Η χώρα μας βρίσκεται προ μιας ακόμα υπόθεσης εξωτερικής πολιτικής που μπορεί να αποδειχθεί στο μέλλον μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Δίνεται στην Ελλάδα μια ανέλπιστη ευκαιρία να επιτύχει τους μακροπρόθεσμους στόχους της σε μια υπόθεση σχεδόν χαμένη. Αλλά το πολιτικό προσωπικό της χώρας μας μετά από χρόνια διχόνοιας αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και να προχωρήσει ενωμένο στις δύσκολες αποφάσεις. Η δε κοινή γνώμη, σε ένα εθνικό θέμα που αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές, είναι πλήρως απροετοίμαστη για να κατανοήσει την επιτακτική ανάγκη ενός συμβιβασμού. Λογικοφανείς αλλά παραπλανητικές θέσεις επαναλαμβάνονται καθημερινά διαμορφώνοντας τον δημόσιο διάλογο. Σε αυτή την κρίσιμη περίοδο το λιγότερο που μπορεί να κάνει κάποιος είναι να μιλήσει ανοιχτά για την ορθότητα ή μη των απόψεων που διατυπώνονται ευρέως εναντίον της πιθανής συμφωνίας με την πΓΔΜ.

Με την πΓΔΜ σε αδυναμία γιατί δεν πιέζουμε ώστε να καταργήσουν πλήρως τον όρο Μακεδονία;
Ακούγεται λογικό, αλλά πρόκειται για παρανόηση ή σκόπιμη παραπληροφόρηση που λειτουργεί εναντίον της προώθησης του εθνικού συμφέροντος. Με δεδομένο ότι οι γείτονες κατοικούν στον χώρο της γεωγραφικής Μακεδονίας (που δεν ταυτίζεται με την αρχαία ή τη σύγχρονη ελληνική Μακεδονία) για δεκαπέντε αιώνες, έχουν συνδέσει τη διαδικασία διαμόρφωσης της εθνικής τους ταυτότητας με την ονομασία Μακεδονία και χρησιμοποιούν τον όρο διεθνώς για πολλές δεκαετίες, δεν υπάρχει ουδεμία περίπτωση να πάψουν να χρησιμοποιούν τον όρο σε κάποια του μορφή. Η πλήρης απάλειψη του όρου Μακεδονία είναι η μόνη προοπτική που έχει μηδενικές πιθανότητες πραγματοποίησης. Το γνωρίζουν αυτό πολύ καλά οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας. Αυτό ήταν άλλωστε γνωστό ήδη από τη δεκαετία του 1990 και την περίοδο της περίφημης σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών που υιοθέτησε την αρχική μαξιμαλιστική θέση περί μη χρήσης του ονόματος Μακεδονία. Στην πραγματικότητα, ούτε τότε, όταν η πΓΔΜ ήταν πολύ πιο αδύναμη ως νέο ανεξάρτητο κράτος, υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα πλήρους κατάργησης του όρου.

Στην πΓΔΜ υπάρχει εσωτερική αστάθεια. Ας διαλυθούν, τι μας νοιάζει εμάς;
Ας αφήσουμε στην άκρη το ηθικό περιεχόμενο της θέσης ή τις δραματικές συνέπειες που θα είχε η αποσταθεροποίηση της πΓΔΜ και για την Ελλάδα. Ας παραβλέψουμε και τις αρνητικές γεωπολιτικές συνέπειες: αλλαγή συνόρων, επέκταση Αλβανίας και πιθανώς Βουλγαρίας, αναζωπύρωση των αλυτρωτικών βλέψεων εις βάρος της Ελλάδας. Ας μιλήσουμε με «στεγνό ρεαλισμό»: ΗΠΑ και ΕΕ έχουν πάρει το μάθημα της δεκαετίας του 1990 και δεν θα επιτρέψουν νέους πολέμους και κατάρρευση κρατών στην περιοχή. Το έχουν αποδείξει επανειλημμένα με τις παρεμβάσεις τους τα τελευταία χρόνια. Αρα η πΓΔΜ ως ανεξάρτητο κράτος θα συνεχίσει να υπάρχει. Οσοι αναμασούν τα περί διάλυσής της εξασφαλίζουν μόνο την τόνωση των αισθημάτων εχθρότητας από τους γείτονες και την όξυνση του εθνικισμού τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η δημοφιλία του αφηγήματος της σύνδεσης με την αρχαία Μακεδονία αυξήθηκε κατακόρυφα ιδιαίτερα τα τελευταία δέκα χρόνια ακριβώς λόγω των κακών σχέσεων με την Ελλάδα.

Αυτοί είναι οι «επισπεύδοντες», αυτοί «καίγονται» για μια συμφωνία, γιατί να βιαστούμε εμείς;
Λογικοφανής θέση, αλλά αποσιωπά την πραγματικότητα του ότι η καθυστέρηση είκοσι πέντε και πλέον χρόνων έχει δημιουργήσει μια απόλυτα αρνητική για την Ελλάδα κατάσταση. Ο μαξιμαλισμός και ο φόβος του πολιτικού κόστους απέτρεψαν έναν συμβιβασμό με την πΓΔΜ στη δεκαετία του 1990. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε έχει φαινομενικά μόνο προσωρινό χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα υπάρχει παγίωση του «Δημοκρατία της Μακεδονίας» σχεδόν σε κάθε χρήση διεθνώς. Ο όρος πΓΔΜ υπάρχει μόνο σε επίσημα κείμενα κάποιων οργανισμών και ουδείς τον χρησιμοποιεί στην πράξη διεθνώς. Οι περισσότεροι δυσκολεύονται ακόμα και να προφέρουν την πλήρη προσωρινή ονομασία «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και η γειτονική χώρα αναφέρεται από όλους απλά ως «Μακεδονία».
Με αυτά τα δεδομένα αναρωτιέται κανείς πώς μπορούν να διατυπώνονται επιχειρήματα που καλούν τη χώρα μας να παραβλέψει την πραγματικότητα και να αρκεστεί απλώς στη μη συμφωνία («ας τους αναγνωρίσουν όλοι ως Μακεδονία, μόνο εμείς δεν θα πρέπει να αναγνωρίσουμε»). Είναι μια στάση ηττοπάθειας, η οποία στον βωμό ενός μαξιμαλισμού που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα (πλήρης απάλειψη του γεωγραφικού όρου «Μακεδονία») επιτρέπει τη μόνιμη διεθνή μονοπώληση της ονομασίας «Μακεδονία» από την πΓΔΜ.
Το εθνικό συμφέρον επομένως απαιτεί ταχεία συμφωνία ώστε να μπορέσει η Ελλάδα να αντιστρέψει αυτή την κατάσταση. Τι είδους αντιστροφή μπορούμε να προωθήσουμε; Μετά από εργώδη προσπάθεια, και με τη συνεργασία των γειτόνων, να συμβάλουμε στη καθιέρωση διεθνώς μιας σύνθετης ονομασίας που θα συνδέεται με την ιστορία της γείτονος και θα τη διαφοροποιεί σαφώς από την ελληνική Μακεδονία. Αυτό θα αποτρέψει τη διεθνή μονοπώληση του όρου «Μακεδονία» από τους γείτονες και θα αποδώσει «τα του Καίσαρος Καίσαρι» στα εθνολογικά και ιστορικά ζητήματα. Επίσης, σε συνεργασία με τις μετριοπαθείς δυνάμεις των γειτόνων, θα πρέπει να υποβοηθήσουμε την αποσύνδεση του εθνικού τους αφηγήματος από την ιστορία της αρχαίας Μακεδονίας. Και για αυτό χρειάζονται καλές σχέσεις και συστηματική προσπάθεια πολλών ετών.

Αν αποδεχθούμε την ένταξη σε ΝΑΤΟ – ΕΕ, χάνουμε για πάντα το μόνο μέσο πίεσης που έχουμε.
Αυτό είναι ένα επιχείρημα αριστοτεχνικά διατυπωμένο με πραγματικό σκοπό να αποτρέψει τον πιθανό συμβιβασμό. Αποκρύπτει πλήρως το γεγονός ότι η Ελλάδα, μέσα από τη συμφωνία με την πΓΔΜ, όχι μόνο δεν χάνει τα μέσα πίεσης αλλά έχει τη δυνατότητα να ασκήσει πιο ουσιαστική πολιτική επιρροή για όσο χρόνο κριθεί απαραίτητο. Μια πιθανή συμφωνία θα είναι μόνο η αρχή μιας μακράς διαδικασίας στην οποία και πάλι η Ελλάδα θα έχει το πλεονέκτημα. Μετά την πρόσκληση για ένταξη στο ΝΑΤΟ θα χρειαστούν σχεδόν δύο χρόνια μέχρι την πλήρη ένταξη, που θα κυρωθεί και από τη Βουλή των Ελλήνων. Ακόμα περισσότερο, η συμφωνία θα «ξεμπλοκάρει» τη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ. Μέχρι να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία θα χρειαστούν 10-15 έτη σκληρών διαπραγματεύσεων κατά τις οποίες η πΓΔΜ επίσης θα αναγκαστεί να προχωρήσει σε εκατοντάδες μεταρρυθμίσεις, μεταξύ των οποίων και αρκετές που ενδιαφέρουν την Ελλάδα. Σε όλη αυτή την περίοδο η Ελλάδα θα έχει τουλάχιστον άλλες 75 ευκαιρίες για βέτο στην πΓΔΜ, ενώ και η τελική συμφωνία ένταξης χρειάζεται έγκριση της ελληνικής κυβέρνησης και κύρωση της Βουλής. Η συμφωνία θα «απελευθερώσει» ευκαιρίες για επωφελή επίλυση όλων των προβλημάτων με την πΓΔΜ μια για πάντα. Αυτή άλλωστε είναι για πολλά χρόνια, και διακομματικά, η ελληνική στρατηγική: επίλυση των διαφορών με τις γειτονικές χώρες στο πλαίσιο του πλεονεκτικού για την Ελλάδα χώρου των Δυτικών θεσμών.
Με την κινητοποίηση του αγνού πατριωτικού αισθήματος του μέσου Ελληνα πολλοί επενδύουν στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Πρέπει να ειπωθεί ανοιχτά ότι αυτή η προοπτική έρχεται σε αντίθεση με το πραγματικό εθνικό συμφέρον. Με την ανάδειξη μιας πραγματικά μετριοπαθούς κυβέρνησης στα Σκόπια δίνεται στην Ελλάδα μια μοναδική ευκαιρία να ανατρέψει τη μονοπώληση της ονομασίας «Μακεδονία» από την πΓΔΜ και να προωθήσει την παγίωση ενός νέου και επωφελούς διεθνούς καθεστώτος. Δεν θα πρέπει αυτή η ευκαιρία να θυσιαστεί στον βωμό των εσωτερικών πολιτικών παιχνιδιών.
Ο κ. Ιωάννης Αρμακόλας είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ