Ο Καντ, στην «Κριτική του καθαρού λόγου», μας έλεγε ότι ο άνθρωπος πρέπει να απαντήσει σε τρία ερωτήματα: «τι μπορεί να γνωρίσει», «τι πρέπει να κάνει», «τι του επιτρέπεται να ελπίζει. Στη χώρα μας που δεν πέρασε Αναγέννηση, ούτε Διαφωτισμό, αναθέσαμε στο Σύνταγμα να απαντήσει.
Στις ηλιόλουστες μέρες του το ΣτΕ, εν όψει των διατάξεων του Συντάγματος, είχε αποφανθεί: Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι η ελευθερία να ακολουθείς το θρήσκευμα ή το δόγμα της εκλογής σου ή να μην ακολουθείς κανένα θρήσκευμα ή να είσαι άθεος. Και ότι το δικαίωμα αυτό δεν επηρεάζεται από τη διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 3) περί της επικρατούσας στην Ελλάδα θρησκείας, το οποίο αναφέρεται απλώς στο πραγματικό γεγονός ότι η πλειονότης του ελληνικού λαού ασπάζεται το θρήσκευμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαζί κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στο σώμα του Συντάγματος για λόγους ιστορικούς.
Αυτές οι παραδοχές, μαζί με τις εξασφαλίσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μας πάνε εύκολα στη συνέχεια:
Ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης νοείται η εξοικείωση των μαθητών με το θρησκευτικό φαινόμενο στην ιστορική του πορεία και τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Το κράτος κατά την παροχή της εκπαίδευσης απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και δεν επιτρέπεται να επιβάλλει συγκεκριμένη κοσμοθεωρία ως τη μόνη αποδεκτή ή αληθινή. Είναι η μέθοδος με την οποία οι μαθητές διαμορφώνουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και επιλέγουν κριτικά τα δικά τους «πιστεύω», θρησκευτικά και άλλα.
Εάν το μάθημα των Θρησκευτικών είχε θεολογικό ή κατηχητικό χαρακτήρα, αυτό θα ισοδυναμούσε με επιβολή θρησκευτικής συνείδησης συγκεκριμένου θρησκεύματος ή δόγματος κατά παράβαση της αρχής της θρησκευτικής ουδετερότητος του κράτους.
Στην κρινόμενη απόφασή του το ΣτΕ έκρινε ότι τα προγράμματα σπουδών του υπουργείου Παιδείας φαλκιδεύουν ανεπίτρεπτα τον επιβαλλόμενο από το Σύνταγμα σκοπό της ανάπτυξης της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης των μαθητών που ανήκουν στην επικρατούσα θρησκεία, ενώ η Παιδεία θα πρέπει να τείνει στην εμπέδωση και ενίσχυση της ορθόδοξης χριστιανικής συνείδησης και όχι στον «αναστοχασμό» που προκαλεί σύγχυση.
Το σκεπτικό της απόφασης αγνόησε την προηγούμενη νομολογία του ΣτΕ, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εχει επιπλέον διαφύγει από την πλειοψηφία της απόφασης ότι, για να ευρεθούν οι ανήκοντες στο ορθόδοξο δόγμα μαθητές, πρέπει να υποχρεωθούν να δηλώσουν το θρήσκευμά τους, και μάλιστα στις σημερινές συνθήκες όπου στις σχολικές τάξεις φοιτούν πολλά ξένα παιδιά, από χώρες άλλων θρησκευμάτων και δογμάτων.
Μα το ίδιο το ΣτΕ στην περίφημη υπόθεση των ταυτοτήτων και αλλού θεωρεί ότι προσβάλλει την προσωπικότητα και τις ελευθερίες μια τέτοια δήλωση. Ετσι λοιπόν, η διδασκαλία δεν μπορεί παρά να αφορά όλους τους μαθητές και να είναι μόνο εκείνη που τείνει στην ανάπτυξη της ορθόδοξης θρησκευτικής συνείδησης.
Ομως αυτό είναι επιβολή και όχι ελεύθερη ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης. Τα παιδιά που είναι ορθόδοξοι χριστιανοί δεν έχουν μειωμένα δικαιώματα εκπαίδευσης, πρέπει και αυτά να έχουν τη δυνατότητα της μάθησης, της κριτικής επιλογής του ανοίγματος των οριζόντων.
Η αλήθεια δεν δίδεται, βρίσκεται στις αναζητήσεις και στις διαδικασίες επιλογής του καθενός. Το ξέρουμε ότι οι περισσότεροι σε αυτόν τον τόπο γεννηθήκαμε και βαπτιστήκαμε χριστιανοί ορθόδοξοι από τους γονείς μας χωρίς να έχουμε συνείδηση, και οι γονείς μας από τους δικούς τους.
Γίναμε χριστιανοί ορθόδοξοι από το τυχαίο γεγονός ότι γεννηθήκαμε από την εδώ μεριά των δογματικών συνόρων.
Και η τελευταία σκέψη (;) ότι «ο αναστοχασμός προκαλεί σύγχυση» εξηγεί και τις προηγούμενες σκέψεις της απόφασης. Το είχε πει άλλωστε και ο Λούθηρος: «Η λογική είναι η πόρνη του Διαβόλου».
Για τους κοινωνικούς επιστήμονες όλες οι θρησκείες είναι αληθείς, για τους πιστούς μόνο η δική τους. Και αυτό στο οποίο πρέπει να τείνει η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης είναι να κατανοήσουμε και όχι να μοιραστούμε τα «πιστεύω» τους.
Μερικοί πίστεψαν ότι αν το Σύνταγμα καθορίζει την επίσημη γλώσσα του κράτους, περιλαμβάνει οδηγίες υποχρεωτικές για το πώς συγκροτείται ο εαυτός μας, για το είδος της εκπαίδευσης, παγώνοντας τους προβληματισμούς, αγνοώντας τη δυναμική των κοινωνικών φαινομένων, τις αναζητήσεις της νεολαίας, θα λύσουμε το πρόβλημα. Τα γεγονότα είναι αμείλικτα. Δεν περιμένουν, η κατάσταση ξέφυγε, και ευτυχώς!
Οι οικογένειες, εν όψει των αμείλικτων επαγγελματικών ανταγωνισμών, αναζήτησαν άλλες λύσεις και οι νέοι περπατούν άλλους δρόμους.
Η γνώση είναι πια διάχυτη και εύκολα προσβάσιμη. Σε μια παλάμη ο Στιβ Τζομπς χώρεσε τον κόσμο όλο.
Το μισοδαγκωμένο μήλο της Apple είναι το μήλο του Αδάμ, ο καρπός της γνώσης.
Τι είδους θρησκευτική συνείδηση θέλουμε; Εκείνη που ενέπνευσε την ιταλική ζωγραφική, τους δημιουργούς των βιτρό των καθεδρικών ναών της Γαλλίας, τον Μπαχ, τον Μπετόβεν με τη Missa Solemnis, τον Ρωμανό Μελωδό, τον Επιτάφιο Θρήνο; Εκείνη τη συνείδηση που οδήγησε λίγους έστω χριστιανούς να προστατεύσουν Εβραίους από το ναζιστικό τέρας ή τους μουσουλμάνους πρόσφυγες των ημερών μας;
Τι ήταν εκείνο που ώθησε την Αντιγόνη να παρακούσει τον νόμο των ανθρώπων στο όνομα του θεϊκού νόμου;
Και θα αποδοκιμάζαμε άραγε εκείνον τον λοξό αλλά υπέροχο καθηγητή, που είχα την τύχη να με διδάξει, όταν έλεγε στην τάξη ότι στη Βραυρώνα υπάρχει μια Αρτεμις βρεφοκρατούσα, στην Αίγυπτο λατρευόταν ως θεά η Ισις βρεφοκρατούσα πριν από τη δική μας Παναγία βρεφοκρατούσα των βυζαντινών εικόνων και της Αναγέννησης. Δεν είναι αυτά στοιχεία της πανανθρώπινης θρησκευτικής συνείδησης;
Υπάρχει βέβαια και η άλλη ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης της μονόπλευρης αφήγησης μιας από τις πολλές συνυπάρχουσες του θρησκευτικού φαινομένου, που θεωρεί αποσυνάγωγους όσους αμφισβητούν τη μονολιθικότητα ή στέκονται γεμάτοι ερωτήματα μπροστά στο μυστήριο και ανέχεται όμως μητροπολίτη που κηρύσσει το μίσος.
Η κρινόμενη απόφαση συνιστά ανατροπή των βασικών αξιωμάτων που στήριζαν τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Είναι ανησυχητικό το χάσμα πλειοψηφίας –μειοψηφίας, αριθμητικό αλλά και λογικό και δικαιικό.
Ταυτόχρονα με το κούνημα της κεφαλής στο διάβασμα της απόφασης, η διαύγεια και η λογική της μειοψηφίας της απόφασης με κάνουν αισιόδοξο και για έναν ακόμη λόγο: Εχω την τύχη να βλέπω από το γραφείο μου τον Παρθενώνα. Και τολμώ να στοχάζομαι (μη συμμορφούμενος με την απόφαση του ΣτΕ) ότι ο Παρθενώνας δεν είναι απλώς ο ναός της Παρθένου Αθηνάς. Εγινε χριστιανικός της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, τζαμί για τους Οθωμανούς, έμβλημα της Ελεύθερης Ελλάδας μετά το 1830.
Ηταν εξαρχής και παραμένει –παρ’ όλες τις διαφορετικές χρήσεις –έμβλημα της Δημοκρατίας και των ορθολογικά και ελεύθερα οργανωμένων κοινωνιών όλου του κόσμου.
Ο κ. Γιώργος Κουβελάκης είναι σύμβουλος Επικρατείας επί τιμή, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ