Τα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα πίσω από τις κουρτίνες της εξουσίας με φόντο τα «ασημικά» της ελληνικής οικονομίας παραπέμπουν σε πολιτικό και οικονομικό θρίλερ. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται στη μέση ενός γεωπολιτικού παιχνιδιού με απρόβλεπτες εξελίξεις. Μεγάλες δυνάμεις – χώρες με μεγάλη οικονομική και διπλωματική δύναμη – συγκρούονται στο παρασκήνιο για την αύξηση της επιρροής τους σε ζώνες οικονομικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα.Η εντολή της τρόικας να ξεκινήσει ο χορός των ιδιωτικοποιήσεων στη χώρα μας άνοιξε τον ασκό του Αιόλου. Μυστικές συναντήσεις που δεν ανακοινώνονται και επίσημα αιτήματα για φιλέτα της χώρας. Πιέσεις μέσω πρεσβευτών και ειδικών απεσταλμένων στην Αθήνα, όπου θέτουν την ελληνική κυβέρνηση ενώπιον κρίσιμων αποφάσεων.

Ο πρωθυπουργός κ. Αντ. Σαμαράς προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ αντικρουόμενων συμφερόντων, ενώ η πίεση αυξάνεται μέσω «τελεσιγράφων» προς την ελληνική πλευρά για να υποκύψει σε συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα διαφόρων ισχυρών χωρών.

Η παρασκηνιακή μάχη αγριεύει και κανένας δεν μπορεί να προδιαγράψει τι θα γίνει το επόμενο διάστημα και ποιες συνέπειες θα υπάρξουν για τα εθνικά συμφέροντα, παρά τους ελιγμούς του ίδιου του Πρωθυπουργού, ο οποίος προσπαθεί να πείσει τις ξένες δυνάμεις ότι όλα θα γίνουν με βάση τι είναι ωφέλιμο για την Ελλάδα και δεν δίνει το προβάδισμα σε συγκεκριμένες εταιρείες.
Η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης να στηριχθεί κυρίως στο «γερμανικό άρμα» και να δώσει την αίσθηση στις άλλες δυνάμεις, κυρίως τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, ότι υπάρχει σταθερή γραμμή επικοινωνίας του κ. Σαμαρά με τη γερμανίδα καγκελάριο Ανγκελα Μέρκελ και έχει παραχωρηθεί ζωτικός χώρος σε εταιρείες γερμανικών συμφερόντων δημιουργεί εκνευρισμό.
Ακόμη και οι επισκέψεις που επιθυμεί να πραγματοποιήσει ο Πρωθυπουργός σε ΗΠΑ και Ρωσία έχουν άμεση σχέση με τις επιδιώξεις του Μπαράκ Ομπάμα και του Βλαντίμιρ Πούτιν να πάρουν μέρος των ελληνικών «ασημικών», ενώ η κατάσταση περιπλέκεται, καθώς υπάρχουν και οι γειτονικές χώρες, οι οποίες αποτελούν «δορυφόρους» τους και οι κινήσεις τους συνδυάζονται με το γεωπολιτικό παιχνίδι στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.
«Ψυχρός πόλεμος» για τη ΔΕΠΑ


«Ψυχροπολεμικές» διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση της αποκρατικοποίησης της ΔΕΠΑ και του ΔΕΣΦΑ, με την Αθήνα να προσπαθεί να επιτύχει μια ευαίσθητη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η ανάγκη για έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις, ώστε να επιτευχθούν οι ασφυκτικοί εισπρακτικοί στόχοι που έχουν τεθεί με το μνημόνιο. Από την άλλη πλευρά όμως, διεξάγεται ένας αβυσσαλέος γεωπολιτικός ανταγωνισμός.
Σε αυτόν έχουν συμπαραταχθεί οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι εναντίον των Ρώσων, με έπαθλο τον έλεγχο και την επιρροή επί των ενεργειακών πηγών και οδών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Υπό αυτό το πρίσμα, η σχεδιαζόμενη επίσκεψη του κ. Σαμαρά στην Ουάσιγκτον και η ενδεχόμενη μετάβασή του στη Μόσχα αποκτούν άλλη σημασία.
Το τελευταίο διάστημα η Αθήνα έχει γίνει δέκτης αυστηρών μηνυμάτων από τις δύο πλευρές και, όπως αναφέρουν οι πληροφορίες, αυτό θα συνεχιστεί προσεχώς. Τα μηνύματα τόσο από την Ουάσιγκτον όσο και από τη Μόσχα αποστέλλονται επισήμως και ανεπισήμως. Θυμίζουν δε ως έναν βαθμό τα όσα είχαν λάβει χώρα επί πρωθυπουργίας Κ. Καραμανλή, όταν ο τελευταίος είχε υποστηρίξει την ελληνορωσική ενεργειακή συνεργασία.
Από αμερικανικής πλευράς, στο ζήτημα παρενέβη κατ’ αρχάς η εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Βικτόρια Νούλαντ. Παράλληλα ο Ντάνιελ Στάιν, αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών για τα θέματα ενέργειας, βρέθηκε, σύμφωνα με πληροφορίες, στην ελληνική πρωτεύουσα πριν από λίγο καιρό και είχε συναντήσεις σε Μέγαρο Μαξίμου, υπουργείο Εξωτερικών και υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) ακριβώς για το ζήτημα αυτό. Ουσιαστικά εξέφρασε χωρίς περιστροφές τον προβληματισμό των ΗΠΑ για το ενδεχόμενο η ΔΕΠΑ να καταλήξει σε ρωσικά χέρια.
Επιπλέον, όπως «Το Βήμα» πληροφορείται, στις 11 Φεβρουαρίου αφικνείται στην Αθήνα ο Ερικ Ρούμπιν, βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών για θέματα Ευρώπης. Τα ενεργειακά ζητήματα αναμένεται να βρεθούν στην ατζέντα των συναντήσεών του.
«Καθαρό παιχνίδι» θέλουν οι Ρώσοι


Η Μόσχα, πιο διακριτική, επιμένει ότι από τη στιγμή που ο κρίσιμος όρος για την αποκρατικοποίηση της ΔΕΠΑ είναι το χρηματικό τίμημα θα πρέπει να γίνει σεβαστός από όλους. Ωστόσο ο ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ υπήρξε «σαφέστατος», σημειώνει διπλωματική πηγή, για το πώς βλέπει η Ρωσία το θέμα ΔΕΠΑ κατά τη συνάντηση που είχε με τον έλληνα ομόλογό του κ. Δ. Αβραμόπουλο στο περιθώριο της υπουργικής συνόδου του ΝΑΤΟ τον περασμένο Δεκέμβριο στις Βρυξέλλες.
Η πορεία των γεγονότων είναι δαιδαλώδης και η έκβαση της υπόθεσης δύσκολο να προκαθοριστεί. Το πακέτο ΔΕΠΑ-ΔΕΣΦΑ αποτελεί, κατά ορισμένους, το «διαμάντι του στέμματος» των αποκρατικοποιήσεων. Στη δεύτερη φάση του διαγωνισμού έχουν προκριθεί πέντε εταιρείες, εκ των οποίων δύο ρωσικές. Η πρώτη είναι ο διάσημος ενεργειακός κολοσσός Gazprom που διεκδικεί αποκλειστικά τη ΔΕΠΑ και φέρεται να προσφέρει ως και 900 εκατ. ευρώ για να αποκτήσει τον έλεγχό της. Η δεύτερη είναι η λιγότερο γνωστή Sintez/Negusneft που κατά πληροφορίες έχει καταθέσει πρόταση ύψους 1,8 δισ. ευρώ για τη ΔΕΠΑ και τον ΔΕΣΦΑ.
Οι ρωσικές θέσεις είναι σαφείς. Διπλωματικές πηγές από τη Μόσχα αναφέρουν χαρακτηριστικά ότι «από τη στιγμή που συμφωνήσαμε, π.χ., να παίξουμε με τους κανόνες του ποδοσφαίρου, δεν είναι δυνατόν τώρα κάποιοι να επιμένουν να παίξουμε ράγκμπι». Οι ίδιες πηγές αποφεύγουν να εμπλακούν σε καθαρά επιχειρηματικές λεπτομέρειες, αλλά το μήνυμα είναι σαφές. Οι ρωσικές εταιρείες θέλουν καθαρό παιχνίδι. Εφόσον αυτό που μετράει είναι ποιος θα πληρώσει περισσότερα, θέλουν ίση μεταχείριση.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση (ΕΕ) και κυρίως οι Ηνωμένες Πολιτείες αμφισβητούν ξεκάθαρα τα ρωσικά κίνητρα. Πιστεύουν ότι η απόφαση της Μόσχας να διεκδικήσει τη ΔΕΠΑ και τον ΔΕΣΦΑ είναι γεωπολιτική και όχι οικονομική, με σκοπό την εξουδετέρωση του Νότιου Ενεργειακού Διαδρόμου. Ηδη από την εποχή που υπουργός ΠΕΚΑ ήταν ο κ. Γ. Παπακωνσταντίνου, ο επίτροπος με αρμοδιότητα την ενέργεια, ο Γερμανός Γκύντερ Ετινγκερ, του είχε επισημάνει με επιστολή του ότι στον διαγωνισμό δεν είχαν τεθεί γεωπολιτικά κριτήρια.
Πηγές της αγοράς εξηγούν αυτή την άποψη ως εξής: «Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε με γνώση της ελληνικής αγοράς ενέργειας, θα σας πει ότι ουδείς εχέφρων επιχειρηματίας θα προσέφερε στην παρούσα συγκυρία περισσότερα από 350-400 εκατ. ευρώ για τη ΔΕΠΑ –πόσω μάλλον που αυτή τη στιγμή τα χρέη προς την εταιρεία έχουν δημιουργήσει μια «μαύρη τρύπα» περίπου 500 εκατ. ευρώ. Επομένως», προσθέτουν, «το τίμημα που προσφέρουν οι δύο ρωσικές εταιρείες είναι υπέρογκο. Περιλαμβάνει πολύ υψηλό πολιτικό premium».
Ισως αυτός να είναι ένας επιπλέον λόγος που το ΤΑΙΠΕΔ αποφάσισε να ανοίξει πάλι την πόρτα σε όσες εταιρείες αποκλείστηκαν μετά τον πρώτο γύρο του διαγωνισμού για να εξετάσουν το ενδεχόμενο συμμετοχής τους υπό τη μορφή κοινοπραξίας. Πρόκειται ουσιαστικά για πρόσκληση σε δυτικές εταιρείες, όπως οι ENI, Edison κ.ά. Ωστόσο μοιάζει απίθανο, εκτιμά στέλεχος του τομέα της ενέργειας, να δεχθεί μια εταιρεία που προσφέρει σχεδόν 900 εκατ. ευρώ για τη ΔΕΠΑ τη συμμετοχή μιας άλλης σε κοινοπρακτικό σχήμα.

Παρασκήνιο
Από τη ΔΕΠΑ «περνάει» η ΑΟΖ
Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες αναφέρουν ότι τις τελευταίες εβδομάδες έχει ανακύψει το ζήτημα μιας υπόγειας διασύνδεσης της ιδιωτικοποίησης της ΔΕΠΑ με την πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης να κινηθεί στο μέτωπο της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Ορισμένες πλευρές μάλιστα αφήνουν να διαρρεύσει η πληροφορία ότι έχουν σταλεί αμερικανικές προειδοποιήσεις πως μια πώληση της ΔΕΠΑ στους Ρώσους θα μπορούσε να έχει συνέπειες στο ζήτημα της ΑΟΖ.
Οι συζητήσεις αυτές διεξάγονται σε βαθύ παρασκήνιο. Ωστόσο, όπως «Το Βήμα» είναι σε θέση να γνωρίζει, οι Ηνωμένες Πολιτείες βλέπουν την ενεργειακή σκακιέρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Ανατολικής Μεσογείου συνολικά και όχι αποσπασματικά. Διπλωματικοί κύκλοι σημειώνουν ότι το παιχνίδι περιστρέφεται γύρω από το ποια χώρα θα αποτελέσει τη δίοδο των ενεργειακών πηγών προς την Ευρώπη. Η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει ρόλο σε αυτό, αλλά απέναντί της βρίσκεται η Τουρκία.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο τούρκος μόνιμος υφυπουργός Εξωτερικών Φεριντούν Σινιρλίογλου συζήτησε στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον με τον βοηθό υπουργό Εξωτερικών για θέματα Ευρώπης κ. Ερικ Ρούμπιν αλλά και με ανωτέρους του το ζήτημα της ανακήρυξης ελληνικής ΑΟΖ. Οι λεπτομέρειες δεν έγιναν γνωστές, αλλά είναι σαφές, κατά τις εκτιμήσεις, ότι η Αγκυρα θα επιδιώξει να εκμεταλλευθεί τις συνθήκες προς όφελός της. Ηδη άλλωστε, σε αμερικανικές δεξαμενές σκέψης, έχουν αρχίσει και προωθούνται ιδέες για αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου της Ανατολικής Μεσογείου ώστε να επιλυθούν περιφερειακά ζητήματα (π.χ. Κυπριακό). Μία από τις ιδέες αυτές είναι ότι το κυπριακό φυσικό αέριο πρέπει να εξαχθεί στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω Τουρκίας, ακόμη και με απευθείας συνεννόηση Λευκωσίας – Αγκυρας.
Η διπλωματία των αγωγών
Αντ. Σαμαράς: «Πρόσω ολοταχώς» για τον ΤΑΡ
Το ενεργειακό παζλ δεν περιορίζεται στο μέλλον της ΔΕΠΑ. Ισως η αμεσότερη απόφαση που πρέπει να λάβει η Αθήνα αφορά την προώθηση του αγωγού ΤΑΡ (Trans Adriatic Pipeline) για τη μεταφορά από το 2017 του φυσικού αερίου από το Σαχ Ντενίζ του Αζερμπαϊτζάν στην ευρωπαϊκή αγορά. Αλλωστε τα πάντα θα κριθούν τον Ιούνιο, όταν η κοινοπραξία του Σαχ Ντενίζ (ΒΡ, Statoil, Total, Socar) θα αποφασίσει μεταξύ ΤΑΡ και Nabucco West.
Πριν από λίγες ημέρες ο κ. Σαμαράς είχε συνάντηση διάρκειας 45 λεπτών με τους μετόχους των τριών εταιρειών που συμμετέχουν στην κοινοπραξία του ΤΑΡ. Παρόντες ήταν ο Κέτιλ Τούνγκλαντ, διευθύνων σύμβουλος του ΤΑP, ο Μάρκους Μπρόχοφ της ελβετικής Axpo, ο Ολιβερ Γκλέζε, αντιπρόεδρος της γερμανικής Ε.ΟΝ, και ο Μπιάρνε Μπουλ-Μπεργκ, αντιπρόεδρος της νορβηγικής Statoil.
Το μήνυμα του Πρωθυπουργού ήταν σαφές: «Πρόσω ολοταχώς». Σύμφωνα με πληροφορίες, οι εκπρόσωποι των τριών εταιρειών έθεσαν επιτακτικά στον κ. Σαμαρά δύο ζητήματα. Το πρώτο αφορά την ανάγκη να υπογραφεί το ταχύτερο δυνατόν η Διακυβερνητική Συμφωνία (IGA) ανάμεσα σε Ελλάδα, Αλβανία και Ιταλία, των τριών χωρών από τις οποίες περνά ο αγωγός.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι καταβάλλεται προσπάθεια να υπογραφεί η συμφωνία αυτή εντός του Φεβρουαρίου. Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα είναι η ολοκλήρωση της συμφωνίας της ελληνικής κυβέρνησης με την κοινοπραξία του αγωγού (Host Government Agreement), η οποία χρειάζεται επιτάχυνση.
Το τελευταίο διάστημα ο ΤΑΡ έχει αποκτήσει δυναμική τόσο λόγω της εμπορικής και τεχνικής βιωσιμότητάς του όσο και λόγω της αυξανόμενης πολιτικής στήριξης. Σύμφωνα μάλιστα με διπλωματικές πηγές, ο Nabucco West έχει δεχθεί εσχάτως αλλεπάλληλα πλήγματα λόγω, μεταξύ άλλων, της απόσυρσης δύο εταιρειών από το πρότζεκτ (κατά σύμπτωση και οι δύο γερμανικές, με τη μία εξ αυτών να είναι η πανίσχυρη RWE) και των δηλώσεων του βούλγαρου πρωθυπουργού Μπόικο Μπορίσοφ ότι δεν τον ενδιαφέρει από πού θα έρθει το αέριο. Αλλωστε η Βουλγαρία μπορεί να προμηθευθεί αέριο από τον ΤΑΡ μέσω του ελληνοβουλγαρικού αγωγού (IGB).
Παράλληλα η απόφαση επέκτασης της αρχικής χάραξης του ΤΑΡ ώστε ουσιαστικά να συνδεθεί απευθείας με τον ΤΑΝΑΡ (Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία) –στα ελληνοτουρκικά σύνορα –θεωρείται σημαντική ώστε να αποφευχθούν πιθανές επιπλοκές από την είσοδο ρωσικών εταιρειών στη ΔΕΠΑ ή τον ΔΕΣΦΑ. Και τούτο διότι ο έλεγχος της ΔΕΠΑ από τους Ρώσους, σημειώνουν πηγές της ενεργειακής αγοράς, θα μπορούσε να επηρεάσει την οδό του ΤΑΡ και να τορπιλίσει τον αγωγό.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ