Στη δημοσιότητα έδωσε στη δημοσιότητα σήμερα Δευτέρα ο ευρωβουλευτής κ. Κώστας Χρυσόγονος την οποία είχε αποστείλει προς τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα στις 19 Μαρτίου, στην οποία μάλιστα δεν απάντησε ο πρωθυπουργός, όπου τον προειδοποιούσε για τους κινδύνους της πολιτικής που ασκεί η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και με την οποία ουσιαστικά διαφοποιείται από αυτήν.

Μάλιστα ο κ. Χρυσόγονος είναι το πρώτο μεγαλοστέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ που διαφοροποιείται από την πολιτική Τσίπρα.

Βρυξέλλες 29/06/2015

Με μεγάλη μου λύπη υποχρεώνομαι να δώσω σήμερα στη δημοσιότητα την από 19 Μαρτίου 2015 επιστολή μου προς τον Πρωθυπουργό, στην οποία δεν έχω λάβει καμία απάντηση παρά την πάροδο τριών και πλέον μηνών. Στην επιστολή εκείνη προέβλεπα τις σημερινές ολέθριες εξελίξεις, τονίζοντας ότι «..Έχει ήδη διαφανεί ότι η προεκλογική μας ρητορική, περιλαμβανομένου και του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία υποχρεωνόμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε…», ότι «…Η «λύση» της παύσης πληρωμών και ενδεχομένως της εξόδου από την ευρωζώνη, για την οποία έχει γίνει τόσος λόγος μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, κατ΄ουσία δεν υφίσταται…», ότι «…νομισματικό «έμφραγμα» … θα μας επιβάλει αναμφίβολα η ΕΚΤ αν κάνουμε παύση πληρωμών προς την ίδια και/ή το ΔΝΤ…», ότι «…η ρήξη με τους δανειστές είναι μια ανέφικτη επιλογή και αν επιχειρηθεί η κατάληξη θα είναι η χώρα να επιστρέψει στον μνημονιακό εγκλωβισμό υπό χειρότερους όρους (σαν τον κρατούμενο που επιχειρεί απόδραση και αφού αποτύχει καταλήγει στην απομόνωση της φυλακής). Οφείλουμε να αγωνισθούμε μέσα στα υπάρχοντα ευρωπαϊκά και διεθνή (=ΔΝΤ) πλαίσια, όπως άλλωστε έχουμε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό. Η λαϊκή εντολή προς την κυβέρνηση είναι εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση και όχι για χρεοκοπία και έξοδο από την ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ένωση…» και ότι «…Η λεκτική κλιμάκωση είναι μια παγίδα της άλλης πλευράς στην οποία δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε….».

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της επιστολής:

Κώστας Χρυσόγονος
Ευρωβουλευτής-Μέλος Κ.Ε.
Βρυξέλλες, 19.3.2015


Προς
-τον Πρωθυπουργό και Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ σ. Α. Τσίπρα
-τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης σ. Ι. Δραγασάκη
-τον Υπουργό Οικονομικών κ. Γ. Βαρουφάκη
-τον Γραμματέα Κ.Ε. ΣΥΡΙΖΑ σ. Τ. Κορωνάκη
-τον Υπουργό Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας σ. Π. Λαφαζάνη
-τον Υπουργό Υγείας σ. Π. Κουρουμπλή


Σύντροφοι,

η πάροδος σχεδόν δύο μηνών από τη μεγάλη εκλογική νίκη του κόμματος και το σχηματισμό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιτρέπει μια πρώτη αποτίμηση των πολιτικών εξελίξεων και των προοπτικών για τη χώρα, στο κρίσιμο θέμα της σχέσης της με τους δανειστές της. Θα ήθελα να θέσω υπόψη σας τις παρακάτω σκέψεις μου αναφορικά με τα ζητήματα αυτά:

1. Έχει ήδη διαφανεί ότι η προεκλογική μας ρητορική, περιλαμβανομένου και του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης», βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση από τη δυσάρεστη πραγματικότητα, την οποία υποχρεωνόμαστε τώρα να αντιμετωπίσουμε. Μέσα στο δίμηνο αυτό υπενθυμίζω ότι βρεθήκαμε αναγκασμένοι να αφήσουμε κατά μέρος τις εξαγγελίες για διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού δημόσιου χρέους, για «σκίσιμο» των μνημονίων και/ή κατάργησή «με ένα άρθρο» του συνόλου της μνημονιακής νομοθεσίας κλπ. Αντί για αυτά, στα πλαίσια της «συμφωνίας» της 20ης Φεβρουαρίου, γίνεται λόγος για βιωσιμότητα του υφιστάμενου χρέους και για αποφυγή μονομερών ελληνικών ενεργειών, τουλάχιστον εφόσον δεν παρουσιάζονται δημοσιονομικά ισοδύναμα. Από την πλευρά των δανειστών η μόνη ουσιαστική παραχώρηση ήταν η έμμεση και κάπως ασαφής υπόσχεσή τους για μείωση του ύψους του απαιτούμενου πρωτογενούς δημοσιονομικού πλεονάσματος για το 2015, αν και στην πραγματικότητα το προβλεπόμενο πλεόνασμα του 3% (του ΑΕΠ) ήταν εξαρχής εμφανές ότι δεν μπορούσε να επιτευχθεί κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες (ακόμη δηλαδή κι αν δεν είχαν μεσολαβήσει οι εκλογές του Ιανουαρίου και υλοποιούνταν το mail Χαρδούβελη). Το χειρότερο όμως είναι ότι δεχόμαστε ήδη, τόσο από την πλευρά των δανειστών όσο και από εκείνη των αγορών, μια πολυεπίπεδη πίεση (πολιτική, οικονομική, επικοινωνιακή) για να οδηγηθούμε σε μια, επί της ουσίας, άνευ όρων παράδοση και νέα πρόσδεση για σειρά ετών στο μνημονιακό άρμα.

2. Είναι σαφές ότι το ελληνικό μνημονιακό πρόγραμμα, αν υποθέσουμε ότι (θεωρητικός) στόχος του ήταν η επάνοδος της Ελλάδας στις κεφαλαιαγορές για να αναχρηματοδοτήσει από εκεί το χρέος προς τους δημόσιους πιστωτές, έχει αποτύχει. Στα επόμενα τρία ή τέσσερα χρόνια το ελληνικό δημόσιο πρέπει να καταβάλει ως χρεολύσια στο ΔΝΤ και στην ΕΚΤ ένα ποσό της τάξης των περίπου 60 δις ευρώ. Τα χρήματα αυτά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να βρεθούν από τα φορολογικά και άλλα εκτός δανείων έσοδα. Τα τελευταία μάλιστα δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τους τόκους του δημόσιου χρέους, αφού εκείνοι ανέρχονται σε ένα ποσό περίπου 6 δις ετησίως, δηλαδή η καταβολή τους από ίδιους πόρους προϋποθέτει ετήσια πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα άνω του 3% του ελληνικού ΑΕΠ, πράγμα μάλλον ανέφικτο όχι μόνο για το 2015 αλλά και για τα επόμενα χρόνια. Όσο για τις κεφαλαιαγορές, τα επιτόκια των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου έχουν ήδη ανέλθει σε απαγορευτικά (διψήφια) ποσοστά μετά τις εκλογές, ενώ ακόμα και στην καλύτερο περίοδο, την άνοιξη του 2014, τα ποσά που καταφέραμε να αντλήσουμε με την έκδοση των νέων ομολόγων ήταν μικρά (3 δις περίπου), για περιορισμένα χρονικά διαστήματα (3ετίας-5ετίας) και με υψηλά επιτόκια.

3. Η «λύση» της παύσης πληρωμών και ενδεχομένως της εξόδου από την ευρωζώνη, για την οποία έχει γίνει τόσος λόγος μέσα και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, κατ΄ουσία δεν υφίσταται. Πρέπει πρώτα από όλα να επισημανθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρέους που οφείλουμε να αποπληρώσουμε, όπως εκτέθηκε, στα αμέσως επόμενα χρόνια είναι προς το ΔΝΤ. Σ’αυτό συμμετέχουν πρακτικά όλα τα κράτη του κόσμου και η άρνηση καταβολής θα μας έφερνε de facto αντιμέτωπους όχι με τη Γερμανία, αλλά με τον πλανήτη ολόκληρο. Σημειωτέον ότι, σε αντίθεση με την ευρωζώνη όπου νομικά δεν προβλέπεται διαδικασία (ακούσιας) αποβολής κράτους, τέτοια προβλέπεται στο άρθρο 24 του καταστατικού του ΔΝΤ. Το χειρότερο είναι όμως ότι σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσαν να μας επιβληθούν από τα κράτη κάθε είδους οικονομικά και άλλα αντίποινα, μετατρέποντας την Ελλάδα σε κάτι ελαφρώς χειρότερο από τη Ζιμπάμπουε.

4. Μία έξοδος από την ευρωζώνη θα προϋπέθετε, για να μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί (εντελώς διαφορετικό το ζήτημα αν θα αποδεικνυόταν μακροπρόθεσμα επωφελής ή όχι για την εθνική οικονομία), να βρεθεί εξωτερικός χρηματοδότης για να διαθέσει περίπου 20 δις ευρώ για την αποπληρωμή του ΔΝΤ και τουλάχιστον άλλα τόσα για να αποκτήσει η Ελλάδα συναλλαγματικά διαθέσιμα, ώστε να υποστηριχθεί η ισοτιμία της νέας δραχμής. Δεν νοείται και δεν υπάρχει εθνικό νόμισμα χωρίς συναλλαγματικά διαθέσιμα σε «σκληρό» ξένο νόμισμα (σημειωτέον ότι στα τέλη της δεκαετίας του 1990, πριν από την είσοδό μας στην ευρωζώνη, τα ελληνικά διαθέσιμα σε ξένα νομίσματα ανέρχονταν σε ένα ποσό της τάξης των 25 δις δολλαρίων περίπου). Αυτό ισχύει κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση κράτους με «νέο» εθνικό νόμισμα, όπου οι αγορές εύλογα δε θα το αποδέχονται για μια περίοδο πολλών μηνών, εωσότου φανεί πού θα ισορροπήσει η ισοτιμία του νομίσματος αυτού με τα υπόλοιπα. Ποσό της τάξης των 40 (20+20) δις ευρώ και μάλιστα υπό μορφή «χορηγίας» και όχι δανείου (αφού η Ελλάδα θα έχει και επισήμως χρεοκοπήσει στις εξωτερικές της πληρωμές) δεν είναι σε θέση, ούτε καν θεωρητικά, να διαθέσει κανένα κράτος της υφηλίου εκτός από την Κίνα, τις ΗΠΑ, τη Νορβηγία, την Ελβετία και τη…Γερμανία (και πάντως όχι η Ρωσία, η οποία πιέζεται κατά δεινό τρόπο τον τελευταίο ενάμιση περίπου χρόνο και τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα ήδη έπεσαν από τα 530 στα περίπου 380 δις δολλάρια, με περαιτέρω πτωτικές τάσεις λόγω των τιμών του πετρελαίου).

5. Εφόσον θεωρηθεί δεδομένο ότι δεν πρόκειται να βρεθεί κράτος-χρηματοδότης, η εκτύπωση δραχμών (η ίδια η εκτύπωση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα χαρτονομισμάτων θα αποτελούσε βέβαια τεράστιο τεχνικό πρόβλημα, αλλά αυτό ας το υπερβούμε) δεν θα μας ωφελούσε σε τίποτα προς το εξωτερικό. Το νέο νόμισμα δε θα γινόταν αποδεκτό στις διεθνείς συναλλαγές και συνεπώς θα μέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς τη δυνατότητα εισαγωγών, πράγμα που θα παρέλυε την οικονομική ζωή στη χώρα μας. Ακόμη χειρότερα, το νέο νόμισμα, δε θα γινόταν αποδεκτό ούτε στο εσωτερικό της χώρας, επειδή παρά πολλοί Έλληνες έχουν αποθησαυρισμένα χαρτονομίσματα ευρώ σε φυσική μορφή (η νομισματική κυκλοφορία από περίπου 20 δις ευρώ στη μορφή αυτή προ κρίσης τώρα πρέπει να πλησιάζει περίπου τα 50). Έτσι οι συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών θα συνέχιζαν να γίνονται κατά μεγάλο μέρος με τα (απαγορευμένα πια) ευρώ στη «μαύρη αγορά», δηλαδή στην παραοικονομία η οποία θα έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις, προκαλώντας και κατάρρευση των δημόσιων εσόδων. Η νέα δραχμή θα απέμενε ουσιαστικά να χρησιμοποιείται μόνο στις συναλλαγές με το κράτος. Κατά συνέπεια δεν έχει νόημα να επιχειρηθεί καν η εκτύπωση δραχμών. Πιο λογικό, και λειτουργικά ισοδύναμο από πρακτική άποψη, θα ήταν να επιχειρήσουμε ένα by-pass στο νομισματικό «έμφραγμα» (το οποίο θα μας επιβάλει αναμφίβολα η ΕΚΤ αν κάνουμε παύση πληρωμών προς την ίδια και/ή το ΔΝΤ) εκδίδοντας κάποιας μορφής αναγκαστικό άτοκο ομόλογο ειδικού σκοπού και πληρώνοντας με αυτό μισθούς και συντάξεις (πχ μισθός 1500 ευρώ να καταβάλλεται κατά τα 2/3 σε μετρητά και κατά το 1/3 με ένα τέτοιο ομόλογο, που θα γινόταν αποδεκτό από το κράτος μετά τη λήξη του, δηλαδή μετά πχ από 1 ή 2 χρόνια, για την πληρωμή φορολογικών, ασφαλιστικών κλπ υποχρεώσεων). Παραδόξως, κάτι παρόμοιο φέρονται να πρότειναν και οι εκπρόσωποι των «θεσμών» στις διαπραγματεύσεις των τεχνικών κλιμακίων στις Βρυξέλλες! Είναι όμως φανερό ότι όποια κυβέρνηση επιχειρήσει τέτοιες ευρεσιτεχνίες θα προκαλέσει τέτοιες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας ώστε η πτώση της να είναι θέμα (λίγου) χρόνου.

6. Από νομική άποψη έξοδος από την ευρωζώνη δεν προβλέπεται ούτε με πρωτοβουλία του ενδιαφερόμενου κράτους ούτε με απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εάν κάποιο κράτος-μέλος της ευρωζώνης επιχειρήσει να εκτυπώσει εθνικό νόμισμα, σε αντικατάσταση του ευρώ ή παράλληλα προς αυτό, τούτο θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 128 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα οδηγούσε σε επιβολή σε βάρος του προστίμου κατά το άρθρο 260 της ίδιας. Κατά τα άλλα όμως, από την οπτική γωνία της Ένωσης, η σχετική εθνική νομοθεσία δε θα ίσχυε και συνεπώς το κράτος θα παρέμενε θεωρητικά μέλος της ευρωζώνης. Εφόσον στη συνέχεια κατέρρεε η κυβέρνηση του κράτους-μέλους, η οποία επιχείρησε την επάνοδο στο εθνικό νόμισμα, το κράτος θα επέστρεφε αναγκαστικά και πρακτικά στην ευρωζώνη. Με βάση τα υπάρχοντα σήμερα νομικά δεδομένα η αποχώρηση από την ευρωζώνη θα προϋπέθετε είτε αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με συμφωνία όλων των υπόλοιπων κρατών-μελών (άρθρο 50 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης) είτε τροποποίηση της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να προβλεφθεί τέτοιο ενδεχόμενο, και πάλι με ομοφωνία των κρατών μελών (άρθρο 48 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Εφόσον όμως η πρόθεση αποχώρησης συνοδευθεί από στάση πληρωμών στο χρέος του συγκεκριμένου κράτους προς τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης, είναι μάλλον απίθανο αυτά να καταλήξουν σε συμφωνία. Έτσι η αποχώρηση θα αποκτούσε νομικό κύρος μόνο αν επρόκειτο για αποχώρηση συνολικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και παρερχόταν και μια ολόκληρη διετία από την υποβολή της αίτησης για αποχώρηση (άρθρο 50 παρ. 3 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Σε όσο βαθμό ισχύει η διαπίστωση του συντρόφου Λαφαζάνη ότι η ευρωζώνη είναι «γερμανική φυλακή», όποιος επιχειρήσει να αποδράσει θα αντιληφθεί ότι οι γερμανικές φυλακές είναι σχεδιασμένες και οργανωμένες έτσι ώστε οι αποδράσεις από αυτές να είναι σχεδόν αδύνατες (τουλάχιστον όταν δεν υπάρχει βοήθεια από έξω).

7. Για τους λόγους που επισημάνθηκαν παραπάνω, η ρήξη με τους δανειστές είναι μια ανέφικτη επιλογή και αν επιχειρηθεί η κατάληξη θα είναι η χώρα να επιστρέψει στον μνημονιακό εγκλωβισμό υπό χειρότερους όρους (σαν τον κρατούμενο που επιχειρεί απόδραση και αφού αποτύχει καταλήγει στην απομόνωση της φυλακής). Οφείλουμε να αγωνισθούμε μέσα στα υπάρχοντα ευρωπαϊκά και διεθνή (=ΔΝΤ) πλαίσια, όπως άλλωστε έχουμε υποσχεθεί στον ελληνικό λαό. Η λαϊκή εντολή προς την κυβέρνηση είναι εντολή για σκληρή διαπραγμάτευση και όχι για χρεοκοπία και έξοδο από την ευρωζώνη και ενδεχομένως και την Ένωση.

8. Στη διαπραγμάτευση αυτή η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ οφείλει να εξαντλήσει όλα τα, πιθανά και μη, εργαλεία. Στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσε να δοθεί βάρος και στη νομική πλευρά των ζητημάτων που θέτουν οι δανειστές και ειδικότερα στις ενδεχόμενες παραβιάσεις του ευρωπαϊκού και διεθνούς δικαίου (οι παραβιάσεις του ελληνικού Συντάγματος ουδόλως τους ενδιαφέρουν, αφού το θεωρούν δικό μας πρόβλημα και όχι δικό τους). Τούτο σημαίνει ότι στα τεχνικά κλιμάκια πρέπει από ελληνικής πλευράς να συμμετέχουν, εκτός από τους οικονομολόγους, και νομικοί εγνωσμένου κύρους με εξειδίκευση στο ευρωπαϊκό και διεθνές δίκαιο, ώστε να προβάλουν τις σχετικές «ενστάσεις». Π.χ. η Ελλάδα θεωρητικά και πρακτικά η τρόικα έχει «καταδικασθεί» από την Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη για σειρά παραβιάσεων της διεθνούς αυτής σύμβασης, που έχει συναφθεί στα πλαίσια του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέσω μνημονιακών μέτρων όπως η μείωση του κατώτατου μισθού και άλλα. Πρέπει να επικαλεσθούμε με έμφαση τις σχετικές αποφάσεις προκειμένου να άρουμε τα μέτρα αυτά και γενικότερα να αντιτάσσουμε σε κάθε ευκαιρία την προστασία των κοινωνικών ιδίως δικαιωμάτων των Ελλήνων, τόσο στον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη όσο και στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απέναντι στις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών.

9. Η ακύρωση της υφιστάμενης μνημονιακής νομοθεσίας ή έστω ουσιώδους μέρους της είναι προφανές ότι προσκρούει και θα συνεχίσει να προσκρούει στη στείρα άρνηση των δανειστών. Εφόσον αποδεικνύεται αδύνατο να τους πείσουμε ότι πολλά από τα μέτρα που έχουν ληφθεί δεν ωφελούν την ελληνική οικονομία, θα έπρεπε τουλάχιστον να απαιτήσουμε την καθιέρωση ενός ανεξάρτητου μηχανισμού εκτίμησης επιπτώσεων (impact assessment mechanism) όλου αυτού του μνημονιακού οικοδομήματος και των επιμέρους στοιχείων του. Αυτός θα μπορούσε να είναι είτε ένας υφιστάμενος διεθνής οργανισμός (ΟΟΣΑ ή Συμβούλιο της Ευρώπης ή ίσως ΟΗΕ) είτε ένας συνδυασμός προσώπων διεθνούς κύρους (πχ νομπελίστες οικονομολόγοι) κοινής αποδοχής (Ελλάδας και δανειστών) μαζί με εκπροσώπους κάποιων τέτοιων, κατά τεκμήριο «ουδέτερων», οργανισμών. Εάν από την αξιολόγηση προέκυπτε ότι συγκεκριμένα μέτρα αποδείχθηκαν αντιπαραγωγικά, θα ήταν πολύ δύσκολο για τους δανειστές να εμμείνουν στη διατήρησή τους.

10. Επί της ουσίας, το ποσό που πρέπει να καταβληθεί, όπως εκτέθηκε στην παράγραφο 2, για χρεολύσια στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ στα επόμενα χρόνια θα μπορούσε να καλυφθεί χωρίς νέα, τρίτη κατά σειρά, δανειακή σύμβαση (η οποία θα συνοδευόταν αναμφίβολα από επαχθείς όρους και προϋποθέσεις) από έναν συνδυασμό πηγών. Η πρώτη θα μπορούσαν να είναι τα 10,9 δις ευρώ που έμειναν υπόλοιπο στο ΤΧΣ από τα προβλεπόμενα για την ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών κονδύλια. Το ποσό αυτό επιστράφηκε δυστυχώς με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου στον ESM και προβλέφθηκε ότι θα χρησιμοποιηθεί μόνο για ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, εφόσον αυτή απαιτηθεί στο μέλλον. Κεντρικός στόχος της διαπραγματευτικής προσπάθειας της ελληνικής πλευράς πρέπει να είναι να καταστούν τα χρήματα αυτά διαθέσιμα για την αποπληρωμή οφειλών του δημοσίου στο ΔΝΤ και/ή την ΕΚΤ και μάλιστα στο αμέσως προσεχές χρονικό διάστημα, παράλληλα με την τελευταία δόση της δεύτερης δανειακής σύμβασης (περίπου 7 δις, περιλαμβανομένων των επιστροφών κερδών των κεντρικών τραπεζών από τα ελληνικά ομόλογα) και με κάποια αύξηση του ορίου των εντόκων γραμματίων. Ακόμη και έτσι βέβαια θα συνεχίσει να υπάρχει μέσα στην επόμενη τετραετία (δηλ. την πρώτη βουλευτική περίοδο) ένα χρηματοδοτικό κενό περίπου 30 ως 40 δις ευρώ. Η κάλυψή του χωρίς νέο καθαρό δανεισμό από δημόσιους πιστωτές είναι εφικτή μόνο αν υπάρξει αξιοποίηση της ελληνικής δημόσιας περιουσίας.

11. Το ελληνικό δημόσιο πιέζεται από τους δανειστές του να προχωρήσει σε άμεση εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων, η οποία λόγω του δυσμενούς μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του περιορισμένου αγοραστικού ενδιαφέροντος θα καταλήξει σε λεηλασία του δημόσιου πλούτου. Για να αποφευχθεί αυτό, η ελληνική πλευρά θα μπορούσε να αντιπροτείνει ένα σύνθετο σχήμα, με άξονα το ΤΑΙΠΕΔ, ως εξής: το Δημόσιο να εισφέρει στο ΤΑΙΠΕΔ ακίνητα αντικειμενικής αξίας και/ή μετοχές δημοσίων επιχειρήσεων λογιστικής αξίας συνολικού ύψους κατά προσέγγιση 50 δισ. ευρώ. Το μετοχικό κεφάλαιο του ΤΑΙΠΕΔ να διαιρεθεί σε 250 εκατ. προνομιούχες μετοχές άνευ ψήφου, αξίας 100 ευρώ η καθεμιά, και μία κοινή μετοχή. Η μοναδική κοινή μετοχή παραμένει στην κατοχή του Δημοσίου, ενώ οι προνομιούχες διατίθενται σε δημόσια εγγραφή με εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό (για να μη θιγεί η ρευστότητα του εγχώριου τραπεζικού συστήματος). Το προϊόν της εγγραφής (25 δισ. ευρώ) θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για την αγορά ελληνικών ομολόγων στη δευτερογενή αγορά με σκοπό να περιορισθεί η προσφορά σε τόσο χαμηλά επίπεδα ώστε να γίνει εφικτή η δραστική μείωση των επιτοκίων και έτσι και η έκδοση σταδιακά νέων ομολόγων. Τα περιουσιακά στοιχεία που θα έχουν εισφερθεί από το Δημόσιο στο ΤΑΙΠΕΔ θα εκποιούνται σταδιακά, όταν επιτυγχάνεται για το καθένα δίκαιη τιμή (κατ’ εκτίμηση της ελεγχόμενης από το ίδιο το Δημόσιο διοίκησης) και δεδομένου ότι στο μεταξύ θα έχει βελτιωθεί το μακροοικονομικό περιβάλλον. Με το τίμημα της εκποίησης θα γίνεται τμηματική επιστροφή κεφαλαίου στους προνομιούχους μετόχους, έως ότου εξοφληθούν για το σύνολο της ονομαστικής αξίας των μετοχών τους, οι οποίες τότε θα ακυρωθούν. Τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία (όσα δεν εκποιηθούν) επιστρέφονται στο ελληνικό Δημόσιο. Εναλλακτικά, αν το ελληνικό Δημόσιο προτιμά, θα μπορούσε να εξοφλεί σταδιακά τους μετόχους του ΤΑΙΠΕΔ μέσα από τα φορολογικά ή άλλα έσοδά του σε βάθος χρόνου, χωρίς εκποίηση περιουσιακών στοιχείων. Με ένα παρόμοιο σχήμα θα μπορούσε να επιτευχθεί η γρήγορη βελτίωση της δημοσιονομικής εικόνας της χώρας χωρίς λεηλασία της δημόσιας περιουσίας και να αποφευχθεί η αιχμαλωσία μιας τρίτης δανειακής σύμβασης.

12. Για τους προσεχείς δύο ή τρεις μήνες και έως τη σύναψη κάποιας συμφωνίας με τους δανειστές θα ήταν σκόπιμο να κρατηθούν από την πλευρά μας χαμηλοί τόνοι, μεταξύ άλλων και στο θέμα των γερμανικών οφειλών προς την Ελλάδα από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η λεκτική κλιμάκωση είναι μια παγίδα της άλλης πλευράς στην οποία δεν πρέπει να εγκλωβιζόμαστε. Από το καλοκαίρι και μετά θα έχουμε κάθε δυνατότητα για επαναφορά όλων των ζητημάτων προς κάθε κατεύθυνση.

Με συντροφικούς χαιρετισμούς,
Κώστας Χρυσόγονος