με τα Τίρανα και την Πρίστινα;
«Οι σχέσεις μας με τα Τίρανα είναι «σωστές», ενώ κάθε αναφορά σε μια «Μεγάλη Αλβανία» είναι λογικό να επιφέρει αβεβαιότητα και ανησυχία σε όλους τους πολίτες μας, επειδή είναι σαφές τι θα επακολουθήσει. Κανείς στα Βαλκάνια δεν θα επιτρέψει τη δημιουργία μιας «Μεγάλης Αλβανίας», ούτε κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί ειρηνικά. Οταν κάτι δεν μπορεί να γίνει με ειρηνικό τρόπο, όταν αυτό δεν αποτελεί λύση και για τους άλλους λαούς, είναι σαφές ότι μια τέτοια ιδέα είναι καταστροφική και μπορεί να οδηγήσει μόνο σε προβλήματα».
Εξετάζετε, μακροπρόθεσμα, την αναγνώριση του Κοσόβου; Υπήρξε στο παρελθόν ενόχληση από σχετικές νύξεις της Αθήνας ότι μπορεί να προχωρούσε σε αναγνώριση;
«Αρκετές φορές έχω συνομιλήσει με τον κ. Τσίπρα, τον κ. Καμμένο, τον κ. Κοτζιά. Κάθε φορά λάμβανα τη διαβεβαίωση ότι η Ελλάδα δεν θα αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσόβου, που θα ήταν αντίθετη προς τα ελληνικά συμφέροντα. Η Σερβία δεν εξετάζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αυτό θα ήταν αντίθετο με το Σύνταγμα της Σερβίας. Είμαστε όμως πάντα έτοιμοι να επιλύουμε τα προβλήματα μέσα από διάλογο με την Πρίστινα. Να δούμε πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε μια ομαλή συμβίωση στους Σέρβους και στους Αλβανούς που ζουν στο Κόσοβο και τα Μετόχια. Να δούμε πώς θα συνεργαστούμε στο μέλλον και πώς θα κατανοεί καλύτερα ο ένας τον άλλον σε σχέση με το πώς αντιλαμβανόταν ο ένας τον άλλο μέχρι χθες».
Από ορισμένες πλευρές έχετε δεχθεί κριτική για στενές σχέσεις με τη Μόσχα. Πώς απαντάτε;

«Εχουμε σημαντικά συμφέροντα αναφορικά με τη συνεργασία μας με τη Ρωσία. Μόνο από την πώληση της παραγωγής μήλων στη Ρωσία εισπράττουμε πάνω από 200 εκατ. ευρώ. Καθοδηγούμεθα από τα δικά μας συμφέροντα. Αλλά, από όσο γνωρίζω, η Ελλάδα, η Τουρκία, η Ουγγαρία, η Αυστρία και άλλες χώρες έχουν καλές σχέσεις και επιθυμούν να οικοδομήσουν ακόμα καλύτερες σχέσεις με τη Ρωσία. Βρισκόμαστε σε ευρωπαϊκή πορεία, αλλά θα διαφυλάξουμε τις καλές σχέσεις με τη Μόσχα. Θεωρώ ότι δεν έχουμε βλάψει κανέναν με αυτή την επιλογή μας».

Μια πιο προσωπική ερώτηση: ορισμένοι σας έχουν κατηγορήσει για αυταρχισμό και για υπερβολική συγκέντρωση εξουσίας. Πώς απαντάτε;

«Χαμογελώντας, τους απαντώ λέγοντας να μου δείξουν μια χώρα στην Ευρώπη όπου ο πρόεδρός της ή ο πρωθυπουργός της έχει δεχθεί τόσο έντονη κριτική και με τέτοιον τρόπο όπως εγώ από την πλειοψηφία των μέσων ενημέρωσης. Να μου δείξουν μια χώρα όπου υπάρχουν τόσες ελευθερίες, πολύ περισσότερες από ό,τι είθισται, και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Δεν προτίθεμαι να χαρίσω ψήφους στους πολιτικούς μου αντιπάλους και να τους ικανοποιώ, δηλώνοντας ότι έχουν δίκιο ενώ δεν έχουν.

Αν το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι τους κερδίζω με τόσο μεγάλη διαφορά όσο κανείς άλλοτε μέχρι σήμερα, επειδή η λαϊκή στήριξη είναι πιο ξεκάθαρη από ποτέ, δεν σκοπεύω να τους ζητήσω συγγνώμη. Αντιθέτως, αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει καύχημα για τον καθένα. Θα συνεχίσω να εργάζομαι ακόμη περισσότερο για να έχω ενδεχομένως ακόμη μεγαλύτερη στήριξη για τις δύσκολες και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ