Το «Πεντιγκρή» του Ζoρζ Σιμενόν είναι ένα μεγάλο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα που επιτέλους μπορούμε να το διαβάσουμε και στα ελληνικά, στη μετάφραση της Αργυρώς Μακάρωφ (Αγρα). Είναι ένα μυθιστόρημα εντελώς μοναδικό μέσα στη μεγάλη εργογραφία του συγγραφέα, εντελώς μοναδικό ανάμεσα στις δημοφιλέστατες περιπέτειες του επιθεωρητή Μεγκρέ και στις ψυχολογικές και ανθρωπολογικές τοιχογραφίες των «σκληρών μυθιστορημάτων» του.

Στο «Πεντιγκρή», ο Σιμενόν μυθιστορηματοποιεί την παιδική, εφηβική και νεανική ηλικία του στη γενέθλια πόλη της Λιέγης, από το 1903 έως το 1918. Ανασυσταίνει, με μοναδική χρήση της λεπτομέρειας, την καθημερινότητα σε αυτή την πόλη του γαλλόφωνου Βελγίου, αναδεικνύοντας μοτίβα που διαπερνούν όλο το έργο του: η ρουτίνα και η υποκρισία της μικροαστικής ζωής, η καθολική εκπαίδευση στα σχολεία των φρέρηδων, οι κρίσιμες κοινωνικές διαστρωματώσεις που προσδιορίζονται ακόμα και από τη γεωγραφία (στη συγκεκριμένη περίπτωση ο ποταμός Μεύσης που διασχίζει τη Λιέγη).

Αυτή η εποχή της Μπελ Επόκ, που «ετοιμάζει» τον φονικότατο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπάρχει στο φόντο της αφήγησης. Ολα τα μαθαίνουμε, τους αναρχικούς, τα κινήματα, τις βομβιστικές επιθέσεις, τις απεργίες. Αλλά εκεί που ο Σιμενόν μάς μαγεύει είναι πώς παρουσιάζει τον Α’ Παγκόσμιο. Υπαινικτικά, αλλά ένας υπαινιγμός που μιλάει καλύτερα από οποιαδήποτε άμεση περιγραφή για τον κυνισμό και την αθλιότητα του Πολέμου.

Αισθάνομαι λίγο περίεργα που γράφω για το «Πεντιγκρή» ξέροντας τι έχει γραφεί για αυτό. Γράφω όμως σαν ένας «αθώος» αναγνώστης, που γοητεύεται ακόμα μια φορά από τον Σιμενόν. Μπορώ να συγκρίνω το «Πεντιγκρή» με ένα άλλο κορυφαίο μυθιστόρημα της γαλλόφωνης λογοτεχνίας, τους «Τιμπό» του Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, μολονότι η κριτική, ιδιαίτερα η αγγλοσαξονική, θεωρεί αυτό το μυθιστόρημα «Joycean».
Τεστάρισα το «Πεντιγκρή» σε ένα από τα μαθήματά μου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, για τη χρήση της λεπτομέρειας και τη λεγόμενη «γυμναστική του ματιού». Ηταν οι σελίδες με τη λιτανεία στη γιορτή της ενορίας του Σεν-Νικολά. Λιποθυμήσαμε από τη μυρωδιά των πατημένων ροδοπέταλων, του λιβανιού και των γλυκών που ετοιμάζονταν στα σπίτια.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ