Τον Οκτώβρη του 2008, ο Κορινθιακός Κόλπος βρισκόταν στην επικαιρότητα. Αιτία ήταν η ερυθρά ιλύς, η κόκκινη λάσπη η οποία «κοκκίνιζε τα δίχτυα», όπως ανέφεραν οι αλιείς, και η οποία προερχόταν από τον αγωγό απόρριψης στον Κόλπο των Αντικύρων των στερεών αποβλήτων της διαδικασίας παραγωγής αλουμινίου από βωξίτη. Οι ειδήμονες που κλήθηκαν τότε να απαντήσουν σχετικά με το αν τα ψάρια που αλιεύονταν από την ευρύτερη περιοχή ήταν μολυσμένα με βαρέα μέταλλα, δεν μπόρεσαν να δώσουν σαφή απάντηση καθώς δεν υπήρχαν πρότερα δεδομένα.
Τον Απρίλιο του επόμενου έτους, σειρά είχε ο Μαλιακός Κόλπος: τα νεκρά ψάρια που ξεβράζονταν στις παραλίες του δεν άφηναν καμία αμφιβολία ότι κάτι είχε διαταράξει την ισορροπία του οικοσυστήματος. Αλλά τι; Πού οφειλόταν η έλλειψη οξυγόνου στην οποία αποδόθηκε από τους ειδήμονες ο θάνατος των ψαριών; Οι ειδικοί φάνηκαν να διαφωνούν, όλοι όμως επισήμαναν την τεράστια «δυσκολία στην αποτίμηση επιστημονικών συμπερασμάτων λόγω της έλλειψης προηγούμενων δειγματοληπτικών ελέγχων στον Κόλπο του Μαλιακού».
Τα τελευταία τρία χρόνια ο Κορινθιακός έχει και πάλι μόνιμη θέση στην επικαιρότητα εξαιτίας των τεράστιων πληθυσμών μεδουσών που φιλοξενεί. Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο και η περιοδική άνθηση των μεδουσών στον Κορινθιακό απασχολεί επιστήμονες και κατοίκους από τη δεκαετία του 1980. Ωστόσο, όπως θα παρατηρήσετε διαβάζοντας το σχετικό άρθρο μας (σελ. 4-6), οι επιστήμονες δεν μπορούν να δώσουν πλήρεις εξηγήσεις. Ετσι, είναι πολύ προσεκτικοί στις διατυπώσεις τους, ενώ για τα όποια συμπεράσματά τους επικαλούνται συχνά διεθνείς μελέτες.
Ορθώς πράττουν οι έλληνες επιστήμονες επιλέγοντας να είναι φειδωλοί στις εκτιμήσεις τους! Οσο έγκυρες και αν είναι οι διεθνείς μελέτες, μόνο η επιτόπια έρευνα μπορεί να δώσει σαφείς απαντήσεις σε οικολογικά θέματα. Αλλά ποια επιτόπια έρευνα; Οχι εκείνη που διεξάγεται όταν ξεσπάσει κάποια κρίση και επειγόντως ζητείται μια απάντηση σε ένα οξύ πρόβλημα, αλλά εκείνη που βασίζεται σε μακροχρόνιες παρατηρήσεις. Με άλλα λόγια, αν συστηματικά (τέσσερις φορές τον χρόνο και κάθε χρόνο και επί πολλά χρόνια) είχαμε συλλέξει δεδομένα από τον Κορινθιακό θα ήμασταν σήμερα σε θέση να γνωρίζουμε αν η παρατηρούμενη έξαρση των μεδουσών είναι φυσιολογικό φαινόμενο που θα παρέλθει τον επόμενο χρόνο, ή οφείλεται, παραδείγματος χάριν, στη μείωση των θηρευτών τους ή σε κάτι άλλο. Και πιθανότατα θα ήμασταν σε θέση να την έχουμε προβλέψει και ίσως αντιμετωπίσει.
Ελληνικά δεδομένα τέτοιου είδους υπάρχουν μόνο για τον Σαρωνικό και τούτο επειδή η ΕΥΔΑΠ υποχρεούται, λόγω του βιολογικού καθαρισμού στην Ψυττάλεια, να χρηματοδοτεί τη συστηματική παρακολούθησή του. Ο,τι άλλες μετρήσεις υπάρχουν, έχουν γίνει σπασμωδικά. Συνήθως με ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις που στερεύουν όταν ολοκληρωθούν τα εκάστοτε προγράμματα. Αυτή η συστηματική έλλειψη δεδομένων δεν περιορίζεται στα οικοσυστήματα αλλά εκτείνεται σε πολλούς τομείς, με χαρακτηριστικότερο ίσως την υγεία του πληθυσμού: θα έχετε προσέξει την αδυναμία των ειδικών να μας πληροφορήσουν αν ένα λοιμώδες νόσημα παίρνει διαστάσεις επιδημίας καθώς συχνά δεν υπάρχουν δεδομένα για περσινά ή προπέρσινα κρούσματα.
Δυστυχώς η ένδεια δεδομένων είναι αποκαλυπτική τού πώς (δεν) λειτουργεί η χώρα: χωρίς μακροχρόνιο σχεδιασμό (που να ξεπερνά κατά πολύ τις κυβερνητικές τετραετίες και να «αδιαφορεί» για τις πολιτικές σκοπιμότητες), χωρίς συνέπεια και συνέχεια και εν τέλει χωρίς μνήμη και χωρίς όραμα.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ