από metereologos.gr
Δευτέρα 16 Ιουλίου 2018
 
 

Τζούλια Δημακοπούλου: Μνημειώνοντας το απέριττο

Τζούλια Δημακοπούλου: Μνημειώνοντας το απέριττο
Η Τζούλια Δημακοπούλου
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

Στον οικείο για την ίδια και τους φίλους της χώρο του ινστιτούτου σύγχρονης ελληνικής τέχνης (την ιστορική αίθουσα Νέες Μορφές) απλώνει το μαγνάδι της ζωγραφικής της η εμβληματική οικοδέσποινα της ελληνικής τέχνης, μοντέρνας και σύγχρονης, Τζούλια Δημακοπούλου. Χαμηλόφωνα χαρισματική η ίδια, έχει κερδίσει, εδώ και χρόνια, μια καταξίωση σε βαθμό που δεν μοιράζεται με κανέναν: την ανάδειξη, προβολή, στήριξη πλήθους εικαστικών δημιουργών. Από τη δεκαετία του '60 πέρασαν πρωτοεμφανιζόμενα αλλά και καθιερωμένα ονόματα στους χώρους των Νέων Μορφών: διάσημοι που έγραψαν και νεότεροι που συνεχίζουν να γράφουν κεφάλαια της σύγχρονης Ιστορίας στα εικαστικά του τόπου.

Για όποιον γνωρίζει ότι η Τζούλια Δημακοπούλου έχει σπουδάσει ζωγραφική και Ιστορία της Τέχνης στη Βενετία και ότι ζωγραφίζει έκτοτε με παροιμιώδη αγνόηση της προτροπής φίλων να παρουσιάσει τη δουλειά της, η τωρινή, μεγάλης κλίμακας έκθεση με τίτλο Μνήμες δεν αποτελεί έκπληξη. Είχε εκθέσει μια μοναδική φορά στην επέτειο των 40 χρόνων της αίθουσας Νέες Μορφές (1999) ορισμένα έργα της που είχαν, όπως αναμενόταν, προκαλέσει αίσθηση.
Στις Μνήμες βρίσκεται κανείς μπροστά σε ένα έργο που ξεδιπλώνει τις πτυχές του μεθοδικά, εξελικτικά, προγραμματικά στο σχήμα «θέμα και παραλλαγές». Αν κανείς αναρωτηθεί πώς μια τέτοια προοικονόμηση του εικαστικού πεδίου μπορεί να είναι ζωγραφική στην επιφάνεια αλλά και ποιητική στο βάθος της, ας θυμηθεί πως τίποτε ποιητικό δεν πετυχαίνεται ανεπεξέργαστο, κανένα εκφραστικό αποτέλεσμα δεν στερείται διαδικασίας, μιας διαδικασίας που από τον καιρό των ιμπρεσιονιστών είναι εμπρόθετα παρούσα στο τελικό αποτέλεσμα ως οργανικό μέρος του.

Το γαλάζιο και το πράσινο στις επιφάνειες του νερού, στις φυλλωσιές του δάσους, σε ανήσυχες αρμονίες μεταξύ τους έχουν όλη την υλικότητα του χειροπιαστού σώματος και όλο το ποιητικό στοίχειωμα της άυλης οντότητας που αγκιστρώνει αυτόν που στέκεται μπροστά τους. Πράγματι, ο χειρισμός της επιφάνειας μέσω της ανάδειξης του υλικού, της υφής και των περιεσκεμμένων εντυπώσεων (εφέ) αποτελούν μορφολογική προτεραιότητα. Αυτή όμως είναι ο φορέας: κανοναρχεί την ένταση του περιεχομένου που δεν βλέπεται αλλά σαφώς νοείται. Είναι το φίλτρο που απορροφά το βουητό χωρίς να μειώνει τη φόρτιση του τόνου. Το αποτέλεσμα είναι σύμμετρο με την προσωπικότητα της ζωγράφου: ψύχραιμη, αισιόδοξη, ανεπιτήδευτη, καίρια, αψιμυθίωτη, στέκει σοβαρή απέναντι στα του βίου, όπως στο σεφερικό «Ο,τι πέρασε πέρασε σωστά».

Οι Μνήμες της Τζούλιας Δημακοπούλου είναι σαν τη ρεστία, το βουβό κύμα: οι κυματισμοί δεν επιτρέπουν φουρτούνες στην επιφάνεια, αλλά κρατούν τον εκκωφαντικά συναισθηματικό τους πυρήνα. Το ρεπερτόριό της έχει τις βάσεις του στη ζωγραφικότητα του πεδίου, όχι χωρίς αναφορές στην παράδοση της Αφαίρεσης, με στόχο να αρθρώσει πειστικό λόγο αυτοβιογραφικής σημασίας. Πού είναι οι μνήμες σε αυτά τα έργα, πού είναι οι μνήμες σε αυτή τη ζωγράφο; Η αποκρυπτογράφησή τους περνάει από τη δυνατότητα να αφήσει κανείς τη δική του μνημονική λειτουργία να κάνει τη δουλειά της - όχι με γεγονότα και περιστατικά, αλλά με την αίσθηση των γεγονότων, οσοδήποτε σημαντικών, των περιστατικών, οσοδήποτε ασήμαντων. Το υλικό της μνήμης ο ζωγράφος είτε το υποτάσσει στην αστυνόμευση της όρασης με εικόνες περιστατικών και αναπαραστάσεις γεγονότων είτε του δίνει την ελευθερία να πάρει τα σχήματα της πρόσληψης της μνήμης: πολύσημο, αινιγματικό, μεταβαλλόμενο, διασταλτικό, κυματιστό, με εξάρσεις και υφέσεις, ρευστό σαν την επικράτεια της θαλασσινής ή της δασωμένης επικράτειας, μόνο με αυτήν μπορεί να αποδοθεί, χωρίς να εγκλωβίσει τον θεατή στην παγίδα της οριστικής κρυστάλλωσης, στην τελικότητα της μόνης αφήγησης.

Στον τόμο που συνοδεύει την έκθεση, η καλλιτέχνις προειδοποιεί ότι οι οπτασίες των άλλων δεν ενδιαφέρουν. Θα πρότεινα ότι πάντοτε, όμως, μπορούν να ανασύρουν στην επιφάνεια τις δικές μας μνήμες ολοκληρώνοντας το ζητούμενο από κάθε καλλιτέχνη: να μεταφέρει στον θεατή τον ψυχικό κραδασμό που είναι αρκετά ισχυρός για να γεννήσει το έργο, με τα φτωχά υλικά του ζωγράφου, στον θεατή που, με όποιον τρόπο διαθέτει εκείνος, θα τον ανασυστήσει ως δέκτης.

Ο κ. Αντώνης Κωτίδης είναι καθηγητή της Ιστορίας της Τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ.


HeliosPlus
Γνώμες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.