ΟΙ ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ και οι αναζητητές των διαθέσεων της κοινής γνώμης σηκώνουν πλέον τα χέρια ψηλά. Στις έρευνες καταγράφεται ο θυμός των πολιτών για τα κόμματα, τις ηγεσίες, γενικώς για τους «πάνω», για τους ασκούντες εξουσία, είτε πρόκειται για υπουργούς και βουλευτές είτε για πρυτάνεις πανεπιστημιακών ιδρυμάτων. Και μαζί αναδεικνύονται τάσεις γενικευμένης αμφισβήτησης από την παρατεταμένη, πολύμηνη πια, αβεβαιότητα για την οικονομία, για τις δουλειές και τα εισοδήματα. Ωστόσο οι απαντήσεις στα επί μέρους ερωτήματα είναι αντιφατικές, δεν διακρίνονται από συνοχή, παραπέμπουν περισσότερο σε μια κοινωνία νευρική, αποσυντονισμένη, αποδιοργανωμένη, έτοιμη για το χειρότερο και το καλύτερο.

Oι πολίτες μοιάζουν να κινούνται από το ένα άκρο στο άλλο και να ορίζονται τόσο από συντηρητική όσο και από επαναστατική διάθεση. Από τα αποτελέσματα της μεγάλης έρευνας της Κάπα Research για «Το Βήμα της Κυριακής» αναδύεται αυτός ο έντονος δυϊσμός, όπου συντηρητισμός και επαναστατικότητα συνυπάρχουν στα ίδια πρόσωπα. Οι Ελληνες δείχνουν κλονισμένοι αυτή την περίοδο, απόλυτα επηρεασμένοι από την ασταθή διαχείριση του παρόντος και τις πολλές αβεβαιότητες του μέλλοντος.

Είναι έτοιμοι να συγκρουσθούν με κάθε είδους εξουσία, νιώθουν καλά με τους προπηλακισμούς των βουλευτών, αλλά ταυτόχρονα θέλουν την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, δεν ανέχονται τους «αιώνιους» φοιτητές, δηλώνουν εξοργισμένοι με τους δημοσίους υπαλλήλους, θέλουν τον περιορισμό των προσλήψεων στο κράτος, ακόμη και την απόλυση δημοσίων υπαλλήλων. Και ακόμη θεωρούν πρόκληση τα κλειστά επαγγέλματα, τα βάζουν με τους ταξιτζήδες και γενικώς απορρίπτουν τις συντεχνίες.

«Αυθόρμητοι» προπηλακισμοί

Οι αντιδράσεις κατά των βουλευτών χαρακτηρίζονται «αυθόρμητες» ενέργειες, η πλειοψηφία θεωρεί ότι οι προπηλακισμοί δεν καθοδηγούνται από τον ΣΥΡΙΖΑ και γενικά μπορεί να πει κανείς ότι οι πολίτες διακατέχονται από αντισυστημική διάθεση, σε σημείο που να αρνούνται ακόμη και τις ποδοσφαιρικές ομάδες τους, απαιτώντας τον υποβιβασμό εκείνων που εμπλέκονται στο σκάνδαλο του στοιχήματος.

Ενδεικτικά, όπως προκύπτει από τους πίνακες που δημοσιεύονται, οι ερωτώμενοι αντιμετωπίζουν σε ποσοστό σχεδόν 50% αρνητικά την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου, επικρίνουν τους βουλευτές που το ψήφισαν και θεωρούν σε ποσοστό 58,1% ότι η επιλογή τους ορίστηκε κυρίως από την αγωνία για την πολιτική επιβίωσή τους παρά απ΄ οτιδήποτε άλλο, κρίνουν θετικά τη άρνηση του προέδρου της Νέας Δημοκρατίας κ. Αντ. Σαμαρά να ψηφίσει το Μεσοπρόθεσμο, αλλά αποδίδουν τη στάση του, σε ποσοστό 68,4%, σε μικροπολιτικά κίνητρα.

Επιπλέον, το 67,6% προτρέπει την κυβέρνηση να πάει σε εκλογές αν ως τον Σεπτέμβριο δεν επιτύχουν τα τελευταία οικονομικά μέτρα, αλλά ταυτόχρονα σχεδόν το 80% αντιμετωπίζει αρνητικά το γεγονός ότι σταμάτησαν οι κινητοποιήσεις στο Σύνταγμα μετά τα τελευταία επεισόδια. Το 61,4% αντιμετωπίζει ως αυθόρμητες τις επιθέσεις πολιτών κατά βουλευτών και το 49,6% τις εγκρίνει. Αλλά ταυτόχρονα σχεδόν το 70% συμφωνεί με την απελευθέρωση της αγοράς των ταξί και το 50% με τις αλλαγές στα ΑΕΙ, αποδεχόμενοι στο αυτό ποσοστό ακόμη και ιδιώτες μάνατζερ στα πανεπιστήμια. Το εκπληκτικό είναι ότι το ίδιο ριζοσπαστικοποιημένο κοινό τάσσεται σε ποσοστό σχεδόν 80% υπέρ της άρσης του πανεπιστημιακού ασύλου και σχεδόν το 55% θέλει την απόλυση του πλεονάζοντος προσωπικού στο Δημόσιο.

Σύνδρομο «μίσους της πραγματικότητας»

Οπως επισημαίνει μιλώντας στο «Βήμα της Κυριακής» ο υπεύθυνος Πολιτικών Μελετών της Κάπα Research κ. Γερ. Ρουτζούνης, οι περισσότεροι που απαντούν στην έρευνα διακατέχονται από σύνδρομο «μίσους της πραγματικότητας», το οποίο εκδηλώνεται σε κοινωνίες οι οποίες βιώνουν παρακμάζουσες καταστάσεις. Σύμφωνα με τον ερευνητή, «η δυναμική ισοπεδωτικής αντίδρασης γεννάται από την ανασφάλεια για το αύριο και από τον φόβο της ατομικής πτώσης». Κάπως έτσι «με τον καιρό διαμορφώνεται στους πολίτες η αντίληψη ότι καμία προσπάθεια, είτε της κυβέρνησης είτε της αντιπολίτευσης, δεν είναι ικανή να φέρει αποτελέσματα». O μηδενισμός αυτός είναι που γεννά τυφλές αντιδράσεις, κινητοποιήσεις μη πολιτικά ορθές και επιθυμία καθολικής ρήξης με το σύστημα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στην προοπτική της ατομικής πτώσης το πλήθος θέλει να συμπαρασύρει καθετί οργανωμένο. Στον βαθμό που η παραπάνω επιθυμία επικρατήσει, είναι προφανές ότι θα συνιστά και τη μεγαλύτερη απειλή για το πολιτικό σύστημα.

Τα αποτελέσματα της έρευνας ως προς τη δύναμη των κομμάτων είναι ενδεικτικά των τάσεων απόρριψης που επικρατούν αυτή τη στιγμή στην ελληνική κοινωνία. Στην ευθεία ερώτηση «τι θα ψηφίζατε στην περίπτωση που την επόμενη Κυριακή γίνονταν βουλευτικές εκλογές;» το ΠαΣοΚ κερδίζει μόλις 16,5% και η Νέα Δημοκρατία μία μονάδα παραπάνω, μόλις 17,8%. Το προβάδισμά της σε αυτά τα επίπεδα είναι στατιστικά ασήμαντο και πολιτικά αμελητέο. Μπορεί η Νέα Δημοκρατία να ψαρεύει ψηφοφόρους καλλιεργώντας πολιτική «εθνικού φρονήματος» διά της αντιμνημονιακής και αντι-ελιτίστικης ρητορικής, αλλά αυτή δεν την απαλλάσσει από την ευθύνη της πρόσφατης κυβερνητικής θητείας της, η οποία έχει καταχωρισθεί στη συνείδηση των πολιτών ως απόλυτα καταστροφική και ζημιογόνος για την οικονομία και τη χώρα.

Η έρευνα καταδεικνύει ότι το παρόν οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον δεν επιτρέπει προσδοκίες αυτοδυναμίας σε κανένα από τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, τα οποία φαίνεται να έχουν χάσει το προνόμιο της αλληλοδιαδοχής. Κατά τα φαινόμενα οι πολιτικοί συσχετισμοί υπόκεινται πλέον σε εξαιρετικά σύνθετες διεργασίες, μη προσεγγίσιμες, αφού κανείς για την ώρα δεν ηγεμονεύει πολιτικά και όλα τελούν υπό την αίρεση απρόσμενων γεγονότων και μεταβαλλόμενων συνθηκών.

Ανησυχίες και προβλέψεις

Το πιο ανησυχητικό είναι ότι ακόμη και με την αναγωγή της αδιευκρίνιστης ψήφου, που μετρείται στο 35% του εκλογικού σώματος και είναι διπλάσια της καταγραφόμενης από την έρευνα δύναμης των δύο μεγαλύτερων κομμάτων, τα ποσοστά διατηρούνται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, μεταξύ 25% και 27%. Πράγμα που δηλώνει ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση θα φέρει εννέα κόμματα στη Βουλή και προφανώς δεν θα δοθεί για την αυτοδυναμία αλλά για το σούπερ «μπόνους» των 50 εδρών του πρώτου κόμματος, η διεκδίκηση του οποίου, σε αυτά τα ποσοστά, καθίσταται εντόνως διχαστική. Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι οι επόμενες εκλογές, όποτε και αν διεξαχθούν, θα πρέπει να είναι καλά οργανωμένες, ώστε να αντιμετωπισθούν τυχόν αμφισβητήσεις λόγω του υψηλού προνομίου του πρώτου κόμματος.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Επωνυμία εταιρείας: Κάπα Research ΑΕ
Επωνυμία,όνομα εντολέα:
«Το Βήμα της Κυριακής»
Σκοπός δημοσκόπησης:
Ερευνα κοινής γνώμης για την πολιτική επικαιρότητα
Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δείγματος:
Αντιπροσωπευτικό,άνδρες και γυναίκες, 18 ετών και άνω,βάσει της απογραφής του 2001 της ΕΣΥΕ
Μέγεθος δείγματος/ γεωγραφική κάλυψη:
1.003 άτομα,πανελλαδικά,με αναλογική κατανομή στις 13 περιφέρειες της χώρας
Χρονικό διάστημα συλλογής στοιχείων:
7 Ιουλίου 2011
Μέθοδος δειγματοληψίας:
Πολυστα διακή δειγματοληψία με χρήση quota ως προς τη γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού,το φύλο και την ηλικία.Τα αποτελέσματα είναι σταθμισμένα με την ψήφο του 2009
Μέθοδος συλλογής στοιχείων:
Η συλλογή των στοιχείων έγινε με τη μέθοδο των τηλεφωνικών συνεντεύξεων και βάσει ηλεκτρονικού ερωτηματολογίου
Τυπικό στατιστικό σφάλμα:
Μέγιστο σφάλμα 3,09% με διάστημα εμπιστοσύνης 95%
Η Κάπα Research:
Είναι μέλος της ΕSΟΜΑR και του ΣΕΔΕΑ και τηρεί τους κώδικες δεοντολογίας για τη διεξαγωγή και δημοσιοποίηση ερευνών κοινής γνώμης
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ