Κάθε μέρα η μέση ελληνική οικογένεια βρίσκεται αντιμέτωπη με τον εσωτερικό διχασμό της. Η παλαιά κανονικότητα αντανακλάται στα αντικείμενα που ακόμη την περιβάλλουν, στο σπίτι με τις ανέσεις που ίσως φαντάζουν υπερβολικές πλέον, στο αυτοκίνητο ή στα αυτοκίνητα, στο εξοχικό. Η νέα πραγματικότητα τα έχει μετατρέψει όλα σε βαρίδια. Τα εισοδήματα μειώνονται, οι φόροι αυξάνονται, τα παιδιά μεταναστεύουν για να βρουν δουλειά ή μένουν άνεργα στην Ελλάδα.
Τα χρόνια της κρίσης η μεσαία τάξη ταξίδεψε εξπρές από τον Παράδεισο στην Κόλαση, αφανίστηκε, οι παραχαϊδεμένοι ψηφοφόροι των κομμάτων εξουσίας στη Μεταπολίτευση κατέληξαν να γίνουν το πεδίο βολής της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Αντιμετωπίζονται ως ταξικοί εχθροί και με βάση την κοσμοθεωρία της «ταξικής μεροληψίας» που υποστηρίζει απαρέγκλιτα ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δεν δικαιούνται προστασίας ούτε καν φορολογική δικαιοσύνη.
Υπερφορολόγηση
Ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης, μιλώντας στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, επιτίμησε την κυβέρνηση για την επιλογή της να μην περικόψει τις δημόσιες δαπάνες και αντιθέτως να αυξήσει τη φορολογία, ενισχύοντας μια πολύ επίκαιρη συζήτηση εξαιτίας των μέτρων που απαιτούνται προκειμένου να κλείσει η αξιολόγηση. Η υπερφορολόγηση έχει στεγνώσει οικονομικά τα νοικοκυριά επειδή προστέθηκε σε όλα τα υπόλοιπα βάρη της κρίσης. Την κατάσταση αποτύπωσε παραστατικά ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του, με τίτλο «Νοικοκυριά σε απόγνωση… με σπίτι και αυτοκίνητο, χωρίς λεφτά», στο οποίο αναλύει σε ό,τι αφορά την Ελλάδα την Ερευνα Χρηματοδότησης και Κατανάλωσης Νοικοκυριών που διενεργεί για όλες τις χώρες της ευρωζώνης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Με άδεια πορτοφόλια
Οι Ελληνες, σύμφωνα με τα στοιχεία, ζουν κατά κανόνα σε δικό τους σπίτι (το 72% των νοικοκυριών έχει ιδιόκτητο σπίτι και το 16% αυτών το πήρε με στεγαστικό δάνειο), ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά σε άλλες χώρες της ευρωζώνης είναι 61,2% και 32%. Επίσης, έχουν αυτοκίνητο και πολλοί διαθέτουν και εξοχικό. Αυτό που δεν έχουν πλέον είναι χρήματα. Τα ελληνικά νοικοκυριά έχουν υποστεί από το 2009 μια από τις μεγαλύτερες απομειώσεις του βιοτικού τους επιπέδου, του εισοδήματος και της περιουσίας τους.
Στη δεκαετία πριν από την κρίση το χρέος των νοικοκυριών εκτοξεύθηκε στα ύψη εξαιτίας του εύκολου δανεισμού και των χαμηλών επιτοκίων. Εκτός των αγαθών που απέκτησε, το 73% διέθετε καταθέσεις σε τράπεζες ύψους κατά μέσο όρο 2.000 ευρώ, και ένα μικρό ποσοστό είχε και άλλα χρηματοοικονομικά επενδυτικά προϊόντα, όπως ομόλογα, μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια κ.λπ. Οταν ξεκίνησε η κρίση, η επέκταση των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων όχι μόνο ανακόπηκε αλλά σταδιακά επήλθε και αδυναμία εξυπηρέτησής τους. Τα εισοδήματα μειώνονταν και η ανεργία αυξανόταν. Τον Ιούνιο του 2016, τα υπόλοιπα των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων ανέρχονταν σε 67,2 δισ. ευρώ και 27,6% δισ. ευρώ αντιστοίχως. Περίπου το 40% των στεγαστικών και το 65% των καταναλωτικών δανείων βρίσκονται σε οριστική αδυναμία εξυπηρέτησής τους, αν και σύμφωνα με διάφορες μετρήσεις το 30% των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων ανήκει σε «στρατηγικούς κακοπληρωτές».
Το μέσο χρέος
Το παράδοξο φαινόμενο που αποτυπώνεται στην ανάλυση του ΣΕΒ είναι ότι τα ελληνικά νοικοκυριά παρά την ατυχή συγκυρία είναι τα λιγότερο χρεωμένα στην ευρωζώνη: Το μέσο χρέος ενός ελληνικού νοικοκυριού ανέρχεται σε 12.100 ευρώ, ενώ στην ευρωζώνη σε 28.200 ευρώ. Στην Ελλάδα το χρέος αντιπροσωπεύει το 17,4% των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών (στην ευρωζώνη είναι 25,7%), το 53,3% του διαθέσιμου εισοδήματος (71,8% στην ευρωζώνη) και η εξυπηρέτησή του απορροφά το 16,8% του διαθέσιμου εισοδήματος (13,5% στην ευρωζώνη). Η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα ελληνικά και στα υπόλοιπα νοικοκυριά των χωρών του ευρώ εντοπίζεται στον δείκτη ρευστότητας ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος, που στην Ελλάδα είναι μόλις 2,8% (ήταν 4,9% το 2009), όταν ο μέσος όρος στην ευρωζώνη είναι 16,7%.
Τα στεγαστικά δάνεια
Συμπέρασμα, τα ελληνικά νοικοκυριά δεν είναι υπερχρεωμένα, αλλά αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους. Η πτώση των εισοδημάτων ήταν τόσο δριμεία και η αβεβαιότητα τόσο μεγάλη ώστε σε συνδυασμό με τον ΕΝΦΙΑ οδήγησε σε κατάρρευση της ζήτησης δανείων, ιδίως στεγαστικών. Επίσης, το 3,2% των νοικοκυριών έχει χρέη μεγαλύτερα από την περιουσία τους. Αυτή η παρατήρηση ισχύει ακόμα και για οικογένειες ανώτερης εισοδηματικής κλίμακας, ειδικά όταν υπάρχει σπίτι που αποκτήθηκε με στεγαστικό δάνειο και η οικογένεια είναι μεγάλη. Με βάση τα παραπάνω, δεν αποτελεί έκπληξη ότι το 2014 μόνο το 13,5% των Ελλήνων είχε τη δυνατότητα να αποταμιεύει σε τακτική βάση –πρόκειται για το χαμηλότερο ποσοστό στην ευρωζώνη, όπου το 45% των νοικοκυριών αποταμιεύει.

Αποκαρδιωτικό είναι και το εύρημα ότι το 2009 το 59,4% των Ελλήνων δήλωνε πως μπορούσε να ζητήσει βοήθεια από συγγενείς και φίλους, ενώ το 2014 μόλις το 36,4% είχε αυτή τη δυνατότητα. Πάντως η οικογένεια, αν και εξασθενημένη, δρα ακόμη ως δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας και προστασίας.

Εχει όμως υποστεί και αυτή τις επιπτώσεις της κρίσης, καθώς οι γονείς συμβιώνουν με τα παιδιά για να φροντίζουν τα εγγόνια τους, εξαιτίας της οικονομικής δυσπραγίας, έχουν αυξηθεί τα ποσοστά των νοικοκυριών με οικογενειάρχες συνταξιούχους ή μη εργαζόμενους, και έχουν αντίστοιχα συρρικνωθεί τα ποσοστά των νοικοκυριών με οικογενειάρχες μισθωτούς ή αυτοαπασχολούμενους.
Στην τέταρτη θέση «μιζέριας» η Ελλάδα

Το πτωτικό σπιράλ στο οποίο βρίσκεται η χώρα φάνηκε και στον «δείκτη μιζέριας» του Bloomberg: Ανάμεσα σε 65 χώρες η Ελλάδα κατετάγη στην τέταρτη θέση μετά τη Βενεζουέλα, τη Νότια Αφρική και την Αργεντινή. Ο «κίνδυνος φτώχειας» άρχισε να αυξάνεται το 2010 και από τότε σημαντικός αριθμός νοικοκυριών έχασε την πρόσβαση σε αγαθά ή υπηρεσίες που θεωρούνται «βασικά». Νέα κοινωνικά στρώματα πέρασαν σε νέες μορφές φτώχειας, σημειώνεται στο βιβλίο «Κερδισμένοι και χαμένοι: Η παλιά και η νέα τάξη» των Τάσου Γιαννίτση και Σταύρου Ζωγραφάκη. Κέρδη και απώλειες, παρατηρούν οι δύο συγγραφείς, υπάρχουν και στα χαμηλά και στα μεσαία και στα υψηλά εισοδήματα.

«Οι οικονομικά ισχυρότερες ομάδες είχαν πολύ μεγαλύτερες απώλειες, ενώ οι απώλειες των «κάτω» δεν ήταν τόσο μεγάλες αλλά ήταν πιο επώδυνες, γιατί αφορούσαν είτε τα χαμηλά εισοδήματα είτε εισοδήματα που σημείωσαν πολύ μεγάλη πτώση, από τα μεσαία ή τα υψηλά στα χαμηλά». Ισως το πιο ενδεικτικό στοιχείο, που σχετίζεται με τη βόμβα του δημογραφικού η οποία απειλεί το ασφαλιστικό σύστημα, είναι η πτώση των γεννήσεων κατά περίπου 25.000 από το 2009 κυρίως για οικονομικούς λόγους. Με την Πολιτεία να μην παρέχει στήριξη, κάποιες γυναίκες επιλέγουν να γεννήσουν με μια μαία στο σπίτι, όπως οι γιαγιάδες τους, προκειμένου να γλιτώσουν το κόστος του ιδιωτικού μαιευτηρίου, καθώς τα δημόσια έχουν φρακάρει!

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ