Ο Μάρτιος του 2010 ήταν από πολλές απόψεις ο μήνας-ορόσημο για την ελληνική (όπως όλοι την αποκαλούσαν ακόμη τότε…) κρίση. Ο κ. Γ. Παπανδρέου επισκέφθηκε διαδοχικά Βερολίνο, Παρίσι και Ουάσιγκτον, σε ένα ταξίδι που αποδείχθηκε κομβικό για τις μετέπειτα εξελίξεις. Λίγες εβδομάδες αργότερα, το ελληνικό Κοινοβούλιο ψήφιζε το πρώτο μνημόνιο. Σε εκείνες τις συζητήσεις, και ειδικότερα στη δίωρη συνάντηση μεταξύ του κ. Παπανδρέου και της καγκελαρίου Μέρκελ, υπογράφηκε μια συμφωνία που αποτέλεσε την αφετηρία μιας νέας ελληνογερμανικής απόπειρας πολιτικής προσέγγισης. Γινόταν λόγος για την ενίσχυση του πολιτικού διαλόγου μεταξύ των δύο κρατών, καθώς και από τις δύο πλευρές διαπιστωνόταν (και επιβεβαιώνεται σήμερα) ότι το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο έτεινε να γίνει εκρηκτικό. Στη βάση αυτής της συμφωνίας, κεντρική απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης ήταν η ενθάρρυνση της (επανα)λειτουργίας στην Ελλάδα των πολιτικών ιδρυμάτων της Γερμανίας, τα οποία σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό συνδέονται ευθέως με τα γερμανικά κοινοβουλευτικά κόμματα – αν και είναι οικονομικώς απολύτως ανεξάρτητα.

Με την κλιμάκωση της οικονομικής κρίσης και καθώς αυτή στην Ελλάδα μετατρεπόταν σταδιακά σε πολιτική, οι συμφωνίες Μέρκελ – Παπανδρέου για προώθηση του πολιτικού διαλόγου έφτασαν να υλοποιηθούν σε πρώτη φάση τον Νοέμβριο του 2011.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η εκλεγμένη κυβέρνηση στην Ελλάδα είχε καταρρεύσει και η κυβέρνηση Παπαδήμου προσπαθούσε να συνταχθεί, το γερμανικό Κοινοβούλιο συζητούσε και ενέκρινε αυξημένα κονδύλια προς το υπουργείο Εξωτερικών για την ενίσχυση των δραστηριοτήτων των πολιτικών ιδρυμάτων των γερμανικών κομμάτων στο εξωτερικό.
Χρηματοδότηση από το ΥΠΕΞ
Με βάση τον προϋπολογισμό που ψηφίστηκε στην Μπούντεσταγκ πριν από έναν χρόνο, το ίδρυμα «Κόνραντ Αντενάουερ» (συνδεδεμένο με το κόμμα της CDU) έλαβε επιχορηγήσεις ύψους 2,4 εκατ. ευρώ, το αντίστοιχο ίδρυμα του SPD «Φρίντριχ Εμπερτ» 2,6 εκατ., τα ιδρύματα των Φιλελευθέρων «Φρίντριχ Νάουμαν», των Χριστιανοκοινωνιστών της Βαυαρίας «Χανς Ζάιντελ» και των Πρασίνων «Χάινριχ Μπελ» από 834.000 ευρώ και το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ» του Die Linke 468.000 ευρώ. Τα κονδύλια αυτά του γερμανικού υπουργείου Εξωτερικών χρηματοδοτούν τη λειτουργία των κομματικών ιδρυμάτων ανά τον κόσμο, όμως το 2012 είχε μια ιδιαιτερότητα: όλα τα γερμανικά πολιτικά ιδρύματα εγκαινίασαν εκ νέου τις δραστηριότητές τους στην Ελλάδα.
Η έναρξη των δραστηριοτήτων τους στη χώρα μας ήταν σχεδόν ταυτόχρονη, γεγονός που εν πολλοίς καταδεικνύει το πολιτικό ενδιαφέρον της Γερμανίας για την κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά και την κεντρική απόφαση του Βερολίνου να μην περιοριστεί στο εξής στην ούτως ή άλλως αναβαθμισμένη λειτουργία της πρεσβείας στην Αθήνα, αλλά να επεκταθεί σε άλλους τύπους πολιτικής, πολιτιστικής και κοινωνικής δραστηριότητας στη χώρα μας. Ουδείς λησμονεί άλλωστε ότι έχει οριστεί από το Βερολίνο ο κ. Χανς Γιόαχιμ Φούχτελ αρμόδιος υφυπουργός ως επικεφαλής της ελληνογερμανικής κοινοβουλευτικής συνεργασίας, αλλά και ότι ο επικεφαλής της ομάδας δράσης για την Ελλάδα κ. Χορστ Ράιχενμπαχ είναι Γερμανός.
Μιλώντας προς «Το Βήμα της Κυριακής», η διευθύντρια του ιδρύματος «Κόνραντ Αντενάουερ» στην Αθήνα κυρία Σουζάνα Φογκτ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η επαναλειτουργία του ιδρύματος (το οποίο είχε διακόψει την παρουσία του στη δεκαετία του 1990) έχει μακροπρόθεσμη προοπτική. Επισημαίνει όμως ένα στοιχείο που είναι κοινό για όλα τα πολιτικά ιδρύματα της χώρας της: «Στόχος μας δεν είναι η πολιτική προπαγάνδα υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος. Είναι η προώθηση του διαλόγου μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών, είτε από τον δικό μας χώρο (σ.σ.: της Χριστιανοδημοκρατίας) είτε και από άλλους πολιτικούς χώρους, και αυτό «από τα κάτω» και όχι με έναν κομματικά επιβεβλημένο τρόπο». Στο πλαίσιο αυτό, οι επαφές και οι συνεργασίες του ιδρύματος «Αντενάουερ» στην Αθήνα περιλαμβάνουν, πέραν του θεωρητικώς πολιτικά συγγενούς Ινστιτούτου Δημοκρατίας «Κ. Καραμανλής», φορείς όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ, το ΙΟΒΕ αλλά και συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Υπό την έννοια αυτή, οι εκπρόσωποι όλων των ιδρυμάτων διευκρινίζουν ότι δεν πρόκειται για μηχανισμούς κομματικής προπαγάνδας, αλλά εν τέλει για πολιτικά «think tanks», τα οποία στην παρούσα συγκυρία φαίνεται ότι έχουν έναν βασικό στόχο: την προώθηση της συζήτησης για τον χαρακτήρα της Ευρώπης και υπό αυτήν την έννοια, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, την πολιτική συνεργασία με τα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων και την προώθηση μεταρρυθμίσεων σε οικονομικό, πολιτικό, ενδεχομένως και θεσμικό επίπεδο.
«Είναι προφανές ότι ο τρόπος με τον οποίο διεξαγόταν η πολιτική συζήτηση στην Ελλάδα και κυρίως στη Γερμανία το 2011 χαρακτηριζόταν από παρεκτροπές και είχε πλέον ποδοσφαιροποιηθεί» σημειώνει ο διευθυντής του ιδρύματος «Φρίντριχ Εμπερτ» στην Αθήνα κ. Χρ. Κατσιούλης. Ολοι θυμούνται εκείνη την περίοδο: οι Ελληνες ήταν οι «τεμπέληδες» που σπαταλούσαν χρήματα, η Μέρκελ είχε αρχίσει να εμφανίζεται σε κολάζ με σβάστικες… «Ολα αυτά ήταν λάθη» τονίζει ο κ. Κατσιούλης και σε αυτό το πλαίσιο τοποθετείται η λειτουργία των ιδρυμάτων στην Ελλάδα. Σε πνεύμα ανάλογο με το ίδρυμα «Αντενάουερ», το «Φρίντριχ Εμπερτ» έχει ήδη αναπτύξει ένα δίκτυο συνεργασιών με ινστιτούτα όπως το ΕΛΙΑΜΕΠ, δευτερευόντως με το ΙΣΤΑΜΕ, αλλά επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον (πιστό στην παράδοση των Σοσιαλδημοκρατών) στις σχέσεις του με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στα εγκαίνια της λειτουργίας του την προηγούμενη άνοιξη παρέστη και μίλησε ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ κ. Ι. Παναγόπουλος, ο οποίος ακολούθως επισκέφθηκε και τη Γερμανία.
Το «Φρίντριχ Εμπερτ»
Το παλαιότερο πολιτικό ίδρυμα της Γερμανίας είναι το «Φρίντριχ Εμπερτ» (Friedrich Ebert). Ιδρύθηκε το 1925, έτος θανάτου του πρώτου προέδρου του Γερμανικού Ράιχ, Φρίντριχ Εμπερτ, με πόρους από την κληρονομιά του Σοσιαλδημοκράτη πολιτικού. Το 1933 κηρύχθηκε παράνομο από τους ναζιστές και επαναλειτούργησε το 1945. Στο ίδιο πρότυπο ιδρύθηκε το ίδρυμα «Friedrich Naumann», του χώρου των Φιλελευθέρων, το 1958, ενώ το «Κonrad Adenauer» ιδρύθηκε το 1964 (όσο ο πρώτος καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Γερμανίας ήταν εν ζωή) και το «Hanns Seidel» (CSU) το 1967. Το «Heinrich Böll» άρχισε τη λειτουργία του το 1996 και το «Rosa Luxemburg» μόλις το 2000.

Συνεργασία και διάλογος
Το πείραμα της Θεσσαλονίκης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως εγχείρημα παρουσιάζει την ίδια στιγμή η λειτουργία του ιδρύματος «Χάινριχ Μπελ» (του κόμματος των Πρασίνων) στη Θεσσαλονίκη. Πέραν της σύμπτωσης με τα όμορα ιδρύματα ως προς τη γενική φιλοσοφία της λειτουργίας του και του προσανατολισμού του σε προγράμματα που σχετίζονται με την εναλλακτική ενέργεια ή γεωργία, το συγκεκριμένο ίδρυμα έχει ήδη αναπτύξει μία στενή συνεργασία με τον Δήμο της Θεσσαλονίκης. Η διευθύντρια του «Χάινριχ Μπελ» κυρία Ολγα Δρόσου επισημαίνει ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας με τον κ. Ι. Μπουτάρη είναι ανοιχτοί και η συνεργασία στενή, αφήνοντας να εννοηθεί ότι στη Θεσσαλονίκη μπορεί να αναπτυχθεί στην παρούσα συγκυρία ευκολότερα και για πολλούς λόγους ο πολιτικός διάλογος και η πρωτοβουλία σε διάφορους τομείς.
Τα τελευταία από τα ιδρύματα που άνοιξαν γραφεία στη χώρα μας ήταν το «Φρίντριχ Νάουμαν» των Φιλελευθέρων και το «Ρόζα Λούξεμπουργκ» του γερμανικού κόμματος της Αριστεράς.
Ως προς το πρώτο εκ των δύο, η δράση του είναι μέχρι στιγμής μάλλον περιορισμένη, δεδομένου ότι δεν υπάρχει και συγγενής πολιτικός χώρος στην Ελλάδα. Σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε τον προηγούμενο Σεπτέμβριο πάντως συμμετείχαν ο πρώην αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων κ. Π. Γεννηματάς, ο ελληνικής καταγωγής ευρωβουλευτής του FDP κ. Γ. Χατζημαρκάκης και ο κ. Θ. Τζήμερος.
Σε ό,τι αφορά το «Ρόζα Λούξεμπουργκ», τα εγκαίνιά του συνέπεσαν με την πρόσφατη επίσκεψη της κυρίας Ανγκελα Μέρκελ στην Αθήνα και σε αυτά παρέστησαν ο επικεφαλής του Die Linke κ. Μπερντ Ρίξινγκερ, αλλά και ο πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλ. Τσίπρας, γεγονός που ερμηνεύεται ως ένδειξη της στενότερης συνεργασίας του συγκεκριμένου ιδρύματος με τον χώρο της Αριστεράς.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ