Οι θεωρίες συνωμοσίας, όπως τις ορίζει ο Πιερ-Αντρέ Ταγκιέφ, είναι οι αφελείς ή θεωρούμενες αφελείς ερμηνείες του κόσμου που μας περιβάλλει, οι οποίες υποστηρίζουν ότι ολιγομελείς ομάδες δρουν μυστικά για να εφαρμόσουν ένα σχέδιο κυριαρχίας, εκμετάλλευσης ή εξόντωσης κάποιου αντιπάλου ή ακόμα και ολόκληρων ομάδων, όπως αντίπαλων πολιτικών κομμάτων ή ολόκληρων εθνών. Στην εθνική πολιτική σκηνή αυτό μεταφράζεται στη συνωμοσιολογική ερμηνεία κινήσεων με σύνθετα αίτια, όπως, π.χ., η συχνότατη στις σύγχρονες δημοκρατίες ανεξαρτητοποίηση ή μετακίνηση βουλευτών σε κόμμα διαφορετικό από αυτό με το οποίο εκλέχθηκαν.

Συνωμοσιακός ορθολογισμός

Η σχεδόν ενστικτώδης υιοθέτηση συνωμοσιολογικών εξηγήσεων για τέτοιες ενέργειες δεν είναι παράλογη. Λέγεται συχνά ότι οι θεωρίες συνωμοσίας είναι ανορθολογικές και ότι δεν αντέχουν σε κριτική, γιατί, π.χ., περιλαμβάνουν λογικά άλματα από κάποια ανυπόστατη αρχική παραδοχή του σκεπτομένου με όρους συνωμοσίας σε ατεκμηρίωτα συμπεράσματα. Ωστόσο, το τι θεωρείται ορθολογικό δεν μένει ανεπηρέαστο από το πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο εκφέρεται.
Ετσι, αν σε μια κοινωνία για μακρύ χρονικό διάστημα κυριαρχούν η διαπροσωπική καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στους πολιτικούς, διοικητικούς και οικονομικούς θεσμούς, οι συνωμοσιολογικές ερμηνείες καθίστανται δημοφιλείς. Στην Ελλάδα, π.χ., επανειλημμένες μετρήσεις έχουν δείξει ότι επικρατεί καχυποψία στις διαπροσωπικές σχέσεις σε έκταση συγκριτικά μεγαλύτερη από ό,τι σε πολλές άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Παράλληλα η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς βρισκόταν σε σταδιακή πτώση ήδη πριν από την κρίση, δηλαδή από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, ενώ μετά την έναρξη της κρίσης η εμπιστοσύνη αυτή κατέρρευσε. Βεβαίως, τα δύο επίπεδα συνδέονται με αυτό που ονομάζουμε στην κοινωνιολογία εκλεκτική συνάφεια: όταν δεν υπάρχουν θεσμοί ή όταν υπάρχουν μεν αλλά παραδοσιακά αποτελούν αντικείμενο κατάχρησης, λογικό είναι να μην υπάρχει ούτε διαπροσωπική εμπιστοσύνη, αλλά να διαχέεται η καχυποψία.
Ταυτόχρονα, φορείς πολιτικής κοινωνικοποίησης, όπως το σχολείο, τα ΜΜΕ, ορισμένοι ιεράρχες και διάφορα πολιτικά κόμματα, επίμονα εδώ και δεκαετίες διαδίδουν την ιδέα του ανάδελφου έθνους που είναι περικυκλωμένο από εχθρούς. Είναι επόμενο ότι σε πολιτισμικό περιβάλλον καχυποψίας προς τους εγχώριους παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού και φόβου προς τους ξένους θα αναπτυχθούν θεωρίες συνωμοσίας.
Δεν είναι παράλογο να ανατρέχει κανείς σε τέτοιες θεωρίες αν έχει γαλουχηθεί σε περιβάλλον φόβου και καχυποψίας. Και τα δύο αυτά στοιχεία είναι άλλωστε κοινά στο οργανωσιακό περιβάλλον μονολιθικών κομμάτων με ιεραποστολική ή «αποκαλυπτική» ή βολονταριστική αντίληψη της πολιτικής. Σε τέτοιου είδους κόμματα η συνωμοτικότητα είναι μια συνήθης συντεταγμένη της εσωκομματικής ζωής. Στα ίδια προέχει η κομματική συσπείρωση γύρω από έναν αμετακίνητο μακροπρόθεσμο σκοπό, όπως, π.χ., η καταπολέμηση του αντιπάλου μέχρις εξοντώσεώς του, όχι απλώς η περιοδική πολιτική νίκη πάνω στον αντίπαλο. Διαπνεόμενοι από τέτοιες ιδέες, οι φορείς συνωμοτικών αντιλήψεων υποθέτουν ότι και ο αντίπαλος συνωμοτεί εναντίον τους.
Οι παραδοσιακές όψεις της πολιτικής κουλτούρας και τα εσωτερικά οργανωσιακά χαρακτηριστικά κομμάτων που πρωταγωνιστούν στην πολιτική σκηνή είναι δύο από τις συστημικές βάσεις της ανάδειξης θεωριών συνωμοσίας στην πολιτική σκηνή. Οι θεωρίες αυτές στηρίζονται επίσης στο είδος του εγχώριου κομματικού ανταγωνισμού και διευκολύνονται από τον ιδιαίτερο τρόπο που σήμερα πλέον διεξάγεται η πολιτική επικοινωνία. Αφενός σε ένα διπολικό κομματικό σύστημα, με χαρακτηριστικά πολωμένου δικομματισμού, ο οποίος μάλιστα επιζεί παρά τον σχηματισμό κυβερνήσεων συνεργασίας από το 2011, η κατασκευή συνωμοτικών ερμηνειών που στρέφονται κατά του αντιπάλου είναι ένα εύκολο και πρόχειρα διαθέσιμο όπλο του πολιτικού αγώνα. Αν είχε εμπεδωθεί στα κόμματα και στο πολιτικό προσωπικό η προφανής ιδέα ότι στο μέλλον ο σχηματισμός μονοκομματικών κυβερνήσεων είναι σχετικά απίθανος, μπορεί να μη χρησιμοποιούνταν από ορισμένες πολιτικές ηγεσίες με τόση ευκολία θεωρίες συνωμοσίας εναντίον των σημερινών αντιπάλων που, αναλόγως των εκλογικών αποτελεσμάτων, ίσως είναι αυριανοί, έστω πρόσκαιροι, κυβερνητικοί εταίροι τους. Αφετέρου, το Διαδίκτυο και τα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν επίσης προστεθεί στις παραπάνω συστημικές βάσεις ανάπτυξης και διάδοσης θεωριών συνωμοσίας. Το πλαστό και το ψευδές διαδίδονται αστραπιαία, συρρικνώνοντας τον χρόνο και τις δυνατότητες κριτικού ελέγχου των συνωμοσιολογικών φημών.
Συνοπτικά, οι συστημικές βάσεις ανάπτυξης και διάδοσής τους περιλαμβάνουν μια κουλτούρα καχυποψίας προς τους τρίτους και έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, το εσωκομματικό οργανωσιακό περιβάλλον των κομμάτων-πρωταγωνιστών του πολιτικού αγώνα, το πολωμένο δικομματικό σύστημα και τις νέες τεχνολογίες επικοινωνίας. Με δύο λόγια, στο εκάστοτε πολιτισμικό και πολιτικό πλαίσιο οι θεωρίες συνωμοσίας διαθέτουν τον δικό τους «ορθολογισμό», ο οποίος δεν ανατρέπεται εύκολα. Επομένως οι θεωρίες συνωμοσίας έχουν γερές συστημικές βάσεις και η αντιμετώπισή τους θα πρέπει αντιστοίχως να είναι συστημική. Δηλαδή, δεν θα αρκούσαν η καλύτερη εκπαίδευση και η ακριβέστερη ενημέρωση των πολιτών, για να υποχωρήσει η επιρροή των θεωριών συνωμοσίας. Αλλωστε, από τότε που χρονολογείται η διάδοση τέτοιων θεωριών στη σύγχρονη πολιτική, δηλαδή από τη διάδοση συνωμοτικών ερνηνειών στα τέλη του 18ου αιώνα για τη Γαλλική Επανάσταση, το μορφωτικό επίπεδο του πληθυσμού σε πολλές χώρες έχει αυξηθεί, αλλά οι θεωρίες συνωμοσίας επανέρχονται.

Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ