Παρουσιάζοντας πρόπερσι το βιβλίο των Ηλία Βλάντον και Τζακ Μέτγκερ «Who Killed George Polk?» («Ποιος σκότωσε τον Τζορτζ Πολκ;») ο εκδότης τους, το Πανεπιστήμιο Τεμπλ της Φιλαδέφειας στις ΗΠΑ, σημείωνε:


«Λίγες μόνο εβδομάδες μετά τη δολοφονία του απεσταλμένου του CBS Τζορτζ Πολκ στην Ελλάδα το 1948 οι συνάδελφοί του δημιούργησαν το «Βραβείο Τζορτζ Πολκ» για την καλύτερη δημοσιογραφική δουλειά. Ωστόσο, αν ζούσε ο Πολκ θα ένιωθε μεγάλη απογοήτευση βλέποντας ότι «το ύψιστο της αμερικανικής δημοσιογραφίας» αποδεχόταν σχεδόν δίχως διαμαρτυρία μια ανάκριση για τη δολοφονία του στην οποία αποδεικτικά στοιχεία όχι μόνο αγνοήθηκαν αλλά «μαγειρεύτηκαν» έτσι ώστε να καταδικαστεί ένας αθώος άνθρωπος ­ μια ανάκριση στην οποία η πολιτική έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο από την αλήθεια».


Πενήντα χρόνια μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ ­ το πτώμα του βρέθηκε να επιπλέει στον όρμο της Θεσσαλονίκης στις 16 Μαΐου 1948 ­ το ποιος τον σκότωσε παραμένει μυστήριο. Ενα πράγμα είναι βέβαιο φυσικά: αυτοί που το δικαστήριο βρήκε ενόχους ­ Γρ. Στακτόπουλος, Αδάμ Μουζενίδης κ.ά. ­ δεν είχαν καμία σχέση με το έγκλημα. Διότι περί εγκλήματος πρόκειται. Είναι αλήθεια ότι το δικαστήριο όπως και η πολιτική ηγεσία της χώρας εκείνη την εποχή δεν είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον να καταδικάσουν αυτούς που η Ασφάλεια συνέλαβε ως δολοφόνους ή συνεργούς. Το ενδιαφέρον τους συγκεντρώθηκε στο να καταδικάσουν τους κομμουνιστές και τον Δημοκρατικό Στρατό του, να καταδείξουν στο εσωτερικό και διεθνώς ότι οι μαχητές και οι οπαδοί τους δεν ήταν παρά απλοί δολοφόνοι.


Εποχή Εμφυλίου και Ψυχρού Πολέμου


Η όλη υπόθεση είναι γνωστή με κάθε λεπτομέρεια και άλλωστε δεν είναι του παρόντος. Θα πρέπει όμως να υπενθυμίσουμε το διεθνές κλίμα και το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έγινε η δολοφονία και η δίκη. Στην Ελλάδα φυσικά ο Εμφύλιος βρίσκεται στον τρίτο χρόνο του, το «κράτος» της κυβέρνησης Σοφούλη – Τσαλδάρη έχει εγκλωβιστεί στην Αθήνα και στις μεγάλες πόλεις, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν δείχνουν ακόμη προς τα πού κλίνει η πλάστιγγα και οι πάσης φύσεως αμερικανοί και (λίγοι) βρετανοί σύμβουλοι, εμπειρογνώμονες κ.ά. διευθύνουν περίπου τα πάντα.


Είμαστε στο τέλος της δεκαετίας του ’40, η Ευρώπη είναι πολιτικώς και οικονομικώς ανύπαρκτη, η τότε Σοβιετική Ενωση μπορεί να έχει τον στρατό της ως το Βερολίνο αλλά είναι καθημαγμένη από τον πόλεμο και οι Ηνωμένες Πολιτείες συνειδητοποιούν πλέον ότι είναι μεγάλη, παγκόσμια δύναμη. Ο πρόεδρος Τρούμαν έχει εξαγγείλει το ομώνυμο Δόγμα ­ στην Ελλάδα η αμερικανική βοήθεια «ρέει με ρυθμό 1 εκατ. δολάρια ημερησίως» γράφει το «Washington Post» ­ και σταθερά διαμορφώνεται η αντικομμουνιστική και αντισοβιετική πολιτική στην Ουάσιγκτον που οδηγεί στον Ψυχρό Πόλεμο. Η Ελλάδα, συμπτωματικά είτε ηθελημένα, ήταν το πρώτο πεδίο δοκιμής του. Δικαιολογημένα λοιπόν η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία των ΗΠΑ δέχθηκε ευχαρίστως την εκδοχή της δολοφονίας του Πολκ που παρουσίασαν οι ελληνικές αστυνομικές αρχές και όχι απλώς συμφώνησε με το πόρισμα των ανακρίσεων και την απόφαση του δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης, τον Απρίλιο του 1949, αλλά την εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο. Ο Εντμουντ Κίλι στο βιβλίο του «The Salonica Bay Murder» υπογραμμίζει ότι μετά τη δολοφονία του Πολκ και τη δίκη που ακολούθησε περιορίστηκε και τελικώς σίγησε στην Αμερική κάθε κριτική εναντίον του «διεφθαρμένου βασιλικού καθεστώτος στην Ελλάδα» και της υποστήριξης που του παρείχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.


Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον λογικό είναι να υποθέσει κανείς ­ σήμερα, 50 χρόνια μετά το έγκλημα και μέσα σε πολύ διαφορετικό πολιτικό και ψυχολογικό κλίμα ­ ότι εκείνοι που είχαν συμφέρον να δολοφονήσουν τον Πολκ ήταν είτε οι αμερικανοί ­ για να τον κάνουν να σωπάσει ­ είτε οι έλληνες κυβερνητικοί, αυτοί επειδή οι ανταποκρίσεις του τους έθιγαν και προσωπικά ακόμη. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Η απάντηση στο ερώτημα ποιος σκότωσε τον Πολκ δεν είναι άσπρο – μαύρο.


Η ετυμηγορία που κατέρρευσε


Ποιος τον σκότωσε λοιπόν; Ερευνες σε αρχεία αμερικανικών κέντρων, ξένων διπλωματικών υπηρεσιών, καταθέσεις αμερικανών και ελλήνων πολιτών που έγιναν πολύ αργότερα ­ όταν ο φόβος διώξεων υποχώρησε ή εξέλιπε ­ και δημοσιεύματα στον παγκόσμιο Τύπο επί μισό αιώνα συγκλίνουν σε τρεις θεωρίες. Το τραγικό όμως είναι ότι καμία δεν είναι απολύτως πειστική!


Η πρώτη είναι αυτή στην οποία κατέληξε το δικαστήριο της Θεσσαλονίκης. Οτι δηλαδή τον Πολκ δολοφόνησαν οι κομμουνιστές ­ ο Βαγγέλης Βασβανάς και ο Αδάμ Μουζενίδης με τη βοήθεια του δημοσιογράφου Γρηγόρη Στακτόπουλου. Κίνητρό τους, κατά την κατηγορούσα αρχή, ήταν να δείξουν στην αμερικανική κοινή γνώμη ότι το καθεστώς που υποστηρίζουν στην Ελλάδα είναι εγκληματικό. Μέσα στην ατμόσφαιρα της εποχής, με τον Τύπο να υπερθεματίζει σε καθετί που προήρχετο άνωθεν, δεν ήταν δυνατόν να αμφισβητηθεί αυτό το εύρημα. Αλλά στα χρόνια που πέρασαν από τότε ήρθαν στην επιφάνεια πολλά πράγματα. Πρώτον, ότι ο «δολοφόνος» Μουζενίδης έφθασε στη Θεσσαλονίκη δύο ημέρες μετά το έγκλημα και ο Βασβανάς βρισκόταν «κάπου στο Παραπέτασμα».


Επίσης, αποδεικνύεται πλαστή η επιστολή που, υποτίθεται, έγραψε ο Πολκ στον συνάδελφό του Εντ Μάροου και η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στη δίκη ως πειστήριο ότι όντως ο Πολκ είχε κλείσει ραντεβού με τον Μάρκο και θα πήγαινε να τον συναντήσει. Σημειώνω ότι η υπεράσπιση όπως και δύο Αμερικανοί που είχαν στενές σχέσεις με τον Πολκ από την πρώτη στιγμή υποστήριξαν ότι δεν είχαν ακούσει ποτέ τον Πολκ να λέει ότι θα έπαιρνε συνέντευξη από τον Μάρκο, μολονότι πολύ θα τον ενδιέφερε. Πολλά χρόνια αργότερα η επιστολή επιδείχθηκε στον μεγαλύτερο γραφολόγο του FBI, στον Τσαρλς Απελ. Ηταν κατηγορηματικός. Ο Βλάντον στο βιβλίο του αναφέρει ότι το συμπέρασμα του Απελ ήταν ότι «η υπογραφή ήταν πλαστή. Μάλιστα η επιστολή δεν είχε γραφεί σε γραφομηχανή Hermes, αυτήν που είχε ο Πολκ, αλλά πιθανότατα σε φορητή γερμανική γραφομηχανή Continental».


Κ. Χατζηαργύρης και Ιντέλιτζενς Σέρβις


Η δεύτερη θεωρία για τους δολοφόνους του Πολκ είναι πιο επιπόλαιη. Θέλει το έγκλημα να έχει διαπραχθεί από τους Αγγλους. Είναι μια «εξήγηση» όχι πολύ γνωστή στην Ελλάδα, που όμως απασχόλησε πολύ περισσότερο από ό,τι θα περίμενε κανείς την Ουάσιγκτον. Και τούτο επειδή τη διατύπωσαν πρόσωπα που είχαν επαγγελματικές και άλλες σχέσεις με τους Αγγλους, μεταξύ των οποίων και ο δημοσιογράφος Κώστας Χατζηαργύρης, ανταποκριτής του «Christian Science Monitor» στη Μέση Ανατολή, φίλος του Πολκ και της συζύγου του και στενός συγγενής του τότε πρωθυπουργού Θεμ. Σοφούλη. Η αλήθεια είναι ότι οι Αγγλοι είχαν κάθε δυνατότητα να σκοτώσουν τον Πολκ καθώς εξακολουθούσαν να είναι πολύ καλά δικτυωμένοι στην Ελλάδα, παρ’ όλο που είχαν παραδώσει την «προστασία» της στους Αμερικανούς. Αλλά γιατί να τον σκοτώσουν; Διότι, λέει αυτή η θεωρία, δεν ανέχονταν που εκτοπίστηκαν από την περιοχή. Κάποιοι βρετανοί αξιωματούχοι με «παλιά μυαλά» που δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την πραγματικότητα, χωρίς φυσικά την έγκριση του Λονδίνου ­ ούτε καν την ενημέρωσή του ­, ήθελαν να εκδικηθούν τους Αμερικανούς, να δείξουν στον κόσμο ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν σε θέση να προστατεύσουν ούτε τους υπηκόους τους.


Αφελές ένα τέτοιο κίνητρο. Αλλά επειδή ο Χατζηαργύρης κατονόμασε και τον πιθανό δράστη ή συνεργό στο έγκλημα με επιστολή του σε αρμόδια αμερικανικά πρόσωπα, η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα δεν μπορούσε να αγνοήσει την εκδοχή. Ο «ύποπτος» ήταν κάποιος Ράντολ Κόεϊτ, πράκτορας της Ιντέλιτζενς Σέρβις στην περιοχή της Βόρειας Ελλάδας, ο οποίος δέκα ημέρες μετά τη δολοφονία του Πολκ μετατέθηκε στη Νορβηγία. Ανακρίσεις που ενήργησε το νομικό τμήμα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ δεν κατέληξαν σε τίποτε, αυτό όμως δεν εμπόδισε την Κέιτι Μάρτον στο βιβλίο της «The Polk Conspiracy», που έγραψε 40 χρόνια αργότερα, να επιμένει ότι ο Κόεϊτ ενέχεται στη δολοφονία του Πολκ.


Τα συμπεράσματα και οι «αποκαλύψεις» της Μάρτον δεν μπορούν να ληφθούν σοβαρά υπόψη, διότι μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι τον Πολκ έβαλε να δολοφονήσουν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ντίνος Τσαλδάρης επειδή φοβήθηκε ότι ο Πολκ θα απεκάλυπτε πως δήθεν είχε στείλει 25.000 δολάρια στην Chase National Bank της Νέας Υόρκης. Επισταμένη έρευνα προ ετών στα αρχεία της αμερικανικής τράπεζας δεν έδειξε κανέναν Τσαλδάρη να είχε ποτέ λογαριασμό εκεί].


Οι παρακρατικοί και η Αριστερά


Πολύ πιο σοβαρή είναι η τρίτη: τον Πολκ δολοφόνησαν παρακρατικοί κατόπιν εντολής «άνωθεν» με σκοπό να επιρρίψουν τις ευθύνες στους κομμουνιστές και να επιτύχουν έτσι την κατακραυγή της αμερικανικής κοινής γνώμης εναντίον των ανταρτών και εκείνων που τους συμπαθούσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Δυτική Ευρώπη. Είναι η θεωρία – εξήγηση που επικράτησε στα ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινής γνώμης εκείνη την εποχή, ακόμη και σήμερα, την ασπάζεται πλήρως η Μάρτον στο βιβλίο της και υποστηρίχθηκε από την ελληνική και τη διεθνή Αριστερά, χωρίς όμως κανένα σοβαρό τεκμήριο. Οτι η ελληνική άκρα Δεξιά θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να δυσφημιστούν οι κομμουνιστές, ο Δημοκρατικός Στρατός κλπ. είναι πέραν κάθε αμφιβολίας. Ηταν όμως αδύνατον να τολμήσουν να δολοφονήσουν έναν αμερικανό δημοσιογράφο. Ο φόβος ότι θα ακολουθούσε έρευνα από τους ειδικούς της αμερικανικής κυβέρνησης, οι οποίοι δεν θα αργούσαν να βρουν τον ένοχο, θα είχε αποτρέψει κάθε προσφυγή σε ακραίες λύσεις, αφού άλλωστε θα μπορούσαν θαυμάσια να τον βγάλουν από τη μέση ζητώντας μέσω κυβερνητικών οργάνων την ανάκλησή του. Πέραν τούτου οι ελληνικές αρχές γνώριζαν ότι ο Πολκ επρόκειτο να φύγει σε λίγες ημέρες και είχε ήδη αγοράσει εισιτήρια για τον ίδιο και τη σύζυγό του.


Στην ίδια θεωρία της ενοχής των παρακρατικών βρίσκεται και η «αποκάλυψη» του Φοίβου Οικονομίδη, πριν από λίγα χρόνια, ότι δολοφόνος του Πολκ είναι Αμερικανός, ο τότε στρατιωτικός ακόλουθος των ΗΠΑ στην Ελλάδα συνταγματάρχης Χάρβεϊ Σμιθ. Το «ενοχοποιητικό» στοιχείο του είναι ότι συνταξίδευσε με τον Πολκ στη Θεσσαλονίκη, ότι έμεινε στο ίδιο ξενοδοχείο, στο «Αστόρια», με τη γυναίκα του και ότι το δωμάτιό του συγκοινωνούσε με του Πολκ. Ποιος όμως μπορεί να αποκλείσει ότι όλα αυτά ήταν απλές συμπτώσεις; Τι φυσικότερο από δύο Αμερικανούς να μένουν στο ίδιο ξενοδοχείο ­ από τα ελάχιστα τότε της Θεσσαλονίκης ­ και ο ξενοδόχος να τους βάλει σε διπλανά δωμάτια…


Ο συνταγματάρχης και ο υπολοχαγός Σμιθ


Εχει όμως ενδιαφέρον το κίνητρο που δίνει ο Οικονομίδης στον Σμιθ για να σκοτώσει τον Πολκ. Είναι λογικό να δεχθούμε ότι ο Σμιθ γνώριζε πως ο Πολκ ενδιαφερόταν να πάρει «ζωντανή συνέντευξη» από τον Μάρκο. Και είχε κάθε λόγο να υποπτεύεται ότι ο Μάρκος θα εκμεταλλευόταν την ευκαιρία για να κάνει νέες προτάσεις «ειρήνης και συμφιλίωσης» ­ κάτι που επανειλημμένα εκείνο τον καιρό διατύπωναν οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτό όμως θα χαλούσε ασφαλώς τα απώτερα σχέδια του Πενταγώνου και του Λευκού Οίκου, διότι προτάσεις ειρήνης θα γίνονταν ευμενέστατα δεκτές στο Κογκρέσο ­ που δεν ήταν ακόμη ενθουσιώδες για την πολιτική Τρούμαν ­, και ακόμη περισσότερο από την κοινή γνώμη στις ΗΠΑ. Κάτι τέτοιο όμως θα ανέτρεπε τους σχεδιασμούς της Ουάσιγκτον και επομένως θα έπρεπε να εμποδιστεί ο ανταποκριτής του ραδιοφωνικού δικτύου CBS ­ που παρακολουθούσαν περί τα 25 εκατ. Αμερικανοί εκείνη την εποχή ­ να μεταδώσει συνέντευξη με τον Μάρκο.


Το «στόρι» είναι καλό, μόνο που πάσχει σε κάτι ουσιώδες: ο στρατιωτικός ακόλουθος Σμιθ «δεν θυμάται να ήταν μαζί με τον Πολκ στη Θεσσαλονίκη» ούτε και είχε ιδιαίτερες φιλίες μαζί του, διαπίστωσαν ανακριτές του Στέιτ Ντιπάρτμεντ που έκαναν σχετικές έρευνες πριν από 20 χρόνια.


Η αλήθεια είναι ότι το 1948 υπηρετούσε στην Ελλάδα κάποιος Σμιθ. Ο υπολοχαγός Τζέιμς Σμιθ, που υπηρετούσε στη Θεσσαλονίκη, δεν αποκλείεται να έμενε συχνά στο ξενοδοχείο «Αστόρια», ίσως μάλιστα να είχε συναντήσει τον Πολκ· αλλά για ποιο λόγο να τον σκοτώσει; Η μονάδα όπου υπηρετούσε, όπως και ο ίδιος, δεν είχε καμία σχέση με τις μυστικές υπηρεσίες.


Καταρρέει λοιπόν και η θεωρία ότι δολοφονήθηκε ο Πολκ από τους Αγγλους ή από τους Αμερικανούς. Ποιος όμως τον δολοφόνησε; Διότι βεβαίως ο Πολκ δολοφονήθηκε και το μυστήριο παραμένει.