Τα μεγάλα εθνικά μας θέματα βρίσκονται και πάλι στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και ο ρόλος που παίζει ο Τύπος για την προβολή τους είναι αυτονόητα εξαιρετικά σημαντικός, καθώς όχι μόνο συμβάλλει στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, αλλά εν πολλοίς προκαλεί και τις ανάλογες αντιδράσεις στην κοινωνία. Σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, η οποία είναι το μοναδικό κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, μαζί βέβαια με την Κύπρο, που αντιμετωπίζει ανοικτά εδώ και δεκαετίες εθνικά προβλήματα, είναι φυσικό ο Τύπος να αφιερώνει μεγάλο μέρος της ύλης του στα ζητήματα αυτά, τα οποία, όπως όλοι διαπιστώνουμε, προκαλούν ποικίλες εντάσεις σε λαϊκό επίπεδο και πυροδοτούν συχνά την κομματική αντιδικία.
Αυτό που προκαλεί όμως ιδιαίτερη ανησυχία είναι ότι κανένα από τα σημαντικά εθνικά ζητήματα που προέκυψαν κατά την περίοδο της μεταπολίτευσης δεν έχει επιλυθεί. Και το καίριο ερώτημα είναι γιατί. Η αιτία είναι ότι δυστυχώς τα προβλήματα αυτά δεν αντιμετωπίστηκαν από το σύνολο των ελληνικών κυβερνήσεων με καθαρά εξωτερικά κριτήρια, αλλά ως αντικείμενα της εσωτερικής κομματικής αντιδικίας, με αποτέλεσμα η επίλυσή τους να καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς συνεπάγεται ένα υψηλό πολιτικό κόστος, το οποίο δεν θα ήταν τόσο υψηλό αν η εξωτερική πολιτική στην Ελλάδα δεν διεξαγόταν για καθαρά εσωτερική πολιτική κατανάλωση με στόχο την εξασφάλιση ψήφων. Το αποτέλεσμα είναι ότι καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής ένας συχνά αναγκαίος συμβιβασμός, καθώς αυτός καταγγέλλεται πάντα ως εθνική προδοσία. Ιδιαίτερα την περίοδο αυτή που επικρατεί και διεθνώς το γνωστό κλίμα εθνικολαϊκισμού.
Στο αρνητικό αυτό κλίμα συμβάλλει δυστυχώς και μεγάλη μερίδα του ελληνικού Τύπου. Διότι όταν λέμε «Τύπος» δεν εννοούμε μόνον τις εφημερίδες και τα περιοδικά, που έχουν βαθμιαία χάσει την επιρροή που ασκούσαν παλαιότερα, αλλά και τις τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα και το Internet με τα γνωστά λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα. Εχουμε δηλαδή μια επέλαση της άμεσης, αλλά συχνά εντελώς ανεξέλεγκτης πληροφόρησης. Φαινόμενο διεθνές βέβαια, και όχι μόνον ελληνικό. Στην πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης πάντως αποκλειστική πηγή πληροφόρησης ήταν οι εφημερίδες. Ο ρόλος που έπαιξαν στην ενημέρωση και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης υπήρξε καθοριστικός. Μετά την πτώση της χούντας η κυριαρχία των εφημερίδων, που είχαν πολλαπλάσια κυκλοφορία από τη σημερινή, ήταν αναμφισβήτητη. Η δίψα για ελεύθερη ενημέρωση, μετά την αυστηρή λογοκρισία που είχε επιβάλει το στρατιωτικό καθεστώς επί μια επταετία, ήταν μεγάλη και κατανοητή. Καθώς μάλιστα ραδιόφωνο και τηλεόραση ήταν τότε αποκλειστικά στα χέρια του κράτους, ως όργανα προβολής της κυβερνητικής δραστηριότητας. Αργότερα ήλθαν τα ιδιωτικά ραδιόφωνα και οι ιδιωτικές τηλεοράσεις που μεταμόρφωσαν ριζικά το τοπίο της ενημέρωσης.
Την εποχή εκείνη, λόγω των γνωστών τουρκικών μονομερών διεκδικήσεων και της εισβολής στην Κύπρο, με αποκορύφωμα την έξοδο του περιώνυμου «Σισμίκ» στο Αιγαίο και αργότερα την κρίση των Ιμίων (δημιούργημα εν πολλοίς ανεύθυνων ενεργειών εθνικιστικών κύκλων και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου), καθώς και λόγω της μετ’ εμποδίων διαπραγμάτευσης για την απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων, με το γνωστό σύνθημα «Εξω οι βάσεις του θανάτου!» (τις οποίες τελικά απεμάκρυναν οι ίδιοι οι Αμερικανοί, μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου) τα προβλήματα αυτά ήταν στην καθημερινή πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Η προβολή τους γινόταν, ανάλογα με την κομματική υποστήριξη που παρείχε η κάθε εφημερίδα, μέσα σ’ ένα κλίμα ιδιαίτερα έντονης πολιτικής και κομματικής αντιδικίας. Οι ελάχιστες μετριοπαθείς φωνές στον τομέα των αναλύσεων και των σχολίων δεν κατάφεραν να ανατρέψουν τη γενικότερη τάση της έντονης πολιτικοποίησης.
Στο κλίμα αυτής της έντονης πολιτικοποίησης, που ήλθε να προστεθεί αργότερα και το τέρας του εθνικολαϊκισμού, συνέβαλαν αποφασιστικά οι ιδιωτικές τηλεοράσεις, που λόγω της φύσης τους είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν ένα ευρύτερο κοινό και μάλιστα με πολύ πιο εντυπωσιακό τρόπο, λόγω της δύναμης της εικόνας και του ήχου. Αυτό συνεχίζεται και σήμερα στο πλαίσιο μιας ευρείας γκάμας πληροφόρησης. Από το ακατάσχετο πολιτικό κουτσομπολιό και το κυνήγι μιας ασήμαντης αποκλειστικότητας, που θα φέρει αύξηση της ακροαματικότητας και της τηλεθέασης, έως (σπανιότερα όμως) μια σοβαρή έρευνα και μια σοβαρή συζήτηση που έχουν ως στόχο να προσφέρουν πραγματική ενημέρωση. Σε μια περίοδο που η ουσιαστική αυτή ενημέρωση παραμένει το μεγάλο ζητούμενο, καθώς κατακλυζόμαστε όλο και περισσότερο από την ανεύθυνη συμπεριφορά διάφορων κοινωνικών δικτύων, που εξυπηρετούν συχνά ύποπτες σκοπιμότητες και συμφέροντα, αλλά δεν εξυπηρετούν την κατανόηση πολύπλοκων γεγονότων που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις.
Χωρίς σωστή πληροφόρηση και παρασυρόμενοι από τα κομματικά πάθη που συνειδητά καλλιεργεί μια μερίδα του πολιτικού κόσμου είναι αδύνατον οι πολίτες να αντιληφθούν τι ουσιαστικά συμβαίνει. Η δημιουργία εντυπώσεων προέχει της ψύχραιμης παρουσίασης των πραγματικών γεγονότων στη σωστή τους διάσταση. Γεγονός που σε μια περίοδο κλιμακούμενης έντασης μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες, επικίνδυνες καταστάσεις. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι ο Τύπος, ιδιαίτερα στη σημερινή συγκυρία, όπου αντιμετωπίζουμε και πάλι την έξαρση της τουρκικής επιθετικότητας και το γνωστό πρόβλημα με τα Σκόπια, έχει να παίξει έναν τεράστιο ρόλο. Αλλά παράλληλα και τα κόμματα θα πρέπει επιτέλους να κατανοήσουν ότι τα προβλήματα αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αντικείμενο της συνήθους κομματικής αντιδικίας, αλλά στο πλαίσιο μιας ελάχιστης έστω εθνικής συνεννόησης και συναίνεσης. Η πρόθεση αυτή εκδηλώνεται συχνά στα λόγια αλλά ποτέ στην πράξη. Αν συμβεί κάποτε αυτό, ίσως θα καταφέρουμε να ξεφύγουμε από το σημερινό επικίνδυνο αδιέξοδο στο οποίο βρισκόμαστε.
(Το άρθρο αυτό στηρίζεται σε ομιλία τού γράφοντος σε Ημερίδα που διοργάνωσε την περασμένη Δευτέρα το Μορφωτικό Ιδρυμα της ΕΣΗΕΑ σε συνεργασία με το τμήμα ΜΜΕ του Παντείου Πανεπιστημίου με θέμα: «Εθνικά θέματα, εξωτερική πολιτική και Τύπος»)

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ